Παναγιώτης Μαυροειδής
▸ Ενώ υπάρχουν δυνατότητες για ανατροπή, προετοιμάζονται σενάρια αντιδραστικής αναμόρφωσης του πολιτικού συστήματος
Πέρασαν πολλές αστικές κυβερνήσεις στην Ελλάδα, δεξιάς, ακροδεξιάς ή σοσιαλδημοκρατικής κοπής (και σε συνδυασμούς μεταξύ τους), που εφάρμοσαν ταξική αντεργατική πολιτική, πολιτική εξυπηρέτησης με κυνικό τρόπο των συμφερόντων της αστικής ολιγαρχίας. Ωστόσο, η σημερινή κυβέρνηση της ΝΔ διεκδικεί δύο ιστορικές πρωτοτυπίες.
Η πρώτη αφορά τον απροσχημάτιστο τρόπο άμεσης διαπλοκής και συναλλαγής των πρώτων στελεχών της με τους ποικίλους μηχανισμούς (εθνικούς και ευρωκρατικούς) κατανομής του δημόσιου (κλεμμένου από τα λαϊκά στρώματα) χρήματος, καθώς και την άμεση υπαγωγή όλων των κρίκων της αστικής εξουσίας (πχ δικαστική εξουσία) σε αυτό το παιχνίδι. Μπροστά της ακόμη και οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ στη φάση της αποσύνθεσης, του Κοσκωτά και των pumpers, φαίνονται όσιες παρθένες…
Η δεύτερη πρωτοτυπία, μεγαλύτερης σημασίας, είναι ότι μια τέτοια κυβέρνηση, παρά όλα αυτά και παρά την καταγεγραμμένη τεράστια έκταση εργατικής και λαϊκής δυσαρέσκειας, που κορυφαία εκφράστηκε στην οργή για το κρατικό και εταιρικό έγκλημα των Τεμπών, συνεχίζει να είναι στη θέση της, ενώ η κάθε είδους κοινοβουλευτική αντιπολίτευση «κείτεται μακράν». Είναι ένα ερώτημα βέβαια αν αυτό το δεύτερο χαρακτηριστικό, αποτελεί «επιτυχία» της ΝΔ ή των ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ και Νέας Αριστεράς….
Όσο είναι αλήθεια ότι με το φούντωμα της ακρίβειας και την παρέλαση τόσων και τόσων «σκανδάλων» υπάρχει κρίση νομιμοποίησης της κυβέρνησης, άλλο τόσο είναι αλήθεια ότι υπάρχει ακόμη μεγαλύτερη κρίση αντιπολίτευσης, καθώς οι κύριοι μνηστήρες της εναλλακτικής διακυβέρνησης «έπαθαν συναίνεση», αφήνοντας τον Μητσοτάκη να ξεσαλώνει. Από τα εργασιακά και μισθολογικά ως την επικίνδυνη συμμαχία με τους φονιάδες του Ισραήλ και τις ΗΠΑ. Ο πολιτικός στόχος ανατροπής της κυβέρνησης της ΝΔ, ώστε κυριολεκτικά «να φύγει νύχτα», με ανάπτυξη ενός ταξικού ανένδοτου λαϊκού αγώνα για να πέσει «από τα κάτω και τα αριστερά», θα δημιουργούσε αγωνιστική πολιτική αυτοπεποίθηση και διαφορετικές προοπτικές.
Τέτοιος πολιτικός στόχος φυσικά δεν τέθηκε ποτέ από την ακροδεξιά τύπου Ελληνικής Λύσης, Νίκης ή Λατινοπούλου, που μια χαρά βρίσκει την πολιτική και τις «αξίες» της να υλοποιούνται από τη ΝΔ. Δεν τέθηκε ούτε από την αστική «δημοκρατική» αντιπολίτευση, παρά το γεγονός ότι φλυαρούσε σε όλες τις εκδοχές της από το πρωί ως το βράδυ ότι στόχος ήταν «να φύγει ο Μητσοτάκης». Ο ρηχός αντιΜητσοτακισμός, μαζί με τη διαρκή δημαγωγία ότι δήθεν έδινε προτεραιότητα στα «καθημερινά προβλήματα του κόσμου», ήταν ο δρόμος για να μη γίνεται συζήτηση ούτε κυρίως πολιτικός αγώνας για τα κοινωνικά και πολιτικά αγκωνάρια της ασκούμενης αστικής πολιτικής, που απορρέει από την Αγία Τριάδα: α) του στόχου ανόδου των κερδών της μεγάλης καπιταλιστικής ιδιοκτησίας (προκλητικό παράδειγμα οι επιχειρήσεις ενέργειας και διατροφής), β) του καθορισμού των βασικών κοινωνικών και οικονομικών πολιτικών με βάση τη λαιμητόμο του Δημοσιονομικού Συμφώνου της ΕΕ (πλεονάσματα, ιδιωτικοποιήσεις, χρηματιστήριο ενέργειας κλπ), καθώς και γ) της πιστής εξυπηρέτησης της πολεμικής στρατηγικής ΗΠΑ, ΝΑΤΟ, ΕΕ γενικά και στην περιοχή μας.
Στο πλαίσιο αυτό, η αντιπαράθεση για τις δικογραφίες και τα σκάνδαλα, αντί να προσθέτει δυναμική σε ένα ρεύμα εναντίωσης στη συνολική αστική πολιτική, διαμορφώνει κλίμα στο οποίο επικρατούν διλήμματα όπως «νομιμότητα-παρανομία», «βρώμικοι-καθαροί», «σοβαρό κράτος – κράτος λάφυρο» κοκ. Σε αυτή την αντιπαράθεση τα βασικά ζητήματα που καίνε τη λαϊκή πλειονότητα (φτώχεια, ακρίβεια, αστεγία, έλλειψη δικαιοσύνης, φόβος του πολέμου κλπ.) υποτιμούνται.
Την ίδια στιγμή, δίνει τη δυνατότητα στη λεγόμενη δημοκρατική αντιπολίτευση να μη δεσμευτεί σε τίποτα, ενώ κάνει ευκολότερη τη στρατηγική συνολικής αναμόρφωσης του πολιτικού συστήματος, σε ακόμη πιο ταξική, αντεργατική, και συναινετική βάση εξυπηρέτησης των αστικών, ευρωκρατικών και ΝΑΤΟϊκών συμφερόντων. Παράλληλα παρελαύνουν όλα τα σενάρια ρευστοποίησης των κλασικών αστικών κομμάτων με αντίστοιχα σχήματα κυβερνητικών συμπράξεων. Όλα αυτά, μόνο κλίμα και στόχο συντριβής αυτού που εκφράζει η ΝΔ δε μυρίζουν, παρά κυρίως διάσωσή του, με χυδαία εκμετάλλευση της σημερινής κοινωνικής δυσαρέσκειας σε αλλότριους σκοπούς.
Αξίζει μια ειδική αναφορά στο -πάντα ιδιόκτητο- «κόμμα Τσίπρα». Με ποσοστά πιθανής ψήφου κοντά στο 7% και με πιθανή διείσδυση στο αριστερόστροφο εκλογικό σώμα κοντά στο 18%, ενώ στο «κεντρώο» μόλις κοντά στο 8% και στους «αδιάφορους» στο ελάχιστο 3%, η περίφημη συνάντηση «σοσιαλδημοκρατίας, αριστεράς και οικολογίας»δεν αντιπροσωπεύει μια δήθεν πλειοψηφική αντιΝΔ ή αντιΜητσοτακική εναλλακτική. Συνιστά όμως πράγματι μια συγκεκριμένη εναλλακτική αναμόρφωσης του ευρύτερου «αριστερού και δημοκρατικού πόλου», με ολοκληρωτικό διαζύγιο με κάθε είδους ριζοσπαστισμό και ανοιχτή αποδοχή, χωρίς αστερίσκους, όχι μόνο του αστικού πλαισίου, αλλά και στη νέα εκδοχή αυτού, της αναμορφωμένης αστικής εθνικής στρατηγικής που έχει κορωνίδα τη συμμαχία θανάτου με ΗΠΑ και Ισραήλ. Το Μανιφέστο του ήταν από αυτή την άποψη πολύ χαρακτηριστικό.
Την ίδια στιγμή, η «μακαριότητα» του ΚΚΕ και η προσπάθειά του να κεφαλαιοποιήσει κοινοβουλευτικά την πολιτική και συνδικαλιστική του παρέμβαση για να παραμείνει ο κύριος και μοναδικός κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της αριστεράς αξιοποιώντας και την περαιτέρω αποδιάρθρωση του χώρου του ΣΥΡΙΖΑ, ούτε έχει κάποια δυναμική, ούτε δίνει κάποια ουσιαστική απάντηση.
Στόχος της ΑΝΤΑΡΣΥΑ η συγκρότηση πολιτικού εργατικού κινήματος για να μπει σφήνα στα αντιδραστικά σχέδια
Οι ευθύνες της αντικαπιταλιστικής κομμουνιστικής αριστεράς δεν είναι λιγότερες. Οφείλουμε να κατανοήσουμε τη δράση μας ως μέρος της αναγκαίας απάντησης και να αναλάβουμε ευθύνες που μας αναλογούν. Το κύριο πεδίο στην παρέμβαση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ πρέπει να είναι αυτό της συγκρότησης (όλο και πιο) πολιτικού εργατικού κινήματος, που θα στοχεύει να ανατρέψει τους κοινωνικούς και πολιτικούς συσχετισμούς, να μπει σφήνα στην επιχειρούμενη αντιδραστική αναδιάρθρωση του αστικού πολιτικού συστήματος, να παλέψει ενάντια στην κλιμακούμενη αντεργατική επίθεση και πολεμική στρατηγική του κεφαλαίου, για ανασχέσεις μέτρων και ρήγματα στη πολιτική του κεφαλαίου. Πλευρά ενός τέτοιου πολιτικού σχεδίου είναι και η πρόταση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ για συσπείρωση, πολιτική συνεργασία (με ταυτόχρονη ουσιαστική διαπάλη για διαφορές) με τάσεις και ρεύματα του αγώνα και ανολοκλήρωτων προγραμματικών ρήξεων με τον ολοκληρωτικό καπιταλισμό της εποχής μας, κόσμου και οργανώσεων-κινήσεων κλπ., στη βάση του αναγκαίου αντικαπιταλιστικού πολιτικού προγράμματος σε σαφή ανεξαρτησία από τη διαχειριστική αριστερά. Αυτή η γραμμή μπορεί να δοκιμαστεί σε κρίσιμα μέτωπα της περιόδου όπως είναι το ζήτημα του πολέμου, στην ανασυγκρότηση του εργατικού-συνδικαλιστικού κινήματος, σε κεντρικές πολιτικές μάχες και στις εκλογές όποτε αυτές γίνουν.
















