Μάκης Γεωργιάδης
Με αφορμή την Παγκόσμια Μέρα Ποίησης, επιστρέφουμε σε στίχους που στέκονται σαν οδοφράγματα απέναντι στη βαρβαρότητα. Η ποίηση αποκαλύπτει την υποκρισία της εξουσίας και αποτελεί το τελευταίο καταφύγιο ανθρωπιάς σε έναν άδικο κόσμο.
Μοιάζει ίσως παράξενο, αλλά ο πόλεμος είναι από τις πράξεις εκείνες του ανθρώπινου γένους οι οποίες έχουν υμνηθεί από την ποίηση όσο λίγες. Η συνειδητοποίηση των καταστροφικών αποτελεσμάτων των μαζικής κλίμακας πολέμων στα χαρακώματα του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου, έστρεψε σε εντελώς αντίθετη φορά και τους ανεμοδείκτες της ποιητικής πράξης. Oι εναγώνιες κραυγές για ζωή, ειρήνη, αξιοπρέπεια και έναν καλύτερο κόσμο ήρθαν στο προσκήνιο με απαίτηση να υπερκαλύψουν την κλαγγή των όπλων. Παρά το γεγονός αυτό, η σημερινή τραγωδία της ανθρωπότητας που σπαράσσεται στα πεδία των μαχών σε διάφορες γωνιές του πλανήτη υπογραμμίζει με το πλέον εύσχημο τρόπο πως για να νικηθεί η βαρβαρότητα χρειάζεται ακόμη δουλειά πολλή.
Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης η 21η Μαρτίου και ο πόλεμος συγκλονίζει την καρδιά της Ευρώπης. Διεκδικεί όλο και μεγαλύτερο μερίδιο από τις ζωές των ανθρώπων. Ο Ουκρανός ποιητής της διασποράς Ίλια Καμίνσκι περιγράφει την κατάσταση από κάποια ασφαλή χιλιομετρική απόσταση:
Και Ζήσαμε Εμείς Καλά Όσο Κρατούσε ο Πόλεμος
Κι όταν βομβάρδιζαν τα σπίτια άλλων ανθρώπων,
διαμαρτυρηθήκαμε
μα όχι αρκετά, αντιταχθήκαμε μα όχι αρκετά.Βρισκόμουν στο κρεβάτι μου, γύρω από το κρεβάτι μου η Αμερική
γκρεμίζονταν: το ένα αόρατο σπίτι μετά το άλλο μετά το άλλο.
Έβγαλα μια καρέκλα έξω και κοίταξα τον ήλιο.
Στον έκτο μήνα της καταστροφικής κυριαρχίας στο σπίτι των χρημάτων στο δρόμο των χρημάτων στην πόλη των χρημάτων στη χώρα των χρημάτων, η σπουδαία μας χώρα των χρημάτων, ζήσαμε (σχωρέστε μας) εμείς καλά όσο κρατούσε ο πόλεμος».
Πικρό και ίσως αποκαλυπτικό το ποίημα του Καμίνσκι. Στα ίδια θέατρα των μαχών, ωστόσο, ο μεγάλος Σοβιετικός ποιητής Γεβγκένι Γεφτουσένκο είχε μιλήσει πριν από 65 χρόνια για τη σφαγή της χαράδρας Μπαμπιγιάρ. Εκεί όπου οι ναζί και οι Ουκρανοί συνεργάτες τους εκτέλεσαν πάνω από 33.000 Εβραίους, Τσιγγάνους και Σοβιετικούς αιχμαλώτους.
Μπαμπιγιάρ, Γιεβγένι Γεφτουσένκο, 1961
«…Μας απαγορεύουν να έχουμε φύλλα
μας απαγορεύουν να έχουμε ουρανό.
Όμως πολλά μπορείς να κάνεις –
το τρυφερό αγκάλιασμα του ενός με τον άλλον στο σκοτεινό δωμάτιο.
Έρχονται εδώ;
Μη φοβάσαι –είναι βουητά της άνοιξης–
έρχονται εδώ.
Έλα κοντά μου.
Δώσ’ μου γρήγορα τα χείλη σου.
Σπάζουν την πόρτα;
Όχι – γλιστράει ο πάγος…
Πάνω από το Μπάμπι Γιαρ θροΐζουν άγρια χόρτα.
Τα δέντρα κοιτάζουν απειλητικά σαν να δικάζουν.
Εδώ όλα ουρλιάζουν σιωπηλά,
και, βγάζοντας το καπέλο, νιώθω,
πως άρχισα να γκριζάρω.
Και εγώ,
σαν άηχη συνεχόμενη κραυγή,
πάνω από χιλιάδες χιλιάδων ενταφιασμένων.
ΕΙΜΑΙ –ο κάθε πυροβολημένος γέροντας εδώ.
ΕΙΜΑΙ –το κάθε πυροβολημένο παιδί… εδώ.
Τίποτα μέσα μου
δεν μπορεί να ξεχάσει»!
Ο Γεφτουσένκο στηλιτεύει έναν υποβόσκοντα αντισημιτισμό στις τάξεις πολλών Ρώσων, αλλά και την έλλειψη ενός μνημείου για εκείνους τους πεσόντες. Το τραγικό της ιστορίας είναι ότι το μνημείο θα ανεγερθεί εκείνη την περίοδο για να πέσει θύμα των νέων πολεμικών τυχοδιωκτισμών μεταξύ Κιέβου και Μόσχας. Ωστόσο, πραγματικά το Ολοκαύτωμα και η ανθρωποσφαγή του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου έχουν γίνει καταλύτης για την αντιπολεμική ποίηση στον σύγχρονο κόσμο. Ο ρουμανικής υπηκοότητας εβραίος ποιητής Πάουλ Τσελάν, αν και ποτέ δεν αναφέρεται ανοιχτά στο Ολοκαύτωμα, έχει γράψει συγκλονιστικά αντιπολεμικά ποιήματα όπως τη Φούγκα Θανάτου:
«Μαύρο γάλα της αυγής το πίνουμε το βράδυ
πίνουμε μεσημέρι και πρωί το πίνουμε τη νύχτα
πίνουμε και πίνουμε
ανοίγουμε ένα μνήμα στους αιθέρες εκεί δεν είναι κανείς στριμωχτά
Στο σπίτι κατοικεί ένας άντρας παίζει με τα φίδια γράφει
γράφει όταν πέφτει σκοτάδι στη Γερμανία
τα χρυσά σου μαλλιά Μαργαρίτα
το γράφει και βγαίνει απ’ το σπίτι κι αστράφτουν τ’ αστέρια
σφυρίζει τα σκυλιά του να ’ρθούν
σφυρίζει στους Εβραίους του να βγουν τους βάζει να σκάψουν ένα μνήμα στη γη
μας προστάζει παίξτε τώρα για χορό».
Εκεί που αφήνει το νήμα ο Τσέλαν και οι ομότεχνοί του έρχονται να το πιάσουν οι σύγχρονοι Παλαιστίνιοι, τα θύματα μιας νέας γενοκτονίας. Γράφει ο Μαχμούντ Αρουίς στο συγκλονιστικό ποίημα Κατάσταση Πολιορκίας από τη μαρτυρική Τζενίν στις 25 Μαΐου 2002:
«Σ’ ένα σοκάκι φωτισμένο από εξόριστο φανάρι… να,
ένα στρατόπεδο προσφύγων
Στους τέσσερις ανέμους. Ο Νότος του χιμάει του ανέμου.
Η Ανατολή του μια θρησκεία στραμμένη δυτικά.
Η Δύση του μια αιματηρή εκεχειρία, που εκδίδει το κόστος της ειρήνης.
Όσο για τον Βορρά του, τον μακρινό Βορρά, δεν είναι τόπος,
δεν είναι σύνορο στον χάρτη.
Μια σύναξη είναι ουράνιας ιερότητας.
Είπε στο σύννεφο η γυναίκα:
“Σκέπασε τον καλό μου, γιατί τα ρούχα μου στο αίμα του είναι μουσκεμένα».
Αν δεν είσαι, καλέ μου, βροχή, γίνε δέντρο καρπερό, χλοερό. Γίνε δέντρο.
Κι αν δεν γίνεις, καλέ μου, ένα δέντρο,
πέτρα να γίνεις
μουσκεμένη δροσιά. Μια πέτρα να γίνεις.
Κι αν δεν γίνεις μια πέτρα, καλέ μου,
το φεγγάρι το ίδιο να γίνεις,
μες στο ύπνο εκείνης
που σε αγάπησε. Γίνε φεγγάρι”, είπε κάποια γυναίκα
στην κηδεία του γιου της».
Εξίσου συγκλονιστικό είναι και το ποίημα της Ετέλ Ατνάν, με τίτλο Τζενίν που στις 11 σελίδες του περιγράφει το μεγαλείο της αντίστασης και τη φρίκη του πολέμου. Μια φρίκη εσαεί παρούσα που χρειάζεται απάντηση, και όχι μόνο ποιητική…
«…έπεσαν ωστόσο αστραπές και βροντές σε σπίτια κατάμεστα από παιδιά, κι η δυστυχία ντύθηκε γυναίκα, και κανείς δεν στάθηκε, γιατί ό,τι ζωντανό ήταν νεκρό..»
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν στο φύλλο 21-22 Μαρτίου 2026
















