Κατερίνα Φραγκουλοπούλου
Το βιβλίο Μουσείο, Εκπαίδευση και Κοινωνία είναι μία συλλογή άρθρων και εισηγήσεων σχετικά με τον κοινωνικό και εκπαιδευτικό ρόλο των μουσείων και των αρχαιολογικών και άλλων χώρων. Όχι μόνο κλείνει ένα βιβλιογραφικό κενό για την εξέλιξη της μουσειακής πολιτικής, αλλά συμβάλλει στη συζήτηση για το άνοιγμα των μουσείων στην κοινωνία.
Ο Στάθης Γκότσης σπούδασε στο Ιστορικό – Αρχαιολογικό του ΑΠΘ και υπηρέτησε για πάνω από τριάντα χρόνια στο Υπουργείο Πολιτισμού. Υπήρξε από τους πρωτεργάτες της μουσειακής εκπαίδευσης στη χώρα μας, υπηρετώντας στο Κέντρο Εκπαιδευτικών Προγραμμάτων του ΥΠΠΟ από την ίδρυσή του και συνεχίζοντας την παραγωγική πορεία του στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο. Με τις κεραίες του πάντα στραμμένες στην κοινωνία, ανέπτυξε πλούσιο επιστημονικό έργο και δράσεις που αφορούν σε εκπαιδευτικά προγράμματα για μαθητές και ενηλίκους αλλά και για ομάδες στο φάσμα του κοινωνικού αποκλεισμού, φυλακισμένους, ψυχικά νοσούντες, ΑμεΑ, Ρομά και μετανάστες.
Το βιβλίο Μουσείο, Εκπαίδευση και Κοινωνία (εκδόσεις Τόπος) είναι μία συλλογή άρθρων και εισηγήσεων σχετικά με τον κοινωνικό και εκπαιδευτικό ρόλο των μουσείων και των αρχαιολογικών αλλά και άλλων χώρων. Κλείνει ένα βιβλιογραφικό κενό, καθώς καταγράφει την ιστορία της μουσειακής εκπαίδευσης και παρουσιάζει την εξέλιξη, τους προβληματισμούς και τους στόχους της μουσειακής πολιτικής από τη δεκαετία του 90 μέχρι σήμερα. Απευθύνεται σίγουρα στους ανθρώπους που ασχολούνται με εκπαιδευτικά προγράμματα για μουσεία και τους εκπαιδευτικούς, μεταφέροντας την εμπειρία από πολύπλευρες δράσεις, ανοίγοντας ορίζοντες επικοινωνίας με «νέο» κοινό και με νέους τρόπους.
Το βιβλίο, όμως, παρουσιάζει ενδιαφέρον και για τους μη ειδικούς. Τα μουσεία είναι κομμάτι των σχολικών μας αναμνήσεων, αφορμή για κυριακάτικες βόλτες και σίγουρα τόπος επίσκεψης στις εκδρομικές αποδράσεις μας. Ταυτόχρονα, όμως, είναι ο δημόσιος χώρος της ιστορίας, όπου τα επιστημονικά πορίσματα συναντώνται με τα βιώματα των κοινωνικών υποκειμένων.
Τα μουσεία ξεκίνησαν τη σύγχρονη πορεία τους τον 16ο αιώνα ως ιδιωτικές συλλογές που απευθύνονταν στις ελίτ και σταδιακά άνοιξαν τις πόρτες τους στον λαό (πρακτικά μετά τη Γαλλική Επανάσταση). Ακόμα και σήμερα, έρευνες καταδεικνύουν ότι οι επισκέπτες των μουσείων είναι κατά κύριο λόγο άνθρωποι υψηλού μορφωτικού επιπέδου. Είναι, λοιπόν, ζητούμενο να αναπτυχθούν πολιτικές που θα ανοίξουν τα μουσεία στην κοινωνία.
Ένα ζήτημα είναι ο τρόπος με τον οποίο τα μουσεία αφηγούνται την ιστορία. Παρουσιάζοντας τα εκθέματά τους κάτω από ένα συγκεκριμένο σκεπτικό, μπορούν να ενισχύσουν την κύρια αφήγηση για την ταυτότητα ενός λαού ή μιας κοινότητας, διηγούμενα ιστορίες μεγαλείου και μεγαλοϊδεατισμού, όπως έκαναν κατά κύριο λόγο τα ελληνικά μουσεία από τη δεκαετία του 1920. Μπορούν αντίθετα να ανοίξουν μία συζήτηση για την ταυτότητα και να συμβάλλουν με ουσιαστικό τρόπο στην κριτική σκέψη.
Η πρώτη ύλη της ιστορίας είναι η μνήμη, που λειτουργεί κατά κύριο λόγο ασυνείδητα και γι’ αυτό υπόκειται στη χειραγώγηση του χρόνου και αντιπαρατιθέμενων κοινωνικών ομάδων. Η ιστορική επιστήμη, όχι πάντα ανεπηρέαστη από τα παραπάνω, μετατρέπει τη μνήμη σε γνώση και ανατροφοδοτεί τη μνήμη. Τα εκθέματα ενός μουσείου ή η περιήγηση σε έναν χώρο μπορούν να αφηγηθούν μια «άλλη» ιστορία, αναδεικνύοντας πλευρές ακόμα και της καθημερινής ζωής μιας περιόδου και δημιουργώντας κανάλια ζωντανής σύνδεσης με αυτήν. Μπορούν να αναδείξουν τις συνθέσεις και τις αντιθέσεις, τις επιρροές που γέννησαν μια ιστορική περίοδο και που ίχνη τους μπορεί να φτάνουν στο σήμερα. Με αυτή την έννοια, η επίσκεψη σε ένα μουσείο και η παρακολούθηση συγκεκριμένων δράσεων σε αυτό μπορεί να ανοίξει ορίζοντες σκέψης και προβληματισμού, πράγμα που μας συνδέει και με το κύριο θέμα του βιβλίου, τις εκπαιδευτικές δράσεις των μουσείων.
Ο συγγραφέας παρουσιάζει δράσεις, που άνοιξαν την αφήγηση της εθνικής μας ταυτότητας, φανέρωσαν αλληλεπιδράσεις και σημεία ταύτισης
Μία πολύ σημαντική πλευρά, που αναδεικνύεται στο βιβλίο, είναι ο τρόπος που ένα μουσείο απευθύνεται σε ομάδες στα όρια του κοινωνικού αποκλεισμού, στις σημερινές συνθήκες κοινωνικών και πολιτιστικών αλληλεπιδράσεων ανάμεσα σε ομάδες με διαφορετικές καταβολές, γλώσσες, θρησκεία που στην καλύτερη περίπτωση αγνοούνται, όταν δεν αντιμετωπίζονται με καχυποψία ή/και μίσος. Ο συγγραφέας παρουσιάζει δράσεις, που άνοιξαν την αφήγηση της εθνικής μας ταυτότητας, φανέρωσαν αλληλεπιδράσεις και σημεία ταύτισης, ακόμα και την ιστορική παρουσία των ομάδων αυτών διαχρονικά (όπως στην περίπτωση των Ρομά) και μπόρεσαν να δημιουργήσουν κάποιες γέφυρες διαλόγου και συνεργασίας.
Συμπερασματικά, το βιβλίο αναδεικνύει το γεγονός ότι ένα μουσείο δεν είναι ένας νεκρός χώρος, όπου με τη μορφή κτερισμάτων εκτίθεται «μεγάλη» τέχνη. Το μουσείο είναι ένας ζωντανός χώρος μνήμης και ιστορίας, που μπορεί να γίνει κυψέλη δημιουργικότητας και επικοινωνίας.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν στο φύλλο 20-21 Ιουνίου 2026













