Μαριάννα Τζιαντζή
Τα Σιωπηλά τραγούδια του Φώτου Πασχαλινού έρχονται στο φως 80 χρόνια αφότου γράφτηκαν (εκδ. Μετρονόμος). Ο ποιητής, αγωνιστής της Εθνικής Αντίστασης εκτελέστηκε από τους Γερμανούς το 1943.
Υπάρχουν βιβλία που η ιστορία τους είναι εξίσου συναρπαστική με το περιεχόμενό τους ή που η ιστορία τους υπερβαίνει τα αυστηρώς καλλιτεχνικά όρια του περιεχομένου τους (αν υποθέσουμε ότι στην τέχνη υπάρχουν τέτοια όρια – που δεν υπάρχουν). Αυτή, π.χ., είναι η ιστορία της διάσωσης του πολύτιμου μυθιστορήματος του Βασίλι Γκρόσμαν Ζωή και πεπρωμένο. Αυτή είναι και η ιστορία των ποιημάτων που έγραψε με το αίμα του ο Αλέκος Παναγούλης στον τοίχο του κελιού του.
Μυθιστορηματική μοιάζει η ιστορία της ανακάλυψης των Σιωπηλών τραγουδιών του Φώτου Πασχαλίδη (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Θεοδωράκη Ζώρα), πάνω από 80 χρόνια αφότου γράφτηκαν. Ο ποιητής, στέλεχος του ΕΑΜ και του ΚΚΕ, συνελήφθη το 1943 στην Αμαλιάδα, την πόλη του, και σύντομα εκτελέστηκε από τους Γερμανούς στην Πάτρα, στα 30 του χρόνια. Τα ποιήματά του έμειναν για δεκαετίες κυριολεκτικά «σιωπηλά», κρυμμένα μέσα σε ένα κουτί στο σπίτι της αρραβωνιαστικιάς του, της Νικούλας Συριοπούλου στην οποία τα είχε εμπιστευθεί. Η σιωπή τους κράτησε μέχρι το 2018, περίπου δέκα χρόνια μετά το θάνατο της αρραβωνιαστικιάς, όταν τα ανακάλυψε η ανιψιά της Νικούλας, η Γεωργία Συριοπούλου, που φρόντισε για την έκδοσή τους. Τα ποιήματα αυτά βρέθηκαν δεμένα σαν κανονικό βιβλίο, με εξώφυλλο, σελιδοποιημένο, «χειρόγραφο και χειροποίητο», με ανοιχτή χρονολογία έκδοσης: 194…
Τα ποιήματά έμειναν για δεκαετίες κυριολεκτικά «σιωπηλά», κρυμμένα μέσα σε ένα κουτί στο σπίτι της αρραβωνιαστικιάς του
Η πρώτη εμφάνιση του Φώτου Πασχαλίδη στα γράμματα ήταν το 1937 με τη συλλογή Επαρχιακά με 24 ποιήματα. Σε αυτά έρχονται τώρα να προστεθούν τα 36 ποιήματα των Σιωπηλών τραγουδιών, που γράφτηκαν μεταξύ 1936 και 1942 και είναι κατανεμημένα σε έξι ενότητες.
Κάποια ποιήματα της συλλογής προορίζονταν να εκδοθούν πριν από τον πόλεμο, αλλά σκόνταψαν στη λογοκρισία. Ανάμεσά τους η ενότητα «Βήματα πάνω στη γη» με ποιήματα για «της γης τους κολασμένους»: για τις νεαρές εργάτριες, για την υπηρετριούλα, για τον έφηβο οικοδόμο, για το δεκάχρονο αγόρι που δουλεύει σε σιδηρουργείο. Πικρά και πανέμορφα! Στη «Φάμπρικα» μιλά για τις 30 κοπέλες, «αδύνατες και τρυφερές», που δουλεύουν σε ένα εργοστάσιο, για το αφεντικό που τις γλυκοκοιτάζει και τον επόπτη που σκούζει και βρίζει: «Οι απέξω στόλισμα τη λεν τη φάμπρικα του τόπου / και τα παιδιά θαυμάζουνε την πρόοδο του ανθρώπου!»
Ποιήματα με ολοκάθαρο κοινωνικό, ταξικό πρόσημο. Τα ποιήματα της πολεμικής περιόδου γράφτηκαν προτού ο εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας πάρει τη μαζική, ηρωική του διάσταση. Όλα έχουν αλλάξει: «Σύγκαιρα μες στα στήθη μας έσβησε κάθε τι / απ’ τις παλιές αγάπες μας και νέοι προβάλαν πόθοι». Σπαρακτικό είναι το ποίημα «Προσδοκίες» με την επωδό «Οι Σύμμαχοι έρχονται οι Σύμμαχοι», όπως και το τελευταίο ποίημα, το «Επίλογος», που απευθύνεται στον «άγνωστο φίλο» και κλείνει με τους στίχους «Ευλογημένη η μέρα που τη γη / λεύτερα θα πατάς Παιδί μου».
Δεν πρόλαβε ο Θεοδωράκης Ζώρας να πατήσει λεύτερα τη γη. Δεν πρόλαβε τους Συμμάχους. Όμως τα ποιήματά του αναστήθηκαν και μας μιλούν. Σαν «να γυρίζουν από τη νύχτα» και να τινάζουν ξαφνικά τη σκόνη του χρόνου και της λήθης.

Η πρώτη παρουσίαση του βιβλίου θα γίνει την Τρίτη 2/6 στο Συνεδριακό Κέντρο του Δήμου Αμαλιάδας. Θα μιλήσουν οι Ανδρέας Φουσκαρίνης, Αθανάσιος Φωτόπουλος και Περικλής Καπετανόπουλος.
O Φουκαράς ο Λιάς
Ο φουκαράς ο Λιάς ἀπὸ μικρὸς
ἐβάλθηκε νὰ μάθει νὰ δουλεύει.
Σὲ γύφτικο εἶναι τώρα καὶ σκυφτὸς
μὲ τ’ ἀναμμένα σίδερα παλεύει.
Τόσο παιδὶ δὲν κάνει γιὰ δουλειὰ
καὶ μόλις τὴ βαργιὰν ἀνασηκώνει
τρέζουν τὰ κόκκαλά του· καὶ χτυπᾶ
συχνὰ τὰ δάχτυλά του ἀπὰ στ’ ἀμόνι.
Ὁ φουκαρὰς ὁ Λιὰς –δέκα χρονῶ–
τὶς ὀμορφιές του χάνει μὲς στὴ σκόνη…
Ζηλεύει τὰ παιδιὰ ποὺ πᾶν σχολειὸ
καὶ τὸ παράπονό του τὸν πληγώνει…
Ἀμάθητο παιδὶ κι ἀχ, πάει ἀργὰ
τὴ νύχτα μόνο πρὸς τὸ σπιτικό του
κι ἀπὸ τὸ φόβο ποὺ ἔχει στὴν καρδιὰ
θαρρεῖ κανεὶς θὰ χάσει τὸ μυαλό του!
…Δὲν ξαίρει, δὲ θυμάται πιὰ
ὅ,τι ἔμαθε στὰ λίγα του βιβλία
καὶ σὰν ἀκούσει κάτι ἀπ’ τὰ παιδιά
στέκει καὶ τὰ κοιτάζει μ’ ἀπορία!












