Αλί Σαχίν – Ταχσίν Σεντάτ, «Μονοπάτι Ανεξαρτησίας» από την τουρκοκυπριακή κοινότητα της Κύπρου
Ο Αλί Σαχίν και ο Ταχσίν Σεντάτ αποτέλεσαν την αντιπροσωπεία της οργάνωσης Μονοπάτι Ανεξαρτησίας (Bağımsızlık Yolu Partisi) στη Διεθνιστική Αντιπολεμική Συνδιάσκεψη που διεξήχθη στην Αθήνα από 22-24 Ιούλη. Οι Τουρκοκύπριοι αγωνιστές υπογραμμίζουν πως τα σχέδια για εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων δεν είναι προς όφελος των λαών, ούτε της επίλυσης του κυπριακού. «Αντίθετα, θα εντείνουν τους γεωπολιτικούς ανταγωνισμούς, θα επιβαρύνουν το περιβάλλον και ίσως δημιουργήσουν νέες εντάσεις και συγκρούσεις», σημειώνουν και υπογραμμίζουν: Η υποστήριξή μας στην επανένωση της Κύπρου δεν βασίζεται στα συμφέροντα του κεφαλαίου ή σε οικονομικούς υπολογισμούς, αλλά στην πεποίθηση ότι είναι ζήτημα δικαιοσύνης και συμφέρον όλων των Κυπρίων.
Συνέντευξη στη Λίτσα Φρυδά
▶ Πείτε μας λίγα λόγια για το κόμμα σας και την πολιτική του διαδρομή.
To κόμμα « Μονοπάτι της Ανεξαρτησίας» συγκροτήθηκε ως κίνημα το 2014 και ως κόμμα το 2018. Ωστόσο, οι πολιτικές μας ρίζες είναι παλαιότερες. Από τις αρχές της δεκαετίας του 2000 ως το 2018 δραστηριοποιούμασταν κυρίως μέσα από πολιτιστικά κέντρα και συλλογικότητες. Διαπιστώσαμε ότι αυτό δεν αρκούσε. Πήραμε μέρος στις δημοτικές εκλογές και αντιληφθήκαμε ότι μπορούσαμε να αποτελέσουμε μια πραγματική πολιτική εναλλακτική. Έτσι συγκροτήσαμε πολιτικό κόμμα, διατηρώντας τις κοινωνικές και πολιτιστικές μας δραστηριότητες. Το όνομά μας αποτελεί αναφορά στην πολιτική μας παράδοση.
▶ Ποια είναι αυτή η παράδοση;
Τη δεκαετία του 1970 ιδρύθηκε η «Οργάνωση Λαϊκής Αλληλεγγύης» (Halkın) από Τουρκοκύπριους επαναστάτες που σπούδαζαν στην Τουρκία και επηρεάστηκαν από τα επαναστατικά κινήματα της εποχής, ιδιαίτερα από οργανώσεις με ιδεολογικές επιρροές αντίστοιχες με εκείνες των λατινοαμερικανικών κινημάτων, όπως ο «Επαναστατικός δρόμος» (Dev Yol) και η «Απελευθέρωση» (Kurtuluş). Η Halkın εξέδιδε την εφημερίδα Μονοπάτι της Ανεξαρτησίας και στόχευε στη δημιουργία ενός πολιτικού κινήματος. Μετά το πραξικόπημα στην Τουρκία αποδυναμώθηκε και οι αγωνιστές διασκορπίστηκαν σε διάφορες οργανώσεις. Το όνομά μας δηλώνει αυτή τη συνέχεια, θεωρούμε τον εαυτό μας μέρος μιας παράδοσης μαρξιστικού επαναστατικού αγώνα. Δεν εντασσόμαστε σε ιστορικά ρεύματα όπως ο τροτσκισμός, ούτε τρέφουμε συμπάθεια για τον Στάλιν. Μας αρκεί ο προσδιορισμός «μαρξιστές-λενινιστές». Βασικός πολιτικός μας στόχος είναι η επανένωση της Κύπρου μέσα από μια δικοινοτική, διζωνική ομοσπονδία.
▶ Πώς θα μπορούσε να υπάρξει μια ομοσπονδιακή λύση στην Κύπρο;
Αναγνωρίζοντας τις αντικειμενικές δυσκολίες, υποστηρίζουμε ότι η βάση της επανένωσης πρέπει να είναι οι κοινοί αγώνες της εργατικής τάξης. Οι δύο κοινότητες ζουν πλέον σε διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές και κοινωνικοοικονομικές συνθήκες και ένα από τα σημαντικότερα εμπόδια είναι το γλωσσικό χάσμα.
Από το 1974 η τουρκοκυπριακή κοινωνία έχει αλλάξει. Υπάρχουν άνθρωποι τουρκικής καταγωγής τρίτης και τέταρτης γενιάς που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στην Κύπρο. Εμείς τους αναγνωρίζουμε ως μέρος της τουρκοκυπριακής κοινότητας, εφόσον αποδέχονται την ανεξαρτησία του νησιού και δεν θεωρούν τη Βόρεια Κύπρο μέρος της τουρκικής επικράτειας. Ως μαρξιστές, πιστεύουμε πως η ένταξη σε μια κοινωνία δεν καθορίζεται από το αίμα ή την καταγωγή, αλλά από τη σχέση του ανθρώπου με την κοινωνία στην οποία ζει και πως οι λαοί δεν φέρουν συλλογική ευθύνη για τις πολιτικές των κρατών τους.
Εύκολη συνταγή για την επανένωση δεν υπάρχει. Υποστηρίζουμε τη διαδικασία των διεθνών διαπραγματεύσεων υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών, με τη συμμετοχή της Τουρκίας, της Ελλάδας και της Βρετανίας, παρότι μια νομική συμφωνία επανένωσης δεν αρκεί. Οι τρεις χώρες αντιλαμβάνονται το κυπριακό ζήτημα διαφορετικά. Το ζήτημα πρέπει να αντιμετωπίζεται από την σκοπιά των ίδιων των Κυπρίων. Γι’ αυτό εστιάζουμε στην ενίσχυση του λαϊκού κινήματος, ώστε οι ίδιοι οι Κύπριοι να μπορούν με την ενεργό συμμετοχή τους να επηρεάζουν τις εξελίξεις.
Η πρόσφατη κλιμάκωση του πολέμου στη Μέση Ανατολή και η συζήτηση για τους ενεργειακούς δρόμους έχουν αυξήσει την πίεση να υπάρξει λύση στο Κυπριακό…

▶ Πώς βλέπετε το ζήτημα των εξορύξεων στην Ανατολική Μεσόγειο;
Το ζήτημα των φυσικών πόρων -ειδικά του φυσικού αερίου- στην Ανατολική Μεσόγειο συχνά συνδέεται με την προοπτική της επανένωσης της Κύπρου, καθώς πολλοί θεωρούν ότι τα ενεργειακά συμφέροντα μπορούν να λειτουργήσουν ως κίνητρο για μια συμφωνία.
Έχουμε διαφορετική θέση. Δεν πιστεύουμε ότι η εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων θα αποτελέσει όφελος στην κοινωνία. Αντίθετα, θα εντείνει τους γεωπολιτικούς ανταγωνισμούς, θα επιβαρύνει το περιβάλλον και ίσως δημιουργήσει νέες εντάσεις και συγκρούσεις. Οι μεγάλες δυνάμεις έχουν σημαντικά γεωπολιτικά και οικονομικά συμφέροντα στην περιοχή. Η υποστήριξή μας στην επανένωση της Κύπρου δεν βασίζεται στα συμφέροντα του κεφαλαίου ή σε οικονομικούς υπολογισμούς, αλλά στην πεποίθηση ότι είναι ζήτημα δικαιοσύνης και συμφέρον όλων των Κυπρίων.
Κάθε λαός, κάθε πολιτικό κίνημα έχει ευθύνη να αντιπαρατεθεί πρώτα στις δικές του μορφές εθνικισμού
▶ Πώς βλέπετε την τριμερή συνεργασία Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ;
Η ενίσχυση των σχέσεων της Κυπριακής Δημοκρατίας με το Ισραήλ αποτελεί λανθασμένη πολιτική επιλογή, ιδιαίτερα λόγω των σοβαρών καταγγελιών εναντίον του Ισραήλ για παραβιάσεις του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου κι αντανακλά κυρίως τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης που εκπροσωπεί η ηγεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας. Εμείς επικεντρώνουμε τη δράση μας στα ζητήματα που αφορούν τη δική μας κοινωνία. Αν εστιάζαμε στην κριτική του ελληνοκυπριακού εθνικισμού, θα κινδυνεύαμε, ακόμη και ακούσια, να αναπαράγουμε τη ρητορική του τουρκικού εθνικισμού.
Κάθε λαός, κάθε πολιτικό κίνημα έχει ευθύνη να αντιπαρατεθεί πρώτα στις δικές του μορφές εθνικισμού. Δική μας ευθύνη είναι να αντιπαρατεθούμε στον τουρκικό εθνικισμό. Οι Ελληνοκύπριοι σύντροφοί μας οφείλουν να δώσουν τη μάχη απέναντι στον ελληνοκυπριακό εθνικισμό και σε κάθε μορφή συνεργασίας με τον σιωνισμό.
Στη Βόρεια Κύπρο οι σχέσεις με το Ισραήλ δεν έχουν την ίδια ορατότητα ή θεσμική έκταση όπως στον νότο. Η Κυπριακή Δημοκρατία, ως διεθνώς αναγνωρισμένο κράτος, έχει τη δυνατότητα να συνάπτει επίσημες συμφωνίες. Η Βόρεια Κύπρος, λόγω της μη αναγνώρισης, επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από την Άγκυρα.
▶ Ποια είναι η θέση σας για τις πολεμικές συγκρούσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη;
Η κρίση του καπιταλισμού και οι ανταγωνισμοί ανάμεσα στα διαφορετικά ιμπεριαλιστικά μπλοκ εντείνονται. Οι σημερινές συγκρούσεις στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή μπορούν να οδηγήσουν σε ευρύτερη κλιμάκωση, ακόμα και σε παγκόσμια σύρραξη. Η Ανατολική Μεσόγειος είναι ιδιαίτερα ευάλωτη, καθώς οι ενεργειακοί πόροι και οι σχεδιαζόμενοι ενεργειακοί δρόμοι έχουν μετατραπεί σε πεδίο διεθνών ανταγωνισμών. Άρα είναι αναγκαία η ανάπτυξη ενός ισχυρού διεθνούς αντιπολεμικού κινήματος.
Οι δικές μας δυνατότητες είναι περιορισμένες. Αλλά, κάθε κομμουνιστική και σοσιαλιστική δύναμη έχει ιστορική ευθύνη να αγωνίζεται για την ειρήνη. Η ειρήνη, όμως, δεν μπορεί να παραμένει ένα γενικόλογο σύνθημα· πρέπει να συνδέεται με συγκεκριμένες πολιτικές θέσεις, με τους κοινωνικούς και εργατικούς αγώνες, με τα προβλήματα της καθημερινής ζωής και με την πραγματική συμμετοχή των ανθρώπων.
▶ Είπατε πως η ταξική πάλη αποτελεί τον κεντρικό άξονα της πολιτικής σας δράσης. Πώς εκφράζεται αυτό στην πράξη;
Έξι μήνες μετά την ίδρυση του κινήματός μας, ξεκινήσαμε την πρώτη μεγάλη μας καμπάνια, προτείνοντας την υποχρεωτική από τον νόμο ύπαρξη σωματείου σε κάθε επιχείρηση με πάνω από δέκα εργαζομένους. Στόχος μας είναι να δημιουργήσουμε κοινό μέτωπο ανάμεσα στους εργαζόμενους του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα.
Επιλέξαμε αυτό το όριο ώστε να μην επιβαρυνθούν οι πολύ μικρές επιχειρήσεις και εστιάσαμε στους μεγάλους εργασιακούς χώρους, τράπεζες, σούπερ μάρκετ, ξενοδοχεία, εστιατόρια, καζίνο, όπου εργάζονται άνθρωποι από πολλές χώρες, συχνά χωρίς εργασιακά δικαιώματα και συνδικαλιστική εκπροσώπηση.
Μεγάλο μέρος των εργαζομένων σε αυτούς τους κλάδους είναι αλλοδαποί. Οι Τουρκοκύπριοι επιδιώκουν να εργαστούν στο δημόσιο, και δημιουργείται ένας διαχωρισμός τόσο ανάμεσα στον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα, όσο και ανάμεσα σε διαφορετικές εθνοτικές ή εθνικές ομάδες εργαζομένων.
Δέκα χρόνια πριν η πλειονότητα των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα ήταν Τουρκοκύπριοι ή τουρκικής καταγωγής. Σήμερα η δημογραφική σύνθεση της εργατικής τάξης αλλάζει συνεχώς. Είναι εργαζόμενοι από αφρικανικές χώρες, από το Βιετνάμ, το Πακιστάν, τις Φιλιππίνες και πολλές άλλες, συχνά χωρίς βασικά εργασιακά και κοινωνικά δικαιώματα.
Η Δεξιά, αν και δεν χρησιμοποιεί απαραίτητα ρατσιστική ρητορική και αντιμεταναστευτικό λόγο, όπως σε άλλες χώρες ή κόμματα στην Κύπρο, αξιοποιεί αυτό το γεγονός για να καλλιεργήσει την ξενοφοβία, αποσιωπώντας ότι η οικονομία και οι εργοδότες που τη στηρίζουν βασίζονται στη μεταναστευτική εργασία. Για εμάς πρόβλημα δεν είναι οι μετανάστες, αλλά η εκμετάλλευση και η αποδυνάμωση της εργατικής τάξης, μέσα από τη διάσπαση της.
Για εμάς πρόβλημα δεν είναι οι μετανάστες, αλλά η εκμετάλλευση και η αποδυνάμωση της εργατικής τάξης, μέσα από τη διάσπαση της
Υποστηρίζουμε ακόμη την διεύρυνση των δημόσιων υπηρεσιών και του κοινωνικού κράτους, τη φορολόγηση του μεγάλου πλούτου, την εξίσωση του κατώτατου μισθού σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, και τη μείωση των εργαζομένων που αμείβονται με τον κατώτατο μισθό στο 20% του προσωπικού κάθε επιχείρησης.
Το τελευταίο θα έδινε λύση σε ένα πρόβλημα που αφορά το 70% περίπου των εργαζομένων. Πολλές επιχειρήσεις δηλώνουν επίσημα τους εργαζομένους με τον κατώτατο μισθό, καταβάλλοντας το υπόλοιπο «μαύρα», ζημιώνοντας τους εργαζόμενους και τα ασφαλιστικά ταμεία. Το φαινόμενο παρατηρείται όχι μόνο σε χαμηλόμισθες θέσεις, αλλά ακόμη και σε τράπεζες ή πανεπιστήμια.
Οι προτάσεις που αναφέραμε διαμορφώθηκαν με βάση το ιδιόμορφο καθεστώς της Βόρειας Κύπρου, καθώς βρίσκεται σε διεθνή απομόνωση, με περιορισμένες διεθνείς σχέσεις και ελλιπή θεσμικό έλεγχο. Αυτή η κατάσταση έχει δημιουργήσει ένα περιβάλλον όπου παράνομα δίκτυα που συνδέονται με την Τουρκία αξιοποιούν τη Βόρεια Κύπρο για δραστηριότητες όπως το ξέπλυμα χρήματος μέσω των καζίνο, αλλά και την εμπορία ανθρώπων.
Μιλάμε κυρίως για κυκλώματα σεξουαλικής εκμετάλλευσης και εμπορίας γυναικών που ευνοούνται από το καθεστώς της Βόρειας Κύπρου. Παρότι η Κύπρος είναι κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η τουρκοκυπριακή κοινότητα είναι σε μεγάλο βαθμό κοσμική, ζούμε σε μια οντότητα μη αναγνωρισμένη διεθνώς, και αυτό δημιουργεί μια εξαιρετικά ιδιόμορφη πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα.
Γι’ αυτό θεωρούμε ότι δεν αρκούν τα γενικά συνθήματα του διεθνούς μαρξιστικού κινήματος. Οι ιδιαίτερες συνθήκες της Βόρειας Κύπρου απαιτούν ιδιαίτερες πολιτικές απαντήσεις και μορφές αγώνα.
Δυστυχώς το μεγαλύτερο μέρος της τουρκοκυπριακής Αριστεράς επικεντρώνεται σχεδόν αποκλειστικά στο Κυπριακό και δεν ασχολείται σχεδόν καθόλου με τις επισφαλείς συνθήκες εργασίας που επικρατούν στη Βόρεια Κύπρο. Το υποστηρίζεις απλά την ειρήνη δεν σε κάνει αριστερό. Κι ένας φιλελεύθερος ή σοσιαλδημοκράτης μπορεί να επιθυμεί την ειρήνη. Ένας σοσιαλιστής ή ένας μαρξιστής οφείλει να παρεμβαίνει καθημερινά στα ζητήματα της εργασίας, των ανισοτήτων, της καταπίεσης των γυναικών, των νέων, της προστασίας της φύσης, των ΛΟΑΤΚΙ+ ανθρώπων και της προστασίας του περιβάλλοντος.
Γι’ αυτό δίνουμε προτεραιότητα στις οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες της εργατικής τάξης και στην οργάνωσή της μέσα στους χώρους δουλειάς. Αυτό αποτελεί το πιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της δικής μας πολιτικής παρέμβασης.
▶ Ποιο είναι το καθεστώς των μεταναστών στη Βόρεια Κύπρο;
Οι περισσότεροι μετανάστες που βρίσκονται στη Βόρεια Κύπρο έρχονται νόμιμα και διαθέτουν άδειες εργασίας. Υπάρχει βεβαίως και παράνομη εργασία που οφείλεται στις πρακτικές των εργοδοτών.
Ωστόσο, δεν μπορούν να μετακινηθούν ελεύθερα προς τις περιοχές που ελέγχονται από την Κυπριακή Δημοκρατία, καθώς οι κυπριακές αρχές θεωρούν ότι εισήλθαν μέσω μη αναγνωρισμένων σημείων εισόδου. Αντίθετα, οι Τουρκοκύπριοι, ως γηγενείς, έχουν δικαίωμα διέλευσης.
Θεωρούμε προβληματικό το γεγονός αυτό καθώς και το ότι άνθρωποι που ζουν στην Κύπρο εδώ και δεκαετίες αντιμετωπίζονται συλλογικά ως «έποικοι» ή «εισβολείς», χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η πραγματική τους ζωή και ένταξη στην κοινωνία.

▶ Ποια είναι η θέση σας γι’ αυτό το θέμα;
Κατά την άποψή μας, αυτή η προσέγγιση μεταφέρει την ευθύνη για πολιτικές αποφάσεις και κρατικές επιλογές σε απλούς ανθρώπους. Αναγνωρίζουμε πλήρως το τραύμα του 1974 για τους Ελληνοκύπριους. Κάθε άνθρωπος που τοποθετείται από μια αριστερή ή σοσιαλιστική σκοπιά οφείλει να αναγνωρίζει και να σέβεται αυτή την ιστορική πραγματικότητα.
Όμως, αν συνεχίσουμε να αντιμετωπίζουμε ολόκληρες κοινωνικές ομάδες ως υπεύθυνες για τις πράξεις κρατών και κυβερνήσεων, τότε δημιουργείται ένα σοβαρό ερώτημα: πώς θα μπορέσουν οι δύο κοινότητες να ζήσουν μαζί μετά από μια πιθανή λύση του Κυπριακού;
Τι θα συμβεί όταν οι νέες γενιές δημιουργήσουν μικτές οικογένειες; Θα συνεχίσουμε να αντιμετωπίζουμε αυτούς τους ανθρώπους ως ξένους ή ως ανθρώπους χωρίς δικαιώματα;
Ήδη, ιδιαίτερα σοβαρό είναι το ζήτημα των παιδιών μικτών γάμων, τα οποία σε αρκετές περιπτώσεις δυσκολεύονται να αποκτήσουν την υπηκοότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας, ανάλογα με τον τόπο τέλεσης του γάμου. Όταν ένας γάμος έχει τελεστεί στην Τουρκία, συνήθως δεν υπάρχουν δυσκολίες. Όταν όμως έχει τελεστεί στη Βόρεια Κύπρο, οι αρχές μπορεί να θεωρήσουν ότι η είσοδος του ενός συζύγου έγινε μέσω μη αναγνωρισμένων σημείων εισόδου και, ως αποτέλεσμα, να επηρεαστούν τόσο η αναγνώριση του γάμου όσο και τα δικαιώματα των παιδιών.
Κατά τη γνώμη μας, αυτή η λογική οδηγεί στην αντιμετώπιση ανθρώπων ως «προβληματικών» ή «παράνομων» εξαιτίας πολιτικών συνθηκών που δεν δημιούργησαν οι ίδιοι. Μια τέτοια προσέγγιση δεν βοηθά στην οικοδόμηση εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο κοινοτήτων ούτε συμβάλλει στη δημιουργία των προϋποθέσεων για μια πραγματικά κοινή και ειρηνική συμβίωση μετά από μια πιθανή λύση του Κυπριακού.
Για εμάς πρόκειται για ένα σοβαρό κοινωνικό ζήτημα και για αυτό συμμετέχουμε σε αγώνες υπέρ των δικαιωμάτων αυτών των οικογενειών.
▶ Πως στέκεστε απέναντι στις διάφορες εθνικιστικές παρεμβάσεις;
Είμαστε αντίθετοι στις εξωτερικές παρεμβάσεις. Διαφωνούμε τόσο με τον τουρκικό όσο και με τον ελληνοκυπριακό εθνικισμό, γιατί πιστεύουμε ότι κάθε μορφή εθνικισμού αποτελεί εμπόδιο στην επανένωση και την ειρηνική συνύπαρξη στο νησί.
Υποστηρίζουμε την προστασία της ιδιαίτερης ταυτότητας και του πολιτισμού των Τουρκοκυπρίων απέναντι στις παρεμβάσεις της Άγκυρας. Το πρόβλημα φυσικά δεν περιορίζεται στη σημερινή τουρκική κυβέρνηση ή στον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, αλλά αποτελεί μια διαχρονική πολιτική που προϋπήρχε της σημερινής περιόδου. Η θέση μας είναι ότι κανένα κράτος –είτε πρόκειται για την Τουρκία, την Ελλάδα, είτε τη Βρετανία– δεν πρέπει να παρεμβαίνει στις εσωτερικές υποθέσεις της Κύπρου. Πιστεύουμε ότι οι ίδιοι οι λαοί της Κύπρου πρέπει να αποφασίζουν δημοκρατικά για το κοινό τους μέλλον.
Συχνά ακούγεται και από αριστερούς «είμαστε όλοι Κύπριοι». Ωστόσο η θέση αυτή δεν αποτυπώνει την πραγματικότητα. Γεωγραφικά και πολιτισμικά αυτό ισχύει, δυστυχώς όμως η ιστορική εξέλιξη του νησιού διαμόρφωσε δύο πολιτικές κοινότητες
Συχνά ακούγεται και από αριστερούς «είμαστε όλοι Κύπριοι». Ωστόσο η θέση αυτή δεν αποτυπώνει την πραγματικότητα. Γεωγραφικά και πολιτισμικά αυτό ισχύει, δυστυχώς όμως η ιστορική εξέλιξη του νησιού διαμόρφωσε δύο πολιτικές κοινότητες. Η προώθηση μιας λύσης του κυπριακού προϋποθέτει την αναγνώριση της τουρκοκυπριακής κοινότητας ως αυτόνομο πολιτικό υποκείμενο. Το να αναγνωρίζεται μόνο ως μια πολιτισμική ιδιαιτερότητα δεν αρκεί. Η πολιτική ισότητα δεν αφορά μόνο τον πολιτισμό· αφορά την αναγνώριση των δικαιωμάτων και της πολιτικής υπόστασης ενός λαού.
Γι’ αυτό πιστεύουμε ότι, για να επιτευχθεί η ειρήνη, δεν αρκεί να αντιμετωπιστεί μόνο ο τουρκικός εθνικισμός ή η τουρκική ακροδεξιά. Το ίδιο ισχύει και για τον ελληνικό ή τον ελληνοκυπριακό εθνικισμό και τον κρατικό εθνικισμό της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Από το 1964 και έπειτα, οι κρατικοί θεσμοί τέθηκαν ουσιαστικά υπό τον έλεγχο της ελληνοκυπριακής ηγεσίας. Θεωρούμε ωστόσο ότι και η τουρκοκυπριακή ηγεσία διέπραξε ένα σοβαρό εθνικιστικό λάθος, όταν οδήγησε τους Τουρκοκυπρίους στην αποχώρηση από τους κρατικούς θεσμούς της Κυπριακής Δημοκρατίας, υποστηρίζοντας ότι η παραμονή σε αυτούς θα αποτελούσε παγίδα.
Κατά την άποψή μας, αυτή η επιλογή δεν ωφέλησε τους Τουρκοκυπρίους. Αργότερα, όταν επιχείρησαν να επιστρέψουν στους θεσμούς, ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος δεν αποδέχθηκε την επιστροφή τους.
Ο ελληνοκυπριακός –ή γενικότερα ο ελληνικός– εθνικισμός στην Κύπρο, ανεξάρτητα από τον τρόπο που ερμηνεύεται ιστορικά, αξιοποίησε την ύπαρξη του τουρκικού εθνικισμού για να προωθήσει τους δικούς του εθνικιστικούς στόχους. Με άλλα λόγια, κάθε εθνικισμός χρησιμοποιούσε τον άλλον για να ενισχύει τη δική του πολιτική κυριαρχία.
Γι’ αυτό πιστεύουμε ότι, για να υπάρξει πραγματική ειρήνη και μια ισχυρή, ενωμένη Κύπρος, δεν αρκεί να συμφιλιωθούν μόνο οι Τουρκοκύπριοι και οι Ελληνοκύπριοι. Απαιτείται επίσης η αλληλεγγύη και η υποστήριξη των λαών της Τουρκίας και της Ελλάδας.
▶ Διατηρείτε σχέσεις με άλλες πολιτικές οργανώσεις στην Κύπρο;
Ναι, έχουμε σχέσεις με διάφορες πολιτικές οργανώσεις της ελληνοκυπριακής Αριστεράς, με Τουρκοκύπριους αγωνιστές που ζουν στο νότιο τμήμα του νησιού, με το ΑΚΕΛ, και με άλλες σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις στη Βόρεια Κύπρο, παρότι δεν συμφωνούμε σε όλα.
Πιστεύουμε πως δεν χρειάζεται πλήρης πολιτική ταύτιση για να υπάρξει κοινή δράση. Όπου υπάρχουν κοινά σημεία, δίνουμε μαζί αγώνες. Όπου υπάρχουν διαφωνίες, ο καθένας ακολουθεί τη δική του πορεία, χωρίς προσωπικές αντιπαραθέσεις ή οριστική ρήξη.
Το ίδιο ισχύει και για τη σημερινή συνάντηση. Είναι η πρώτη φορά που βρισκόμαστε μαζί και πιθανότατα θα υπάρξουν περισσότερες ευκαιρίες να γνωριστούμε καλύτερα στο μέλλον.
Αν μπορούμε να προχωρήσουμε μαζί σε συγκεκριμένες πρωτοβουλίες, θα το κάνουμε. Αν όχι, συνεχίζουμε ξεχωριστά και αν στο μέλλον συναντηθούν ξανά οι πολιτικές μας διαδρομές, θα συνεργαστούμε και πάλι.
















