Γιάννης Ελαφρός
Νέα κόμματα δημιουργούνται, κυρίως «από τα πάνω», με στόχο να υπάρχουν περισσότερα πολιτικά-κομματικά πόδια της κυρίαρχης πολιτικής για να αυξηθεί η ευστάθεια του συστήματος. Έτσι ώστε να αντιμετωπιστεί η κρίση πολιτικής εκπροσώπησης, με τη δίδυμη φθορά κυβέρνησης – αντιπολίτευσης και να μη μείνουν κοινωνικές δυνάμεις αδέσποτες, και πιθανά επικίνδυνες. Το νέο σκηνικό διαμορφώνεται με αυξημένη παρέμβαση των αστικών κέντρων.
Θα ήταν αστείο αν δεν ήταν σοβαρό
Θα ήταν σίγουρα ένα γκροτέσκο σκηνικό, αν δεν ήταν τόσο μεγάλη η πίεση που νιώθει ο κόσμος της δουλειάς από την άθλια πολιτική της κυβέρνησης της ΝΔ. Ο Τσίπρας ίδρυσε κόμμα πέντε στελεχών διορισμένων από τον ίδιο, ενός ανδρός αρχή με αναφορές στη… συλλογικότητα, την άμεση δημοκρατία κλπ. Όσο ο «θεός»-δημιουργός Τσίπρας φτιάχνει το κόμμα, τα μέλη αρκούνται σε υπογραφές. Ταυτόχρονα, ο Τσίπρας δεν μιλάει με το κόμμα του οποίου ήταν πρόεδρος και πρωθυπουργός κι έφυγε από μόνος του, για να δώσει χώρο στην επόμενη γενιά!
Ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται ουσιαστικά υπό αναστολή λειτουργίας, με τα περισσότερα στελέχη του να περιμένουν να προσληφθούν από ένα κόμμα που δεν υπάρχει ακόμα… Η Νέα Αριστερά, που εμφανίστηκε μιλώντας για την ανάγκη να επιστρέψει η αριστερή πολιτική, βλέπει τα δύο τρία των βουλευτών της να αποχωρούν μαζί με πλήθος στελεχών. Τόσο βαριές κουβέντες αποδεικνύονται «φτερό στον άνεμο»…
Το καλύτερο έγινε στον πολιτικό σχηματισμό «Κόσμος», όπου αποχώρησε ο πρόεδρος Πέτρος κόκκαλης (εκλεγμένος ευρωβουλευτής με τον… ΣΥΡΙΖΑ) και ο Νίκος Ράπτης εκ των ιδρυτών του. Ιδρύεις ένα κόμμα και μετά αποχωρείς για να πας σε ένα άλλο…
Ο 75χρονος Αντώνης Σαμαράς αφήνει σαδιστικά τον χρόνο να κυλά, σιγοψήνοντας τον Μητσοτάκη, διαρρέοντας πως θα φτιάξει κόμμα κι έχει έτοιμους και τους συνδυασμούς, λες κι ο χρόνος περνά υπέρ του.
Η Μαρία Καρυστιανού έχει ιδρύσει ένα κόμμα χωρίς να γνωρίζουμε πολλά πράγματα εκτός από την ίδια, χωρίς συνδιάσκεψη ή συνέδριο. Καλώς ήρθατε στην εποχή των κομμάτων ΙΧ και συστημικής αξιοποίησης.
Το φαινόμενο της κομματο-γέννεσης
Βρισκόμαστε σε μια μακρά περίοδο κομματο-γέννεσης, η οποία συμπληρώθηκε τις προηγούμενες μέρες με την ίδρυση των κομμάτων της Μαρίας Καρυστιανού και του Αλέξη Τσίπρα. Ξεπερνούν ήδη τους 12-13 οι κομματικοί σχηματισμοί που κινούνται πάνω από το 1% δημοσκοπικά, με «ταβάνι» το 17% για όλα εκτός του κυβερνητικού (που κι αυτό είναι πολύ χαμηλά), με τα περισσότερα να έχουν μονοψήφιο ποσοστό.
Που οφείλεται αυτή η πανσπερμία κομμάτων; Ένα πρώτο σημαντικό στοιχείο είναι το ιδιαίτερο γεγονός πως τα τελευταία χρόνια υπάρχει στην Ελλάδα μια δίδυμη φθορά και της κυβέρνησης και της αντιπολίτευσης. Η κυβέρνηση της ΝΔ με πρωθυπουργό τον Κ. Μητσοτάκη, μία από τις χειρότερες κυβερνήσεις της μεταπολίτευσης, έχει μεγάλες απώλειες στην επιρροή της, ενώ την ίδια ώρα η κοινοβουλευτική αντιπολίτευση, σίγουρα η χειρότερη αντιπολίτευση δεκαετιών, δεν μπορεί να κερδίσει.
Υπάρχει δηλαδή μια κρίση πολιτικής εκπροσώπησης του αστικού κομματικού συστήματος, με στοιχεία ευρύτερης κρίσης της αστικής πολιτικής, στο έδαφος της σημερινής φάσης του σταδίου του ολοκληρωτικού καπιταλισμού που δεν έχει θετικό πρόταγμα για την κοινωνία, αλλά διαμορφώνει μια υπαρκτή δυστοπία με φτωχοποίηση, πόλεμο, περιβαλλοντική καταστροφή και πολύπλευρη αποξένωση.
Η δημιουργία των νέων κομμάτων γίνεται σε μεγάλο βαθμό «από τα πάνω», από επιλογές συστημικών κέντρων και πολιτικού προσωπικού, δεν είναι μια κοινωνική διαδικασία, αν και απηχούν κοινωνικές τάσεις και διαθέσεις. Η κομματο-γέννεση επιδιώκει να διευρύνει τις επιλογές πολιτικής εκπροσώπησης, να υπάρχουν περισσότερα κόμματα στα «ράφια» για να μπορεί να ακουμπήσει το εκλογικό σώμα, περισσότερα πολιτικά-κομματικά πόδια της κυρίαρχης πολιτικής για να αυξηθεί η ευστάθεια του συστήματος. Έτσι ώστε να μη μείνουν κοινωνικές δυνάμεις αδέσποτες, ακάλυπτες, κάτι που θα άφηνε ανοικτές δυνατότητες για να εκφράσουν μια αγωνιστική, συγκρουσιακή, ανατρεπτική δυναμική, ακόμα και να συναντηθούν με την εργατική πολιτική και την αντικαπιταλιστική κομμουνιστική Αριστερά.
Διαμορφώνεται έτσι ένα κομματικό σύστημα κατακερματισμένο, ένας πολιτικός χάρτης «κουρελού», που μπορεί να οδηγεί σε μεγαλύτερο έλεγχο και συναίνεση στο εγγύς μέλλον. Συνολικά βρίσκεται σε εξέλιξη μια συντηρητική – αντιδραστική αναδιάρθρωση του πολιτικού συστήματος για να υπερβεί τα κρισιακά φαινόμενα και να αντιστοιχηθεί καλύτερα στις νέες σκληρές ταξικές συγκρούσεις που έρχονται. Εκφράζει τις δυσκολίες της αστικής πολιτικής, αλλά και την πρωτοβουλία κινήσεων που έχει, καθώς το εργατικό κίνημα και η ανατρεπτική Αριστερά δεν έχουν καταφέρει να αντεπιτεθούν.
Η συντηρητική ανασυγκρότηση εκφράζεται και σε ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά των νέων κομμάτων και της διαδικασίας κομματο-γέννεσης.
Πρώτο, πρόκειται για κόμματα προσωποπαγή με πολιτικό – ιδεολογικό στίγμα «εντός πλαισίου» της κυρίαρχης πολιτικής. Σε μια εποχή που η ζωή των εργαζομένων δοκιμάζεται από την ακρίβεια, τους ανεπαρκείς μισθούς, τα ατέλειωτα ωράρια, την πολεμική προετοιμασία και την υποβάθμιση του περιβάλλοντος και της ζωής μας, στον πολιτικό λόγο του Τσίπρα, της Καρυστιανού κι άλλων κυριαρχούν γενικολογίες περί θεσμών, δικαιοσύνης, κάθαρσης κλπ. Παλιά και νέα συστημικά κόμματα δεν λένε τίποτα για τους τρεις πυλώνες της σύγχρονης «φυλακής» για τον λαό, της νέας «τρόικας»: Καπιταλιστικά κέρδη και αγορά, ευρω-κρατία και ΝΑΤΟ-κρατία.

Δεύτερο, εκφράζουν μια πολιτική κίνηση προς τα δεξιά. Η δημιουργία της ΕΛΑΣ από τον Αλέξη Τσίπρα δεν είναι μόνο ένα rebrading (αλλαγή επωνυμίας και ξαναπλασάρισμα), όσο κι αν στην κομματική αγορά αυτό είναι πλέον κάτι σημαντικό.
Ο Τσίπρας απαλλάσσεται πλήρως από τις όποιες ταλαντεύσεις, τις όποιες «ενοχές» είχε ο ΣΥΡΙΖΑ στην εφαρμογή της κυρίαρχης πολιτικής, καθώς είχε μέλη με θητεία στην Αριστερά, έστω και στη ρεφορμιστική, διαχειριστική κλπ. Θεωρεί πως ξεφορτώνεται και τις τεράστιες ευθύνες του ΣΥΡΙΖΑ στο χαντάκωμα του ελπιδοφόρου κινήματος του 2010-1015, αν και οι πιο καίριες βαραίνουν τον ίδιο. Τώρα, υπάρχει μια καθαρά αστική πολιτική δύναμη με Τσίπρα αλλά χωρίς τσίπα! Τώρα παίζει μπάλα μόνος του και βέβαια με τα αστικά επιτελεία. Δεν χρειάζεται να κρύβεται ή να βρίσκει κόλπα.
Άρα υπάρχει μια παραπέρα δεξιά – συντηρητική μετατόπιση στον χώρο αυτό, που τρέχει κάτω από τις φτερούγες του Τσίπρα, όσο κι αν ο ΣΥΡΙΖΑ είχε ήδη περάσει στην αστική πολιτική από το 2015, ειδικά μετά την πραξικοπηματική κατάργηση του «Όχι». Έχει ιδιαίτερη σημασία βεβαίως το εάν θα υπάρχει δυναμικό που θα κινηθεί αντίστροφα, που θα συνειδητοποιήσει μέσα από τη σκληρή εμπειρία του πως απαιτείται μια πραγματική Αριστερά, που δεν θα υποτάσσεται, αλλά θα παλεύει για την ανατροπή.
Εντούτοις, είναι αξιοσημείωτο πως ο Τσίπρας επέλεξε ως σημείο πολιτικής προσγείωσης ένα σημείο κάπως πιο αριστερά από τις πρώτες του εμφανίσεις, που θύμιζε περισσότερο Κέντρο και Δημοκρατικό Κόμμα Ιταλίας, περί «δημοκρατικού καπιταλισμού», «πατριωτισμού» κλπ, καθώς φάνηκε πως ο κόσμος στον οποίο μπορούσε να αναφερθεί περιμένει «κάτι αριστερό» – εξού και η ΕΛ.Α.Σ. (Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη, όπου βέβαια μόνο η πρώτη λέξη έχει σχέση με την πραγματικότητα).
Αντίστοιχα, η ίδρυση του κόμματος Ελπίδα για τη δημοκρατία αντλεί δυναμική από το ευρύ και πολύμορφο κίνημα για τα Τέμπη, στο οποίο η Μαρία Καρυστιανού έπαιζε έναν πρωταγωνιστικό ρόλο. Κυρίως όμως είναι και άρνησή του και δεξιά απάντησή του. Όχι μόνο για το συνολικό συντηρητικό (έως και ακροδεξιό) περιεχόμενο των πρώτων παρεμβάσεων, αλλά γιατί επιδιώκει να μεταστρέψει τη λογική της μαζικής ενωτικής κινητοποίησης στον δρόμο (με συγκεντρώσεις, διαδηλώσεις, απεργίες, καταλήψεις κλπ.) σε εκλογική – κοινοβουλευτική εκπροσώπηση. Ψαλιδίζοντας έτσι τις δυνατότητες ανάπτυξης του αγώνα και μετακίνησης συνειδήσεων. Ταυτόχρονα, αρνείται τα πιο ριζοσπαστικά αιτήματα, που είχαν τεθεί στις κινητοποιήσεις για τα Τέμπη, όπως την πάλη κατά των ιδιωτικοποιήσεων, κατά των κερδών που κλέβουν τις ζωές μας κλπ.
Τα νέα κόμματα πλασάρονται από ισχυρά καπιταλιστικά κέντρα, από ισχυρά συγκροτήματα ΜΜΕ και εταιρειών δημοσκοπήσεων, που με τον καταιγισμό γκάλοπ περισσότερο διαμορφώνουν παρά μετρούν
Τρίτο, η παρέμβαση των αστικών κέντρων ενισχύεται. Ο τρόπος που πλασάρονται τα νέα κόμματα και η υποστήριξη από ισχυρά συγκροτήματα ΜΜΕ και εταιρειών δημοσκοπήσεων (που με τον καταιγισμό γκάλοπ περισσότερο διαμορφώνουν παρά μετρούν) είναι αποκαλυπτικά. Συστημικά κέντρα φαίνεται πως επιδιώκουν μια ενίσχυση του ρόλου του κεφαλαίου και των απευθείας παρεμβάσεών του στην πολιτική. Πρόκειται για τάση του ολοκληρωτικού καπιταλισμού, που διευκολύνεται από μικρότερα και πιο ελεγχόμενα κόμματα.
Από την άλλη η κυβέρνηση Μητσοτάκη και το μέγαρο Μαξίμου έχει αναδειχθεί σε ένα υβριδικό πολιτικό – επιχειρηματικό κέντρο, που όχι μόνο υλοποιούσε την αστική πολιτική, αλλά διαμόρφωνε και το παιχνίδι, μοίραζε χαρτί, κρατώντας ένα υψηλό μερίδιο για τη «μάνα» και τους φίλους επιχειρηματίες, προκαλώντας έριδες στο αστικό στρατόπεδο και γκρίνια για τους «θεσμούς».
Ενδιαφέρον έχει και ο πόλεμος των καπιταλιστικών κέντρων, ΗΠΑ, ΕΕ (Γερμανία – Γαλλία κλπ.) αλλά και Ισραήλ, που έχει αναπτύξει τη διείσδυσή του, αξιοποιώντας κεφάλαια και το Predator με τα δίκτυά του.
Κοινωνικά ρήγματα στο αστικό σχέδιο
Η συναίνεση στην κυρίαρχη πολιτική σε συνθήκες φτωχοποίησης
Με βάση όλα αυτά, η συντηρητική αναδιάρθρωση θα καταφέρει τους σκοπούς της; Θα επιβάλλει μια μακροπρόθεσμη πολιτική σταθερότητα; Η απάντηση θα δοθεί στους δρόμους της ταξικής πάλης και θα κριθεί από την αλληλεπίδραση πολλών εξελίξεων, σε εθνικό και διεθνές επίπεδο. Ωστόσο, χωρίς να θέλουμε να κάνουμε ενέσεις αισιοδοξίας σημειώνουμε μερικά εγγενή προβλήματα για το αστικό σχέδιο:
Πρώτο και βασικό είναι πως όλα δείχνουν πως οι κοινωνικοί όροι και η ζωή των εργαζομένων θα χειροτερεύσει, χωρίς να υπάρχει κάποιο αστικό πολιτικό σχέδιο ανακούφισης κι ενώ και η ΕΕ βυθίζεται στη στασιμότητα. Η κοινή πολιτική βάση που έχουν τα πολλά διαφορετικά κόμματα (πρώτα επενδύσεις και αγορά, μετά να πάρει κάτι κι ο λαός, ναι στο δημοσιονομικό σφαγείο της ΕΕ και στο πολεμικό-εξοπλιστικό σφαγείο ΕΕ και ΝΑΤΟ) τα αποξενώνει από τον «βαθύ λαό», που βουλιάζει στην απογοήτευση, στον ατομικό δρόμο ή τη μεταπολιτική. Εκεί μπορεί να ψαρέψει ο φασισμός-εθνικισμός. Αλλά ειδικά στα εργατικά τμήματα μπορεί να πατήσει γερά η εργατική πολιτική και το κομμουνιστικό επαναστατικό ρεύμα.
Δεύτερο, ο κατακερματισμός θα οδηγήσει σε μια εκλογική – κοινοβουλευτική αστάθεια, σε επανάληψη εκλογών, πιθανόν και σε συμμαχικές κυβερνήσεις, που στην Ελλάδα δεν έχουν μακροημερεύσει. Η προεκλογική οξύτητα για τη μοιρασιά των ψήφων, μπορεί να περάσει σε μετεκλογική συναίνεση για τη μοιρασιά των υπουργείων. Αυτό δημιουργεί ρήγματα, που σε συνδυασμό με τα κοινωνικά ρήγματα, οδηγεί σε ασταθείς καταστάσεις, με δυνατότητα αντεπίθεσης για το κίνημα και την ανατρεπτική Αριστερά.
Γι’ αυτό είναι σημαντικό μέσα σε αυτή τη διαδικασία συντηρητικής αναδιάρθρωσης να υπάρξει και να ενισχυθεί μια αντίστροφη τάση ενίσχυσης ενός μαχητικού πολιτικού εργατικού κινήματος και μιας αριστερής αντικαπιταλιστικής συσπείρωσης, που θα παλεύουν για την ανατροπή των πυλώνων της κυρίαρχης πολιτικής.
Το τέλος του ΣΥΡΙΖΑ και η διαχειριστική Αριστερά
Η σημερινή κατάληξη του ΣΥΡΙΖΑ και των διασπάσεών του, μέσα από ένα πλήρες απαξιωτικό σπιράλ διάλυσης, δεν είναι αποτέλεσμα κυρίως κάποιων προσωπικών επιλογών, όσο κι αν τα πρόσωπα έχουν τον ρόλο τους. Εκφράζει την τελική κρίση της διαχειριστικής Αριστεράς, ειδικά όταν ολοκληρώνεται σε αστική πολιτική δύναμη με τη διαχείριση της κυβέρνησης. Η ήττα σε αυτές τις περιπτώσεις δεν έχει «ηρωικό» και πολύ περισσότερο παιδαγωγικό περιεχόμενο (όπως όταν ηττούνται οι επαναστατικές δυνάμεις και αφήνουν μια παρακαταθήκη, ακόμα και πικρή, για το μέλλον), αλλά οδηγεί σε ένα βάλτο εξευτελισμού και απαξίωσης. Γι’ αυτό και οι δυνάμεις που μιλούσαν στο όνομα της Αριστεράς και έκαναν αστική διαχείριση ιστορικά και ειδικά στην Ελλάδα εξαϋλώθηκαν.
Η δημιουργία του κόμματος Τσίπρα, ενός κόμματος αστικού από την αρχή, έρχεται να υπογραμμίσει πως ειδικά στις σημερινές συνθήκες που ο καπιταλισμός βουτά στη βαρβαρότητα του πολέμου, της φτωχοποίησης και της νέας τυραννίας, που η Δεξιά γίνεται κανιβαλική ούλτρα Δεξιά, δεν υπάρχουν περιθώρια για μεσοβέζικες απαντήσεις, για Αριστερά με ολίγη, του εφικτού που τα έκανε όλα ανέφικτα. Η Αριστερά πρέπει να είναι Αριστερά με το όλον της.
Μια Αριστερά που θα σηκώσει τις σημαίες της και όχι τη μύτη της, που θα ξαναενωθεί με τον σκοπό της (την απελευθέρωση της εργασίας με επαναστατική ανατροπή του καπιταλισμού για τον σοσιαλισμό-κομμουνισμό) και με τη σύγχρονη εργατική τάξη, με την οποία οι δεσμοί της δεν είναι ισχυροί. Στο σημείο αυτό, ας ξανασκεφτούμε τι θα είχε συμβεί αν η αντικαπιταλιστική Αριστερά είχε ενταχθεί σούμπιτη στον ΣΥΡΙΖΑ, όπως έλεγαν οι θιασώτες της «ενότητας της Αριστεράς»…













