Γιώργος Παυλόπουλος
Οι Βρετανοί υποστήριξαν καθαρά την έξοδο από την ΕΕ στις 23 Ιουνίου 2016, η ψήφος όμως δεν υπήρξε ενιαία. Οι διαφορές κατά περιοχές ήταν έντονες, όπως επίσης και οι επιλογές με βάση την κοινωνική διαστρωμάτωση και την ταξική συνείδηση. Τελικά, ωστόσο, η σφραγίδα είχε αντιδραστική απόχρωση, παρά την παρέμβαση του ρεύματος για Brexit από τα κάτω και τα αριστερά.
Δεύτερο σοκ για τους «Μένουμε Ευρώπη»
Στο δημοψήφισμα το οποίο διεξήχθη στο Ηνωμένο Βασίλειο στις 23 Ιουνίου 2016, το στρατόπεδο των «Μένουμε Ευρώπη» υπέστη μία δεύτερη συνεχόμενη οδυνηρή ήττα, καθώς η πλειοψηφία τάχθηκε υπέρ της εξόδου της χώρας από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το σοκ που προκλήθηκε ήταν ακόμη μεγαλύτερο ακριβώς επειδή δεν είχε καν συμπληρωθεί ένας χρόνος από το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου 2015 στην Ελλάδα, που είχε στείλει ένα μεγαλειώδες και περήφανο «όχι» στις Βρυξέλλες – ασχέτως της εγκληματικής λαθροχειρίας που διέπραξε στη συνέχεια η τότε κυβέρνηση Τσίπρα.
Οι δύο αυτές εξελίξεις, στον απόηχο του τσουνάμι που είχε προκαλέσει σε ολόκληρο τον κόσμο, μαζί και στην Ευρώπη, η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008-’09, έκανε πολλούς να ανησυχήσουν σοβαρά. Δεν είναι τυχαίο ότι τα σενάρια που έκαναν λόγο για επικείμενη κατάρρευση της ΕΕ, ενός από τα πλέον φιλόδοξα εγχειρήματα στην ιστορία του καπιταλισμού, είχαν αρχίσει να πληθαίνουν και να διατυπώνονται πιο καθαρά. Μετά από έξι σχεδόν δεκαετίες αλλεπάλληλων διευρύνσεων και ένταξης νέων μελών, το βέλος έμοιαζε να στρέφεται προς την αντίθετη κατεύθυνση, το ευρωπαϊκό «πουλόβερ» είχε αρχίσει να ξηλώνεται και οι ρωγμές στο οικοδόμημα να μεγαλώνουν. Ήταν μια διαδικασία δε που λάμβανε χώρα τόσο στη συλλογική συνείδηση των ευρωπαϊκών κοινωνιών όσο και σε τμήματα και των αστικών τάξεων.
Ήταν κάτι που αρκετοί δεν αξιολόγησαν σωστά (ή δεν το τόλμησαν;), με συνέπεια να μην συνειδητοποιήσουν πως η περίοδος αποτελούσε μια χρυσή ευκαιρία για κλιμάκωση της σύγκρουσης και για ρήξη με την ΕΕ του κεφαλαίου. Γι’ αυτό, συνέχισαν να πετούν την μπάλα στην εξέδρα, αναμένοντας τη… δευτέρα παρουσία.
Δέκα χρόνια από το δημοψήφισμα
Μόλις έκλεισαν οι κάλπες, το βράδυ της Πέμπτης 23 Ιουνίου 2016, το 51,9% είχε ταχθεί υπέρ της εξόδου από την ΕΕ και το 48,1% κατά. Αν και η διαφορά φαντάζει μικρή σε επίπεδο ποσοστών, μεταφράζεται σε περίπου 1,27 εκατομμύρια ψήφους. Έτσι, σε συνδυασμό με την προσέλευση που ξεπέρασε το 72%, η ετυμηγορία υπήρξε αδιαμφισβήτητη.
Η εικόνα, ωστόσο, δεν υπήρξε ενιαία – ούτε σε όλη τη χώρα, ούτε όμως και στις διαφορετικές κοινωνικές ομάδες – γεγονός που οδήγησε σε πιο ενδελεχείς αναλύσεις και βαθύτερα συμπεράσματα. Για του λόγου το αληθές, ενώ στην Αγγλία και την Ουαλία το Brexit επικράτησε, με 53,4% και 52,5% αντιστοίχως, στη Σκοτία και τη Βόρειο Ιρλανδία πλειοψήφησε η παραμονή στην ΕΕ, με 62% και 55,8%. Αξίζει να σημειωθεί, μάλιστα, ότι το εντυπωσιακό ποσοστό των Σκοτσέζων υπέρ της παραμονής αποτέλεσε στη συνέχεια ένα από τα βασικά επιχειρήματα των εθνικιστών που, μετά την αποτυχία τους να αποσχιστούν από το Ηνωμένο Βασίλειο στο δημοψήφισμα του 2014, επεδίωξαν – ανεπιτυχώς – τη διεξαγωγή ενός δεύτερου, ελπίζοντας ότι η προοπτική επανένταξης μιας ανεξάρτητης Σκοτίας στην ΕΕ θα άλλαζε άρδην τα δεδομένα.
Την ίδια στιγμή, σε επίπεδο κοινωνικών ομάδων, όλες οι δημοσκοπήσεις κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι τη νίκη στο Brexit έδωσαν κυρίως τα πληβειακά στρώματα της βρετανικής κοινωνίας. Αντιθέτως, τα μεσαία και ανώτερα τάχθηκαν καθαρά υπέρ της παραμονής στην ΕΕ, κρίνοντας ότι με την έξοδο θα διακυβεύονταν τα οικονομικά τους, πρώτα και κύρια, συμφέροντα.
Πράγματι, τα μέλη των νοικοκυριών με ετήσιο εισόδημα κάτω των 20.000 στερλινών ψήφισαν υπέρ της εξόδου, όπως έκανε και το 59% των ανέργων και όσων βρίσκονταν εκτός αγοράς εργασίας. Το ίδιο έγινε και με τους 7 στους 10 από εκείνους που δεν είχαν ολοκληρώσει τη βασική εκπαίδευση, από τους οποίους προέρχονται κατά κύριο λόγο τα αποκαλούμενα «μπλε κολάρα» στην αγορά εργασίας.
Η παραπάνω εικόνα ενίσχυσε την εκτίμηση ότι καθοριστικό ρόλο στο αποτέλεσμα έπαιξε η «ταξική ψήφος», που υποστήριξε ένα Brexit από τα αριστερά. Παρ’ ότι, όμως, αυτό το ρεύμα ήταν υπαρκτό και έκανε αισθητή την παρουσία του, δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να μας διαφεύγει το γεγονός ότι εκείνη την περίοδο οικοδομήθηκε μια ιδιότυπη συμμαχία ανάμεσα στα πιο υποβαθμισμένα λαϊκά στρώματα και την εθνικιστική αστική και μεσοαστική τάξη, μαζί και με τις μεγαλύτερες ηλικίες, που εμφορούνται από το πατριωτικό αφήγημα της «Μεγάλης Βρετανίας» και στήριξαν το Brexit με ποσοστό της τάξης του 60%. «Συγκολλητική ουσία» αποτέλεσε το μένος κατά των μεταναστών, που οι «κάτω» αντιμετώπιζαν ως τη βασική απειλή για τη δουλειά και τα εισοδήματά τους, καθώς και των μειονοτήτων, οι οποίες το καταψήφισαν συντριπτικά.
Ένα λάθος και μία διάψευση…
Πολλοί από όσους στήριξαν το Brexit, από τους «πάνω» και τους «κάτω», έχουν μετανιώσει – για διαφορετικούς λόγους
Ο κόσμος, η Ευρώπη και το Ηνωμένο Βασίλειο έχουν αλλάξει πολύ σε σύγκριση με το 2016. Η δεκαετία που μεσολάβησε, άλλωστε, ήταν τόσο πυκνή σε πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις που κάνει όσα αποφασίστηκαν και συνέβησαν τότε να μοιάζουν πολύ μακρινά σήμερα. Κάτι που σημαίνει ότι για πολλούς, πολλά ξαναμπαίνουν στο τραπέζι, περίπου (αν και όχι ακριβώς) εκ του μηδενός. Κι αυτό είναι κάτι που ισχύει ακόμη και για το Brexit.
Οι δημοσκοπήσεις αποτυπώνουν την αλλαγή κλίματος που έχει συντελεστεί στη χώρα, καθώς έχει διαμορφωθεί μια σαφής πλειοψηφία που όχι μόνο τάσσεται υπέρ της διεξαγωγής νέου δημοψηφίσματος, αλλά υποστηρίζει την επιστροφή στην ΕΕ. Η μεταστροφή αυτή δεν είναι παράλογη ούτε συνιστά έκπληξη, για δύο κυρίως λόγους.
Ο ένας είναι ότι έπεσαν έξω οι υπολογισμοί που έκανε εκείνο το τμήμα της αστικής τάξης το οποίο πρωταγωνίστησε στο «διαζύγιο». Το βρετανικό κεφάλαιο θεωρούσε ότι η απαλλαγή από τα δεσμά της ΕΕ θα του έδινε τη δυνατότητα να ανοίξει τα φτερά του σε όλο τον κόσμο και να διασφαλίσει νέες πηγές κερδοφορίας, εκμεταλλευόμενο τα συγκριτικά του πλεονεκτήματα και έχοντας την «πλάτη» των Αμερικανών. Μόνο που τα πράγματα κύλισαν διαφορετικά και τώρα διαπιστώνει πως… μετά την απομάκρυνση από το ταμείο, ουδέν λάθος αναγνωρίζεται.
Εντείνεται το φλερτ ανάμεσα σε Λονδίνο και Βρυξέλλες, αλλά οι Βρετανοί είναι αυτοί που βρίσκονται στην πιο δύσκολη και επισφαλή θέση
Η δεκαετία που ακολούθησε σφραγίστηκε από τις δύο προεδρίες Τραμπ στις ΗΠΑ, οι οποίες σηματοδότησαν – ειδικά η δεύτερη – την επιτάχυνση και όξυνση των ανταγωνισμών και των συγκρούσεων, ακόμη και ανάμεσα σε παραδοσιακούς συμμάχους. Στο νέο πλαίσιο, αποδείχθηκε ότι ο βρετανικός καπιταλισμός, παρά τη βαριά «φανέλα» του, αδυνατούσε να ανταπεξέλθει στις προκλήσεις της εποχής που διανύουμε, με συνέπεια να κινδυνεύει να βρεθεί ανάμεσα στους χαμένους και να χάσει επιπλέον έδαφος. Κι αυτό αποτυπώθηκε, εκτός των άλλων, στις έντονες πολιτικές αναταράξεις και τις ασυνήθιστα συχνές αλλαγές κυβερνήσεων και πρωθυπουργών: πέντε στη διάρκεια της δεκαετίας, αριθμός που μεταφράζεται σε μέσο χρόνο ζωής μόλις δύο ετών, που είναι πολύ μικρότερος σε σύγκριση με τον αντίστοιχο μεταπολεμικό.
Ο δεύτερος λόγος έχει να κάνει με τη διάψευση των προσδοκιών των φτωχότερων στρωμάτων, που έδειξαν να επενδύουν όλες τις ελπίδες τους για ένα καλύτερο παρών και μέλλον στην έξοδο από την ΕΕ. Το έκαναν όμως χωρίς να κατανοήσουν– αν και το Brexit θα ήταν σε κάθε περίπτωση αναγκαίο – ότι το «κλειδί» βρίσκεται σε ένα συνολικό σχέδιο σύγκρουσης και ρήξης με τον καπιταλισμό, τόσο τον ευρωπαϊκό όσο όμως και τον αμερικανικό και τον εγχώριο.
Κάπως έτσι, μπλέχτηκαν για τα καλά στα δίχτυα της βρετανικής αστικής τάξης, δίνοντάς της παράλληλα τη δυνατότητα να εξαπολύσει τα επόμενα χρόνια ένα νέο κύμα «θατσερισμού», είτε με Συντηρητικούς είτε με Εργατικούς στην εξουσία, ένα πογκρόμ εναντίον των δικαιωμάτων και κατακτήσεών τους: του Εθνικού Συστήματος Υγείας (που έχει οδηγηθεί στα πρόθυρα της κατάρρευσης), των μισθών και συντάξεων, των κοινωνικών παροχών, των δημοκρατικών ελευθεριών.
Το χειρότερο είναι ότι και οι δύο παραπάνω πλευρές μοιάζουν να οδηγούν σε μια κοινή πολιτική συνισταμένη: την ενίσχυση της Ακροδεξιάς, η οποία στο Ηνωμένο Βασίλειο μοιάζει με ένα τέρας με πολλά κεφάλια, το ένα πιο αποκρουστικό από το άλλο – όπως φάνηκε και με όσα συνέβησαν πρόσφατα στο Μπέλφαστ. Δεν είναι τυχαίο ότι το Reform UK του Φάρατζ έχει πάρει κεφάλι στις δημοσκοπήσεις, ενώ μαζί με το Restore Britain του Λόου ξεπερνούν το 30%.
Σε αυτό το φόντο, η σημερινή κυβέρνηση των Εργατικών – που βρίσκεται σε βαθιά κρίση και το πιθανότερο είναι να μην ολοκληρώσει τη θητεία της – συνεχίζει το φλερτ με τους πρώην εταίρους της χώρας, σε μια σειρά τομείς. Πρωτίστως στην εξωτερική πολιτική και την «άμυνα», όπου η Βρετανία έχει αναδειχθεί πρακτικά σε ισότιμος εταίρος της Γερμανίας και της Γαλλίας στο πλαίσιο της συντελούμενης πολεμικής στροφής. Το αποτέλεσμα είναι ότι ήδη η συγκεκριμένη ομάδα των «Τριών Μεγάλων» διαμορφώνει τη στάση που τηρείται σε όλα τα κρίσιμα μέτωπα (Ουκρανία, Ιράν, Μέση Ανατολή, Κίνα, εξοπλισμοί κ.λπ), παρακάμπτοντας τις χρονοβόρες διαδικασίες και τα βέτο στο πλαίσιο των «27».

Η τακτική αυτή μοιάζει να βολεύει τους πάντες, τουλάχιστον για την ώρα. Και αυτούς στο Λονδίνο και το υπόλοιπο Ηνωμένο Βασίλειο που επιδιώκουν την επαναπροσέγγιση με την ΕΕ. Και τις Βρυξέλλες, το Βερολίνο και το Παρίσι που, στην εποχή του πολέμου, νιώθουν μεγαλύτερη σιγουριά όταν έχουν στο πλευρό τους και τους Βρετανούς – χωρίς όμως να τους ανοίγουν φανερά και διάπλατα την πόρτα της επιστροφής. Ακόμη και όσους απαιτούν να μην υπάρξει προδοσία απέναντι στο αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος του 2016.
Πρόκειται, όπως είναι προφανές, για ένα σκηνικό εξαιρετικά λεπτών και εύθραυστων ισορροπιών, που είναι αδύνατο να διατηρηθούν για μεγάλο διάστημα, ειδικά σε μια περίοδο τόσο γρήγορων και βίαιων αλλαγών στο παγκόσμιο καπιταλιστικό οικοδόμημα. Αναμφισβήτητα δε, το πρόβλημα είναι μεγαλύτερο κυρίως για εκείνους που είναι στη βόρεια πλευρά της Μάγχης, οι οποίοι έχουν βρεθεί στην πιο δύσκολη θέση και οδηγούνται αντικειμενικά σε «κωλοτούμπα».
Για τους λαούς, πάντως, ο τρόπος που οφείλουν να «διαβάσουν» το Brexit και τις συνέπειές του είναι διαφορετικός.
Η ρήξη και η αποδέσμευση δεν είναι ουτοπία
Η διαφαινόμενη μεταστροφή των Βρετανών υπέρ της ΕΕ και η επαναπροσέγγιση της αστικής τάξης τους με την αντίστοιχη ευρωπαϊκή δίνουν το δικαίωμα στους υπέρμαχους της «ενωμένης Ευρώπης» να ανασύρουν τη γνωστή, αβερωφικής επινόησης φράση: Όποιος φεύγει από το μαντρί, τον τρώει ο λύκος. Το επιχείρημά τους είναι απλό: Αφού ένας γίγαντας όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, που είναι η πέμπτη μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο, φιλοξενεί το Σίτι του Λονδίνου, θεωρείται η πρωτεύουσα των εφοπλιστών, ενώ διαθέτει και πυρηνικό οπλοστάσιο, αναγκάζεται να ανακρούσει πρύμνα, φανταστείτε – λένε – τι θα σήμαινε μια αποχώρηση από την ΕΕ για πολύ πιο μικρές και αδύναμες χώρες, όπως η Ελλάδα. Ειδικά σε περιόδους κρίσεων, καθώς θα έμοιαζαν με «καλαμιές στον κάμπο» που θα σαρώνονταν από τους ανέμους των μεγάλων αλλαγών.
Στην πραγματικότητα, βεβαίως, ισχύει ακριβώς το αντίθετο. Η Ελλάδα, όπως και άλλες μικρές ή μεσαίες χώρες, όχι απλώς δεν προστατεύονται από τη συμμετοχή τους στην ΕΕ (ή, αντιστοίχως, στο ΝΑΤΟ), αλλά εκτίθενται πολύ περισσότερο σε οικονομικούς και γεωπολιτικούς κινδύνους, καθώς αναγκαστικά αποτελούν ενεργά μέρη των ανταγωνισμών και των συγκρούσεων που αυτοί προκαλούν. Αυτή η διαπίστωση, ωστόσο, ακόμη κι αν θεωρηθεί αυτονόητη (που δεν είναι), δεν αρκεί για να οδηγήσει σε στράτευση στον αγώνα για ρήξη και αποδέσμευση – από τα κάτω και από τα αριστερά – από την ΕΕ του κεφαλαίου και των πολέμων του. Ειδικά καθώς η προοπτική της «μοναξιάς» σε ένα κόσμο στον οποίο το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό τρομάζει.
Η επεξεργασία μιας συγκεκριμένης στρατηγικής και τακτικής για την κρίσιμη περίοδο και την επόμενη μέρα είναι πιο αναγκαία παρά ποτέ.













