Δημήτρης Σταμούλης
▸Εργαζόμενοι φτωχοί το 21,4% των μερικώς απασχολούμενων – Ο μέσος πραγματικός μισθός έχει μειωθεί σε σχέση με το 2019 – Σε κίνδυνο φτώχειας το 9,7% των εργαζόμενων στην Ελλάδα το 2025
Το μόνο όπλο που υποτίθεται ότι έχουν οι εργαζόμενοι για να αντιμετωπίσουν την έκρηξη ακρίβειας σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες είναι ο μισθός, ο οποίος ωστόσο, παρά τις πενιχρές αυξήσεις των τελευταίων ετών στον κατώτατο, με πραγματικούς όρους παραμένει κάτω και από το 2019! Συγκεκριμένα η τελευταία αύξηση του κατώτατου μισθού από 1η Απριλίου, ήταν (ονομαστικά) πάνω από 40% σε σχέση με το 2019, αλλά το ΙΟΒΕ δείχνει ότι σε πραγματικούς όρους, κατά την περίοδο 2019-2025 ο κατώτατος μισθός αυξήθηκε μόλις 13,4%. Όσον αφορά στο μέσο μισθό, αυξήθηκε κατά 4,5% ετησίως κατά μέσο όρο σε ονομαστικούς όρους, ενώ μειώθηκε οριακά σε «πραγματικούς όρους» από το 2019.
Σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση του ΟΟΣΑ, οι πραγματικοί μισθοί στην Ελλάδα παραμένουν καθηλωμένοι σε επίπεδα πολύ χαμηλότερα από ό,τι πριν την οικονομική κρίση. Μεταξύ 2010 και 2024 οι πραγματικοί μισθοί στην Ελλάδα σε ισοτιμίες αγοραστικής δύναμης υπέστησαν απώλειες άνω του 21% και είναι οι δεύτεροι χαμηλότεροι στον ανεπτυγμένο κόσμο, μετά το Μεξικό, ενώ μετά τις αυξήσεις του 2025-2026 ο μέσος ετήσιος μισθός, το 2025, ανήλθε στα 18.801 ευρώ ή σε όρους διεθνούς αγοραστικής δύναμης στα 32.412 δολάρια PPP, σημειώνοντας απώλειες άνω του 20% σε σύγκριση με το 2010!
Η πραγματικότητα λοιπόν δείχνει ότι παρά τη μείωση της επίσημης ανεργίας, και τις όποιες ονομαστικές αυξήσεις στον κατώτατο κυρίως μισθό, στη χώρα μας αναπτύσσεται το φαινόμενο των εργαζόμενων φτωχών. Όσον αφορά στον κίνδυνο φτώχειας στην εργασία, το 2025, για τα άτομα ηλικίας 18-64 ετών, σύμφωνα με το ΙΝΕ ΓΣΕΕ, διαμορφώνεται στο 9,7%, έναντι 8,3% στην ΕΕ-27. Δηλαδή η χώρα μας παραμένει πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, παρ’ ότι η απόκλιση έχει περιοριστεί σε σύγκριση με το 2009. Η πολυπόθητη «σύγκλιση» μισθών με την ΕΕ-27 παραμένει άπιαστο όνειρο. Μάλιστα η Ελλάδα είναι σε χειρότερη μοίρα από άλλες χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης όπου ο δείκτης φτώχειας στην εργασία είναι 7,7%, αν και λίγο καλύτερα από χώρες των Βαλκανίων (10,2%). Σε επίπεδο χωρών, η Ελλάδα βρίσκεται χαμηλότερα από την Ισπανία (11,2%), τη Βουλγαρία (11,8%), τη Ρουμανία (10,7%), την Εσθονία (10,5%) και την Ιταλία (10,2%), αλλά υψηλότερα από την Πορτογαλία (8,6%), την Πολωνία (8,5%).
Στην πλήρη απασχόληση το ποσοστό στην Ελλάδα παραμένει υψηλό στο 9,1% (το 2009 ήταν 13,0), δηλαδή ένας στους 10 πλήρως εργαζόμενος παλεύει με τη φτώχεια. Το εντυπωσιακό είναι ότι η χώρα μας είναι υψηλότερα όχι από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, αλλά και πάνω από τις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης (7,0%) και τα Βαλκάνια (8,4%)! Με λίγα λόγια, ακόμη και η πλήρης απασχόληση δε λειτουργεί στην Ελλάδα ως επαρκής εγγύηση προστασίας από τον κίνδυνο φτώχειας, όπως εκτιμά το ΙΝΕ ΓΣΕΕ.
Όπως είναι αναμενόμενο, ακόμη πιο έντονο είναι το πρόβλημα στη μερική απασχόληση. Το 2025 το ποσοστό του κίνδυνου φτώχειας για τους μερικώς απασχολουμένους στην Ελλάδα ανερχόταν σε 21,4% έναντι 13,5% στην ΕΕ-27, δηλαδή οριακά υψηλότερο από το 2019 (20,9%). Το γεγονός ότι ένας στους πέντε μερικώς απασχολούμενους στη χώρα είναι σε κίνδυνο φτώχειας αντανακλά το πόσο ευάλωτοι είναι οι εργαζόμενοι με ελαστικές μορφές απασχόλησης, με περιορισμένες ώρες εργασίας και χαμηλότερο εισόδημα.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν στο φύλλο 1-2 Αυγούστου 2026













