Μαριάννα Τζιαντζή
Τιμούμε και διαβάζουμε ξανά τα ποιήματα του Μανώλη Αναγνωστάκη, όχι μόνο για το αγωνιστικό παρελθόν του αλλά για τη διεισδυτική ματιά του στην εποχή του. Γιατί «επαναστατικό είναι ότι είναι αληθινό».
Σε μια συνέντευξη που έδωσε to 1992 ο Μανόλης Αναγνωστάκης στην Ελευθεροτυπία, ξαφνικά, αντί να απαντά στις ερωτήσεις του νεαρού δημοσιογράφου, του έκανε ο ίδιος μια ερώτηση: τον ρώτησε αν ήξερε τον Γιάννη Σαλλά. Όχι, απάντησε ο δημοσιογράφος. H εξήγηση του ποιητή ήταν: «Ο κόσμος όμως δεν ξέρει ποιος είναι ο Γ.Σ. Είναι μια δικη μου, προσωπική, όχι απλώς ανάμνηση, ένα έντονο βίωμα”.
Ασφαλώς, ο κόσμος δεν χωρίζεται σε εκείνους που κάτι ξέρουν για τον Γιάννη Σαλλά και σε όσους δεν έχουν ποτέ ακούσει το όνομά του. Όμως η ερώτηση του ποιητή δείχνει ότι ο ίδιος ποτέ δεν θα ξεχνούσε εκείνη τη μεγάλη προσωπικότητα όχι εξαιτίας του μαρτυρικού θανάτου του στη Σάμο το 1949, αλλά γιατί ο κομμουνιστής Γιάννης Σαλλάς ήταν ο ιδρυτής, η ψυχή της ΑΣΟ, της Αντιφασιστικής Στρατιωτικής Οργάνωσης στη Μέση Ανατολή το 1941. Επίσης ο Σαλλάς είναι ο Φάνης στις Ακυβέρνητες πολιτείες του Στρατή Τσίρκα, μια από τις πιο ευγενικές, σεμνές και γενναίες μορφές αυτής της τριλογίας. Επέλεξε ο Μανόλης Αναγνωστάκης να μην ξεχάσει τον Σαλλά και μάλιστα τον αναφέρει στο ΥΓ.: «Δεν ήξερε κανείς τους ποιος ήταν ο Γιάννης ο Σαλάς».
Τα παραπάνω δεν σημαίνουν ότι το βλέμμα του ποιητή ήταν στραμμένο στο παρελθόν. Ο Γιάννης Σαλλάς συμβολίζει την έφοδο στον ουρανό εκατοντάδων χιλιάδων αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης και των δύσκολων μεταπολεμικών χρόνων, ένας από τους οποίους ήταν και ο Μανόλης Αναγνωστάκης. Και αν σήμερα, αυτή την επετειακή χρονιά, τον τιμούμε και διαβάζουμε ξανά τα ποιήματά του, δεν είναι μόνο για το αγωνιστικό παρελθόν του αλλά για τη διεισδυτική ματιά του στην εποχή του. Γιατί «επαναστατικό (και όχι απλώς «εθνικό», όπως είπε πρόσφατα ο Αλέξης Τσίπρας) είναι ό,τι είναι αληθινό».
Η ποίησή του εκφράζει την έφοδο στον ουρανό εκατοντάδων χιλιάδων αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης και των δύσκολων μεταπολεμικών χρόνων
Η επαναστατικότητα του ποιητή Αναγνωστάκη δεν βρίσκεται στις βαρύγδουπες λέξεις αλλά στην ειρωνεία, στο πείσμα του, στο ότι στέκεται απέναντι σε ό,τι συχνά θεωρούμε αυτονόητο. Οι πικρές διαπιστώσεις που συχνά συναντάμε στα ποιήματά του δεν έχουν τη γεύση της ήττας και της θυματοποίησης, αλλά της λεβεντιάς, του θάρρους και της τόλμης να αναζητά κανείς την αλήθεια.
Ο Αναγνωστάκης ήταν κοινωνικά και πολιτικά ενεργός, συμμετείχε σε συλλογικά εγχειρήματα, δεν ήταν κλεισμένος σε κάποιο χρυσελεφάντινο πύργο. Οξειδώθηκε κι αυτός «στη νοτιά των ανθρώπων», όπως λέει ένας άλλος σπουδαίος ποιητής.
Είναι πασίγνωστος αλλά και παραπλανητικός ο χαρακτηρισμός «ποίηση της ήττας» που αποδίδεται και στον Αναγνωστάκη. Αν η ήττα του κομμουνιστικού και αριστερού κινήματος σφράγισε τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, πώς θα χαρακτηρίζαμε τη σύγχρονη ποίηση, όταν η ήττα είναι παγκόσμια και η ακροδεξιά επελαύνει; Η ήττα της Αριστεράς δεν είναι ήττα του ανθρώπου που δηλώνει «Θα μείνω κι εγώ μαζί σας μες στη βάρκα / Ύστερα απ’ το φριχτό ναυάγιο και το χαμό». Έμεινε και μένει μαζί μας μες στη βάρκα ο Αναγνωστάκης που σήμερα τον αναγνωρίζουν και οι νικητές όμως αυτός προτίμησε να τραγουδήσει τους ηττημένους, όπως στο ποίημα του «Μιλώ» (1956):
Μιλώ για τα τελευταία σαλπίσματα των νικημένων στρατιωτών
Για τα τελευταία κουρέλια από τα γιορτινά μας φορέματα
Για τα παιδιά μας που πουλάν τσιγάρα στους διαβάτες
Μιλώ για τα λουλούδια που μαραθήκανε στους τάφους και τα σαπίζει η βροχή
Για τα σπίτια που χάσκουνε δίχως παράθυρα σαν κρανία ξεδοντιασμένα
Για τα κορίτσια που ζητιανεύουνε δείχνοντας στα στήθια τις πληγές τους
Μιλώ για τις ξυπόλητες μάνες που σέρνονται στα χαλάσματα
Για τις φλεγόμενες πόλεις τα σωριασμένα κουφάρια στους δρόμους
Τους μαστροπούς ποιητές που τρέμουνε τις νύχτες στα κατώφλια
Μιλώ για τις ατέλειωτες νύχτες όταν το φως λιγοστεύει τα ξημερώματα
Για τα φορτωμένα καμιόνια και τους βηματισμούς στις υγρές πλάκες
Για τα προαύλια των φυλακών και για το δάκρυ των μελλοθανάτων.
Μα πιο πολύ μιλώ για τους ψαράδες
Π’ αφήσανε τα δίχτυα τους και πήρανε τα βήματά Του
Κι όταν Αυτός κουράστηκε αυτοί δεν ξαποστάσαν
Κι όταν Αυτός τους πρόδωσε αυτοί δεν αρνηθήκαν
Κι όταν Αυτός δοξάστηκε αυτοί στρέψαν τα μάτια
Κι οι σύντροφοί τούς φτύνανε και τους σταυρώναν
Κι αυτοί, γαλήνιοι, το δρόμο παίρνουνε π’ άκρη δεν έχει
Χωρίς το βλέμμα τους να σκοτεινιάσει ή να λυγίσει
Όρθιοι και μόνοι μες στη φοβερή ερημία του πλήθους.
Μανόλης Αναγνωστάκης: Πολιτικός και ερωτικός
Τίποτα το εξεζητημένο δεν θα συναντήσουμε στην ποίηση του Μανόλη Αναγνωστάκη. Η λιτότητα, η απλότητα, η συμπυκνωμένη έκφραση χαρακτηρίζουν το σύνολο του ποιητικού του έργου. Αν και βαθιά καλλιεργημένος ο ίδιος, με γνώση των ευρωπαϊκών λογοτεχνικών ρευμάτων της εποχής του, πουθενά στα ποιήματά του δεν θα συναντήσουμε κάποια απόπειρα εντυπωσιασμού.
Για τον εαυτό του δεχόταν τον χαρακτηρισμό τόσο του πολιτικού όσο και του ερωτικού ποιητή και όχι αποκλειστικά του «πολιτικού». «Συνδυάζονται αυτά τα δύο», είχε πει. «Είναι η εποχή που τα συνδύαζε αυτά τα δύο. Δηλαδή δεν μπορούσε να είναι κανείς ερωτικός ποιητής, ξεχνώντας το πολιτικό πλαίσιο εκείνης της εποχής που ήταν φουντωμένα τα πολιτικά πάθη.»
Ο Αναγνωστάκης έχει χαρακτηριστεί «ποιητής της νεότητας» (από τον Πάνο Μουλλά), «βαθιά και επίμονα μοραλιστής» (από τον Δ.Ν. Μαρωνίτη) ενώ πολλοί μελετητές του έργου του έχουν τονίσει την έντονη πολιτική συνείδηση του ποιητή. Θα προσθέταμε ότι ο Αναγνωστάκης είναι ταυτόχρονα και ποιητής της πόλης και όχι της υπαίθρου, της εργατικής και εξεγερμένης πόλης, ενώ με πικρία και ειρωνεία σκιαγραφεί τον εγωισμό και την απάθεια των μικροαστικών στρωμάτων.
Πολλά ποιήματα του Αναγνωστάκη μελοποιήθηκαν με επιτυχία από τον Μίκη Θεοδωράκη, τον Θάνο Μικρούτσικο, τον Γιάννη Μαρκόπουλο αλλά και από άλλους σημαντικούς Έλληνες συνθέτες. Οι στίχοι του τραγουδιούνται ακόμα – και αυτό είναι σημάδι αφενός της υψηλής αισθητικής αξίας τους και αφετέρου της διαχρονικότητάς τους.
















