Γιώργος Παυλόπουλος
Τι έδειξε η συνάντηση Τραμπ και Σι στο Πεκίνο
Σαφώς πιο σκληρή και επιθετική η στάση του προέδρου της Κίνας σε σύγκριση με το παρελθόν, αποδεικνύει ότι νιώθει πιο ισχυρός και έτοιμος σε μια στιγμή που η εικόνα της παντοδυναμίας των ΗΠΑ ξεθωριάζει καθημερινά.
Αυτή ήταν η έβδομη δια ζώσης συνάντηση του Ντόναλντ Τραμπ και του Σι Τζινπίνγκ και η δεύτερη επίσκεψη του πρώτου στο Πεκίνο, μετά από εκείνη που είχε πραγματοποιήσει τον Νοέμβριο του 2017. Αναμφίβολα δε, το γεγονός ότι ο Αμερικανός πρόεδρος επιλέγει τους πρώτους μήνες κάθε θητείας του για να βρεθεί στην «έδρα» του Κινέζου ομολόγου του συνιστά μια ακόμη απόδειξη της σημασίας που αποδίδει στις σχέσεις του με τον πιο μεγάλο και ισχυρό ανταγωνιστή των Ηνωμένων Πολιτειών. Έχει, άλλωστε, συνείδηση ότι είναι αυτές οι οποίες θα κρίνουν, τελικά, την «αρχιτεκτονική» της νέας τάξης πραγμάτων στο παγκόσμιο καπιταλιστικό οικοδόμημα.
Σε αυτό το φόντο, είναι απίθανο ο Τραμπ και οι σύμβουλοί του να μην συνειδητοποίησαν ότι η συγκεκριμένη συνάντηση έγινε με τον Σι να βρίσκεται σε πλεονεκτική θέση. Σε τέτοιο βαθμό, ώστε δεν φρόντισε απλώς να τηρήσει τη «συμβουλή» που του είχε δώσει πρόσφατα ο Economist, να μην ενοχλεί τον αντίπαλό του όταν αυτός υποπίπτει σε αλλεπάλληλα σφάλματα, αλλά προχώρησε ένα βήμα παραπέρα: Τον απείλησε ευθέως ότι στην περίπτωση που δεν αποδεχθεί πλήρως και άνευ όρων τις κινεζικές θέσεις και απαιτήσεις στο ζήτημα της Ταϊβάν (την οποία οι ΗΠΑ έχουν αναγνωρίσει επισήμως ως τμήμα της επικράτειας της Κίνας, ταυτόχρονα όμως την εξοπλίζουν συστηματικά για να μην υποταχθεί), τότε οι δύο χώρες θα οδηγηθούν σε κατά μέτωπο σύγκρουση, ενδεχομένως και σε πόλεμο.
Πρέπει να σημειωθεί, μάλιστα, ότι ο Σι έφερε για πρώτη φορά τόσο καθαρά στην επιφάνεια το σενάριο του πολέμου. Γι’ αυτό και δεν υπήρξε τυχαία η αναφορά του στην αποκαλούμενη «παγίδα του Θουκυδίδη», η οποία παραπέμπει στην αντιπαράθεση της Σπάρτης με την Αθήνα στην αρχαία Ελλάδα και έχει επιβεβαιωθεί από την ιστορία, που έχει αποδείξει πως η άνοδος μιας νέας υπερδύναμης που αμφισβητεί την υπάρχουσα οδηγεί συνήθως στο ξεκαθάρισμα των λογαριασμών τους με τα όπλα.
«Ολόκληρος ο κόσμος παρακολουθεί τη συνάντησή μας (…) Θα μπορέσουν η Κίνα και οι Ηνωμένες Πολιτείες να αποφύγουν την παγίδα του Θουκυδίδη και δημιουργήσουν ένα νέα υπόδειγμα σχέσεων ανάμεσα σε μεγάλες δυνάμεις; Μπορούμε να αντιμετωπίσουμε μαζί τις παγκόσμιες προκλήσεις και να προσφέρουμε μεγαλύτερη σταθερότητα στον κόσμο;», είπε χαρακτηριστικά ο πρόεδρος της Κίνας. Παρά δε την αρχική εντύπωση που ενδεχομένως δίνουν, πρόκειται για λόγια τα οποία μοιάζουν περισσότερο με τελεσίγραφο παρά με κίνηση καλής θέλησης.
Ο Σι απαίτησε, ουσιαστικά, από τον Τραμπ και τις ΗΠΑ να αποδεχθούν την Κίνα ως ισότιμο εταίρο σε όλα τα μεγάλα διεθνή θέματα, κάτι που σημαίνει και μια πιο δίκαιη – γι’ αυτούς – μοιρασιά των σφαιρών οικονομικής και γεωπολιτικής επιρροής στον πλανήτη. Κάτι που σημαίνει, πρακτικά, ότι τους κάλεσε να εκχωρήσουν αρκετά από τα προνόμια που διαθέτουν σήμερα, να αποποιηθούν τον ρόλο του παγκόσμιου ηγεμόνα και να μοιραστούν τον «θρόνο» τους. Επειδή δε η ιστορία διδάσκει ότι αυτό είναι σχεδόν απίθανο να γίνει ειρηνικά, με δηλώσεις, διάλογο και ευχολόγια, ο ίδιος ήγειρε την απειλή του πολέμου, εκτιμώντας πως κάθε μέρα που περνά η Κίνα βελτιώνει τη θέση της – η οποία, σε κάθε περίπτωση, είναι σήμερα πολύ καλύτερη σε σύγκριση με την αντίστοιχη του 2017, όταν η στάση του Σι ήταν σαφώς πιο μετριοπαθής.
Από τότε μέχρι σήμερα, εξάλλου, έχουν μεσολαβήσει πολλά που έχουν τονώσει την αυτοπεποίθηση του Πεκίνου και έχουν υπονομεύσει την εικόνα της παντοδυναμίας της Ουάσιγκτον. Η ανθεκτικότητα της Κίνας στην επίθεση που δέχθηκε με τους δασμούς (το εμπορικό της πλεόνασμα εκτινάχθηκε το 2025) και η ικανότητά της να ανταποδίδει χτυπώντας «στο ψαχνό», σε συνδυασμό με την εμφανή αδυναμία των Αμερικανών να κερδίσουν τον πόλεμο με το Ιράν (ενώ έχουν δεχθεί και καίρια πλήγματα με τη βοήθεια των κινεζικών δορυφόρων) και να επιβάλουν τους όρους τους στην Ουκρανία, αποδεικνύουν του λόγου το αληθές και έχουν δημιουργήσει νέα δεδομένα.
Ο χρόνος μετράει έτσι κι αλλιώς αντίστροφα και η επίσκεψη του Τραμπ στον Σι (την οποία θα ανταποδώσει μεταβαίνοντας στις ΗΠΑ τον Σεπτέμβριο) μοιάζει να επιταχύνει τις εξελίξεις.












