Γιώργος Κρεασίδης
▸ «Μόνο εγώ μπορώ να διώξω τον Μητσοτάκη» λέει αυτός που τον έφερε
«Μόνο στο 1% των επιχειρήσεων να αυξήσεις τη φορολογία, αρκεί για να μπορέσεις να στηρίξεις την κοινωνία», είπε σε μια από τις πιο εντυπωσιακές ατάκες του ο Αλέξης Τσίπρας στην εκδήλωση που οργάνωσε το υπό συγκρότηση κόμμα του την περασμένη Δευτέρα στο Χαλάνδρι, δίνοντας έτσι ένα στίγμα της εναλλακτικής πρότασης που επεξεργάζεται.
Αρκετοί θυμήθηκαν ότι μια αντίστοιχη πρόταση είχε καταθέσει ο Φρανσουά Ολάντ ενόψει των προεδρικών εκλογών στη Γαλλία το 2012, όταν αναζητώντας φιλολαϊκό πρόγραμμα απέναντι στον δεξιό πρόεδρο Σαρκοζύ, ανακοίνωσε ότι θα φορολογήσει με 75% τα εισοδήματα άνω του ενός εκατομμυρίου ευρώ. Μετά την εκλογή του όμως επικαλέστηκε τα συνταγματικά και νομικά εμπόδια για κάτι τέτοιο και περιορίστηκε στη φορολόγηση των μπόνους και των εταιρικών αμοιβών για ένα χρόνο, για να καταργηθεί και αυτό το μέτρο το 2014, επειδή δήθεν αποθάρρυνε τις επενδύσεις.
Σύντομα οι αλλεπάλληλες διαψεύσεις των προεκλογικών υποσχέσεων για κοινωνικό αντίπαλο δέος στη δεξιά οδήγησαν στην πλήρη απαξίωση του Ολάντ που παραχώρησε τη θέση του στον αυταρχικό νεοφιλελευθερισμό του Μακρόν.
Τότε ο Τσίπρας ειρωνευόταν την τακτική των απατηλών υποσχέσεων δηλώνοντας πως «ο Φρανσουά Ολάντ γνωρίζει ότι δεν πρέπει να αθετήσει τις υποσχέσεις του διαφορετικά θα γίνει ένας «Ολαντρέου» και θα κινδυνεύει να έχει την εξέλιξη που είχαμε και στην Ελλάδα».
Αυτή η ειρωνεία της τύχης που φέρνει τον Τσίπρα να υιοθετεί προεκλογικές υποσχέσεις του …Ολαντρέου, φέρνει στο προσκήνιο δυο κρίσιμες πλευρές του εγχειρήματος της επαναφοράς (“rebranding”) ως αντίπαλου δέους στον Μητσοτάκη.
Η πρώτη αφορά το γεγονός ότι το στίγμα του προγραμματικού του λόγου που ξεκίνησε προ μηνών με το κενό σύνθημα περί «δημοκρατικού καπιταλισμού», έφτασε στην υπόσχεση τύπου Ολάντ για φορολόγηση του πλουσιότερου 1%, προκειμένου να επικοινωνήσει με τη λαϊκή οργή για τους καθηλωμένους μισθούς και την φτώχεια. Τρέχει με δυο λόγια πίσω από τις διαθέσεις της κοινωνίας και τις καθηλώνει σε μια γραμμή «τόσο, όσο», χωρίς να τοποθετείται για τις πολιτικές προϋποθέσεις εφαρμογής της μιας ή της άλλης υπόσχεσης.
Η δεύτερη πλευρά αφορά ακριβώς αυτό. Το νέο εγχείρημα Τσίπρα ούτε κατά διάνοια δεν βάζει θέμα κατάργησης και ανατροπής της δημοσιονομικής φυλακής της ΕΕ, της ευρωνατοϊκής δέσμευσης στην ιμπεριαλιστική μηχανή του πολέμου και του ορισμού σαν ύψιστης προτεραιότητας της επιχειρηματικότητας. Εκεί βρίσκεται η ρίζα της δυσκολίας να παρουσιάσει ένα πρόγραμμα ουσιαστικής σύγκρουσης με την πολιτική της ΝΔ. Τα συνταγματικά εμπόδια που επικαλέστηκε ο Ολάντ για να βάλει τις προεκλογικές δεσμεύσεις στο συρτάρι έχουν αναλογίες με το πολιτικό πλαίσιο της ΕΕ, του ΝΑΤΟ και των μνημονίων που έχει την σφραγίδα των επιλογών της ελληνικής άρχουσας τάξης.
Και αυτό το πολιτικό πλαίσιο είναι σε μεγάλο βαθμό έργο του ίδιου του Τσίπρα και των κυβερνήσεων ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ το 2015-19. Οι διαψεύσεις και η ανατροπή της λαϊκής βούλησης στο δημοψήφισμα του 2015 που έφερε το τρίτο μνημόνιο που υπέγραψαν, μαζί με τις κοινωνικές συνέπειες της εφαρμογής του πάνω στα ερείπια των δυο πρώτων μνημονίων ΠΑΣΟΚ-ΝΔ-ακροδεξιάς, ήταν που νομιμοποίησαν εκ νέου την ΝΔ σαν επιλογή και έφεραν τον Μητσοτάκη το 2019. Γιατί όταν ο Α. Τσίπρας ζητά να τον αποδεχτεί η κοινωνία ως τον μόνο που μπορεί να νικήσει τον Μητσοτάκη, θέλει παράλληλα να ξεχάσουν όλοι ότι έχει ηττηθεί ήδη από αυτόν τρεις φορές…













