Γιώργος Παυλόπουλος
Ο πρόεδρος της Ρωσίας έφτασε στο Πεκίνο προτού περάσουν τέσσερις μέρες από την αποχώρηση του Τραμπ, αποδεικνύοντας ότι η Κίνα έχει γίνει σήμερα σημείο αναφοράς της διεθνούς διπλωματίας και του παγκόσμιου καπιταλιστικού οικοδομήματος, έχοντας αποκτήσει τη δυνατότητα να παρουσιάζεται ως δύναμη σταθερότητας, ειρήνης και ελεύθερου εμπορίου.
Το κλίμα στη συνάντηση του Σι Τζινπίνγκ με τον Βλαντίμιρ Πούτιν, κατά την επίσκεψη που πραγματοποίησε ο δεύτερος στο Πεκίνο, ήταν εμφανώς διαφορετικό σε σύγκριση με εκείνο που επικράτησε στη διάρκεια της παρουσίας του Ντόναλντ Τραμπ στην κινεζική πρωτεύουσα. Ήταν αναμενόμενο, άλλωστε, καθώς οι σχέσεις και οι συσχετισμοί στις δύο περιπτώσεις έχουν μεγάλη διαφορά. Σι και Τραμπ μοιάζουν με δύο λιοντάρια έτοιμα να κατασπαράξει το ένα το άλλο, ενώ ο μοναδικός λόγος που δεν το έχουν κάνει είναι ότι προσπαθούν ακόμη να βρουν την κατάλληλη ευκαιρία και φοβούνται το ένα το άλλο. Αντιθέτως, η Κίνα με τη Ρωσία όχι απλώς ανήκουν σήμερα στο ίδιο στρατόπεδο, αλλά οι ηγέτες τους γνωρίζουν πολύ καλά – έστω και αν, για ευνόητους λόγους, δεν αναφέρονται σε αυτό δημοσίως – ποιος είναι το αφεντικό και έχει το πάνω χέρι.
Οι ισορροπίες μεταξύ Μόσχας και Πεκίνου δεν προέκυψαν, προφανώς, ξαφνικά. Η αστική τάξη της Ρωσίας, φυσική συνέχεια των κυρίαρχων στρωμάτων στο πλαίσιο του ιδιότυπου εκμεταλλευτικού συστήματος του «υπαρκτού σοσιαλισμού», συνειδητοποίησε πολύ γρήγορα μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ ότι η μοναδική της ελπίδα να επιβιώσει και να έχει μέλλον ήταν με μια στροφή προς την Κίνα. Γι’ αυτό και αντιστάθηκε στις πιέσεις των νέων ολιγαρχών, οι οποίοι είχαν εμφανιστεί από το «πουθενά» για να ληστέψουν την περιουσία του σοβιετικού λαού και τον αμύθητο φυσικό πλούτο της χώρας, επιδιώκοντας να τα ποντάρουν στη ρουλέτα του αμερικάνικου και συνολικά του δυτικού καπιταλισμού. Εκείνη την περίοδο, εξάλλου, όσοι είχαν στοιχειωδώς καθαρό μυαλό μπορούσαν να δουν ότι οι πανίσχυρες Ηνωμένες Πολιτείες θα «κατάπιναν» τη Ρωσία, ενώ η Κίνα μπορεί να ήταν φιλόδοξη, αλλά σε καμία περίπτωση δεν έμοιαζε με τον σημερινό γίγαντα.
Σε αυτό το φόντο, λοιπόν, η Μόσχα φρόντισε να θέσει άμεσα τα θεμέλια πάνω στα οποία θα αναπτυσσόταν η συμμαχία με το Πεκίνο. Το πρώτο βήμα, με στόχο την οικοδόμηση μιας στρατηγικής εταιρικής σχέσης, έγινε το 1996 επί προεδρίας Μπόρις Γέλτσιν, σε μια από τις σπάνιες… εκλάμψεις του που τον έκαναν να δει πιο καθαρά την κατάσταση και το μέλλον. Το δεύτερο βήμα, με την υπογραφή ενός πολύ πιο ουσιαστικού Συμφώνου, το έκανε ο Πούτιν το 2001 – μόλις ένα χρόνο αφού είχε πάρει τη σκυτάλη από τον Γέλτσιν, αναλαμβάνοντας το δύσκολο καθήκον της ανόρθωσης του ρωσικού καπιταλισμού. Η αλήθεια δε είναι ότι στη συνέχεια παρέμεινε προσηλωμένος σε αυτή τη συμμαχία, η οποία μάλιστα απέκτησε χαρακτηριστικά «άξονα» μετά την ανάδειξη του Σι στην ηγεσία της Κίνας, το 2012.
Ξεκάθαρες είναι οι ισορροπίες στη σχέση ανάμεσα σε Κίνα και Ρωσία, τους δύο βασικούς πόλους του λεγόμενου «αντιδυτικού άξονα
Η «ψαλίδα» ανάμεσά τους άρχισε, όμως, να ανοίγει ακόμη πιο γρήγορα μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, τον Φεβρουάριο του 2022. Το Κρεμλίνο ουσιαστικά καθηλώθηκε στα μέτωπα ενός πολέμου ο οποίος δεν εξελίχθηκε όπως ίσως υπολόγιζε, όντας αναγκασμένο να στρέψει προς τα εκεί όχι μόνο την προσοχή του, αλλά και την οικονομία του, αφαιρώντας πολύτιμους πόρους από αλλού. Επίσης, στερήθηκε της πρόσβασης στις αγορές της Δύσης, λόγω των κυρώσεων, κάτι που μετέτρεψε την Κίνα στη σημαντικότερη «γραμμή ζωής» για τον ρωσικό καπιταλισμό – τη μοναδική, πρακτικά, που μπορούσε να αποτρέψει ένα κραχ. Η πορεία των διμερών εμπορικών και συνολικά οικονομικών σχέσεων κατά την τελευταία πενταετία αποδεικνύει του λόγου το αληθές.
Αυτό δεν σημαίνει, βεβαίως, ότι η Μόσχα δεν εξακολουθεί να διαθέτει ορισμένα καλά χαρτιά. Το πυρηνικό οπλοστάσιο, που είναι σχεδόν δεκαπλάσιο σε σύγκριση με το κινεζικό, καθώς και τα ενεργειακά αποθέματα, τα οποία έχει αδήριτη ανάγκη η καπιταλιστική μηχανή της Κίνας, είναι δύο από αυτά. Η εμπειρία που αποκτά, επίσης, ο ρωσικός στρατός στην Ουκρανία μπορεί να αποδειχθεί πολύτιμη και για τον ίδιο αλλά και για τους Κινέζους, που επιδιώκουν να μάθουν όσο το δυνατό περισσότερα για τον τρόπο που διεξάγονται σήμερα οι πόλεμοι, καθώς και για τις δυνατότητες, τις αντοχές και το οπλοστάσιο των ΗΠΑ και της Δύσης.
Τίποτε από αυτά, ωστόσο, δεν είναι ικανό να γείρει την πλάστιγγα υπέρ της Ρωσίας, στη σχέση της με την Κίνα. Κι αυτό ο Πούτιν το γνωρίζει καλά.
















