Λίτσα Φρυδά
Ξεπέρασαν τις 20 μέρες οι κινητοποιήσεις στην Αλβανία, χωρίς σημάδι κάμψης, απεναντίας. Το «Κίνημα των Φλαμίνγκο» είχε αφετηρία την αντίθεση στις στρατηγικές επενδύσεις και στην παραχώρηση δημοσίων εκτάσεων μεγάλης περιβαλλοντικής αξίας σε ιδιώτες. Στην πορεία το περιεχόμενό του διευρύνθηκε βάζοντας στο στόχαστρο την πολιτική υπέρ των πλουσίων, τη διαφθορά, το έλλειμμα δημοκρατίας. Το Πριν μίλησε με την Κριστιάνα Κόλα, από το κόμμα Κίνημα Μαζί (Lëvizja Bashkë), που συμμετέχει δραστήρια στον αγώνα.
Δευτέρα 15 Ιούνη λίγο μετά τις 10 το βράδυ. Η πορεία στα Τίρανα δεν έχει ακόμα τελειώσει, αλλά η Κριστιάνα ξεμακραίνει για λίγο, για να μιλήσουμε στο προγραμματισμένο τηλεφωνικό ραντεβού μας. Ο ενθουσιασμός της είναι έκδηλος. «Πήγε πάρα πολύ καλά» λέει με ικανοποίηση και επισημαίνει πως παρότι βρίσκονται στην 16η συνεχόμενη μέρα των κινητοποιήσεων, ο αριθμός των διαδηλωτών αυξάνεται καθημερινά και το κίνημα μαζικοποιείται.
Μάς εξηγεί ότι η αφετηρία των κινητοποιήσεων βρίσκεται στις στρατηγικές επενδύσεις και στην παραχώρηση δημοσίων εκτάσεων μεγάλης περιβαλλοντικής αξίας σε ιδιώτες. Η διαδικασία της εκχώρησης δημόσιας γης είχε ξεκινήσει πριν τρία περίπου χρόνια και αρχικά αφορούσε τμήμα μόνο της προστατευόμενης περιοχής της Νάρτας. Με την έναρξη εργασιών για την κατασκευή ελικοδρομίου, περιβαλλοντικοί ακτιβιστές προσπάθησαν να προειδοποιήσουν για τους κινδύνους που ενείχε το εγχείρημα για το σύνολο της περιοχής, χωρίς όμως να υπάρξουν αξιοσημείωτες αντιδράσεις, λέει.
Η κατάσταση άλλαξε άρδην στις 30 Μάη, όταν, όπως μας μεταφέρει η συνομιλήτριά μας, οι κάτοικοι του Σβερνέτς διαπίστωσαν ότι ολόκληρη η περιοχή είχε περιφραχθεί, εμποδίζοντας όχι μόνο την πρόσβαση τους στους χώρους που συνήθιζαν να πηγαίνουν για περίπατο, κολύμπι και αναψυχή, αλλά ακόμη και τη θέα.
Σημείο καμπής στη διαμόρφωση του κινήματος αποτέλεσε, την ίδια μέρα, η απαγωγή διαδηλωτή και η απειλή με όπλο από άνδρα της ιδιωτικής ασφάλειας του χώρου, κατά τη διάρκεια διαμαρτυρίας κατοίκων, ακτιβιστών και πολιτικών αγωνιστών. Η σκηνή καταγράφηκε και διαδόθηκε παντού. Ο κόσμος όλος αντιλήφθηκε ότι η κυβέρνηση είναι στην υπηρεσία των ολιγαρχών και αλλάζει τους νόμους σύμφωνα με τα συμφέροντά τους, για να ξεπουλιέται η δημόσια περιουσία, λέει η Κριστιάνα.
Την επόμενη μέρα 50.000 άνθρωποι συγκεντρώθηκαν αυθόρμητα μπροστά στο πρωθυπουργικό μέγαρο. Από εκείνη τη μέρα, όπως επισημαίνει, τα αιτήματα των πολιτών δεν αφορούν πια μόνο τις στρατηγικές επενδύσεις και την εκχώρηση της δημόσιας γης, αλλά στις διεκδικήσεις τους προβάλλουν συσσωρευμένα προβλήματα 35 χρόνων.
Οι διαδηλωτές δεν ζητούν πια μόνο την παραίτηση του πρωθυπουργού Ράμα, αλλά και του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης Σαλί Μπερίσα, ο οποίος είχε ομολογήσει ότι και η κυβέρνησή του είχε προσπαθήσει να προσελκύσει επενδυτές σε περιοχές όπως το Σαζάν, η Νάρτα και το Σβερνέτς.

Την ρωτάμε πώς βλέπει την εξέλιξη του κινήματος. Η Κριστιάνα παραδέχεται πως κανείς δεν μπορεί να προβλέψει πού θα καταλήξει. Δεν υπάρχει κεντρική καθοδήγηση. «Είναι πολύ περίεργο, οι διαδηλωτές είναι πάρα πολλοί, δεν υπάρχει καμιά οργάνωση. Το μόνο που ξέρουμε είναι ότι κάθε μέρα στις 6 το απόγευμα πρέπει να πάμε στην πορεία. Συναντιόμαστε κάθε μέρα, καθόμαστε τρεις ώρες μπροστά στο πρωθυπουργικό μέγαρο, και μετά συνεχίζουμε την πορεία στους δρόμους, στις γειτονιές των Τιράνων.(…) Κινητοποιήσεις γίνονται και στις περισσότερες πόλεις της Αλβανίας και σε πολλές άλλες χώρες όπου έχουμε μετανάστες», λέει.
Εξηγεί ότι έγιναν κάποιες προσπάθειες για συντονισμό, χωρίς αποτέλεσμα. Έχει δημιουργηθεί μια ρουτίνα, όποιος θέλει μπορεί να πάρει το μικρόφωνο και οι αποφάσεις διαμορφώνονται μέσα από ανοιχτές συζητήσεις μπροστά στο Πρωθυπουργικό μέγαρο. Η Κριστιάνα αναφέρεται με ενθουσιασμό στην αποφασιστικότητα των διαδηλωτών: «Έχουν πάρα πολύ μεγάλη ενέργεια, που εγώ προσωπικά δεν την έχω ξαναδεί ποτέ μου. Δεν υπάρχει μέρα που να μην κατέβουν στην πορεία. Είναι πολύ σίγουροι για αυτό που θέλουν να κάνουν». Οι καθημερινές παρεμβάσεις της κυβέρνησης το μόνο που καταφέρνουν είναι να τονώνουν την αυτοπεποίθηση των διαδηλωτών, συμπληρώνει.
Ένα από τα πιο αξιοσημείωτα χαρακτηριστικά του κινήματος είναι η ηλικιακή του σύνθεση. Η Κριστιάνα μιλά γι’ αυτό με ιδιαίτερο ενθουσιασμό. «Σε αντίθεση με ό,τι γίνεται συνήθως, σε αυτούς τους αγώνες η νεολαία, η λεγόμενη Generation Z, είναι η πλειοψηφία. Και αυτό είναι πάρα πολύ όμορφο, γιατί έχουν πολύ ωραίες ιδέες και πάρα πολλή ενέργεια. Δημιουργούν μια πολύ όμορφη ατμόσφαιρα. Είναι πραγματικά φανταστικό».
Θεωρεί ότι καθοριστικό ρόλο στη μαζικοποίηση των κινητοποιήσεων έπαιξε και το διαδίκτυο, καθώς τα μεγάλα μέσα ενημέρωσης της Αλβανίας απέκρυπταν όσα συνέβαιναν, ενώ η κινητοποίηση της αλβανικής διασποράς δείχνει πώς μια τοπική σύγκρουση για τη γη και το περιβάλλον μετατράπηκε σε ένα ευρύτερο κοινωνικό και πολιτικό γεγονός που συνδέει όσους ζουν στην Αλβανία με εκείνους που αναγκάστηκαν να την εγκαταλείψουν.
Για την Κριστιάνα, αυτή η σύνδεση δεν είναι τυχαία. «Απόλυτα», απαντά όταν τη ρωτάμε αν η διαφθορά και το ξεπούλημα της χώρας συνδέονται με την μετανάστευση. «Οι μετανάστες μας λένε συνεχώς πόσο κουρασμένοι είναι και πόση θλίψη νιώθουν για τη χώρα τους. Αναγκάστηκαν να φύγουν για πολλά χρόνια και είναι άδικο να επιστρέφουν σε μια χώρα που, εξαιτίας της διαφθοράς και του ξεπουλήματος, δεν τους ανήκει πια. Δεν μπορούν να επισκεφθούν μέρη όπου πέρασαν τα παιδικά τους χρόνια, γιατί το κράτος τα παραχώρησε σε πλούσιους επιχειρηματίες για να χτίσουν τα παλάτια τους».
«Είμαστε κάπως τυχεροί γιατί η εμπλοκή της οικογένειας Τραμπ δελέασε τα ΜΜΕ από το εξωτερικό», κάτι που φαίνεται ότι λειτούργησε προστατευτικά για το κίνημα, και την εξάπλωσή του και εκτός συνόρων, συμπληρώνει.
Λίγο πριν κλείσουμε, η Κριστιάνα επαναλαμβάνει την αγαπημένη φράση ενός συντρόφου της: «Η επανάσταση είναι ένα φεστιβάλ δημοκρατίας. Είναι όλοι μέσα». Ύστερα γελά και προσθέτει: «Θέλουμε να σας ευχαριστήσουμε για τη συμπαράσταση. Κι αν δεν νικήσουμε, θα συνεχίσουμε».












