Η συλλογή κυκλοφορεί από τον εκδοτικό οίκο Σάλτο, στη σειρά «Κάλλιστος», με τον τίτλο «Θεατρικά», σε μετάφραση της Ναουζάτ Χαντίντ, και περιλαμβάνει τα έργα Η πόρτα, Το καπέλο και ο προφήτης και Γέφυρα προς την αιωνιότητα. Την έκδοση εμπλουτίζει ο εκτενής πρόλογος του Νασίμ Αλάτρας, μεταφραστή του λογοτεχνικού έργου του Καναφάνι στα ελληνικά. Τα εισαγωγικά σημειώματα για κάθε κείμενο ξεχωριστά και οι σημειώσεις της μεταφράστριας στο έργο Η πόρτα που εξηγούν το μυθολογικό πλαίσιο από το οποίο ο συγγραφέας αντλεί το «υλικό» του διευκολύνουν στην καλύτερη κατανόηση. Το εξώφυλλο του εντύπου και τις προμετωπίδες των έργων κοσμούν εικαστικά που φιλοτέχνησε ο ίδιος ο συγγραφέας.
Γεννημένος στην Άκρα της Παλαιστίνης, ο Καναφάνι (1936-1972) έγινε πρόσφυγας στη Δαμασκό κατά τη διάρκεια της Νάκμπα το 1948, υπήρξε ηγετικό στέλεχος του Λαϊκού Μετώπου για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (PFLP) και δολοφονήθηκε από τη Μοσάντ. Η γραφή του τον ανέδειξε ως μια από τις σημαντικότερες φωνές της παλαιστινιακής αντίστασης, αποτυπώνοντας τις δοκιμασίες του λαού του, τις εμπειρίες του εκτοπισμού και της προσφυγιάς και τον αγώνα για την απελευθέρωση της Παλαιστίνης.
Ο Καναφάνι, ως ο κύριος θεωρητικός του όρου «λογοτεχνία της αντίστασης», θεωρούσε τη λογοτεχνία όχι απλώς μέσο καλλιτεχνικής έκφρασης, αλλά και εργαλείο αγώνα απέναντι στην καταπίεση, την αποικιοκρατία και την απώλεια της εθνικής ταυτότητας. Θεωρούσε ότι κάθε μορφή λόγου πρέπει να υπηρετεί την ανάδειξη της αντιπαράθεσης ανάμεσα στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια και την ιστορική βία, ενώ το θέατρο πρέπει να εκθέτει άμεσα τον άνθρωπο στη σύγκρουση αυτή.
Από τα τρία θεατρικά του, μόνο Η πόρτα εκδόθηκε όσο ζούσε, επισκιάστηκε όμως από την απήχηση του μυθιστορήματός του Άνθρωποι στον Ήλιο. Στο έργο Η πόρτα ο Καναφάνι αντλεί το υλικό του από τον αρχαίο αραβικό μύθο των Άαντ, σύμφωνα με τον οποίο η φυλή απειλείται με αφανισμό εξαιτίας μιας παρατεταμένης ξηρασίας. Ο Αάντ, δισέγγονος του προφήτη Νώε, στέλνει αντιπροσωπεία στη Μέκκα για να ζητήσει βροχή από τους θεούς. Η αδράνεια και η αποτυχία της αντιπροσωπείας να εκπληρώσει την αποστολή της οδηγεί την κοινότητα στην καταστροφή.
Ο Καναφάνι, αποδομώντας τον μύθο, δημιουργεί μια πολιτική αλληγορία για την εξουσία, την εξέγερση και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, εντάσσοντας την αφήγηση στο ιστορικο-πολιτικό πλαίσιο της εποχής του, ταυτίζοντας συμβολικά τη μοίρα των Άαντ με τον αγώνα επιβίωσης του παλαιστινιακού λαού.
Μέσα από τη δραματουργική επεξεργασία, η καταστροφή παρουσιάζεται όχι ως θεία βούληση, αλλά ως συνέπεια ανθρώπινων επιλογών. Κεντρική θέση στο έργο κατέχει η αντίληψη ότι ο άνθρωπος οφείλει να πάρει τη μοίρα του στα χέρια του. Χαρακτηριστική είναι η φράση: «Η ζωή δεν επιλέγεται· μας δίνεται. Ο θάνατος είναι η τελευταία ελευθερία: να τον διαλέξεις εσύ και όχι να σου επιβληθεί». Ωστόσο, εδώ ο Καναφάνι δεν αρκείται στην προβολή της αντίστασης ως μοναδικής απάντησης στην καταπίεση. Οραματίζεται επιπλέον την οικοδόμηση ενός νέου κόσμου (τον συμβολίζει η ουτοπική πόλη Ιρμ), και τη χειραφέτηση του ανθρώπου, αποτυπώνοντας δραματουργικά τη μαρξιστική και υλιστική του θεώρηση.
Στο Το καπέλο και ο προφήτης, ο συγγραφέας κινείται προς το θέατρο του παραλόγου και τον δυτικό υπαρξισμό (Σαρτρ, Καμύ) προσαρμοσμένα στην αραβική πραγματικότητα. Σε μια παράξενη δίκη, ο «Κατηγορούμενος» δικάζεται για τον θάνατο ενός μυστηριώδους «Πράγματος» που έρχεται από έναν άλλο κόσμο, με το «καπέλο» και τον «προφήτη» να λειτουργούν ως δύο συμβολικές αντιπαραθετικές μορφές, μέσα από τις οποίες ο Καναφάνι στρέφει το ενδιαφέρον του στην υπαρξιακή κρίση του ανθρώπου, την αλλοτρίωση και την αναζήτηση, στηλιτεύοντας ταυτόχρονα την κοινωνική υποκρισία και την αδυναμία αποδοχής της διαφορετικότητας.
Η Γέφυρα προς την αιωνιότητα εγγράφεται στην παράδοση του παλαιστινιακού πολιτικού θεάτρου, το οποίο αποτελεί «χώρο συλλογικής μνήμης, αντίστασης, αναστοχασμού και συγκρότησης της κοινότητας» και διεκδικεί την ιστορία, την ταυτότητα και το δικαίωμα ενός λαού να καθορίζει τη μοίρα του, έχοντας όμως υπαρξιακές προεκτάσεις. Ο Φάρις (Ιππότης) και η Ρατζά (Ελπίδα) αποτελούν το συμβολικό δίπολο του έργου. Ο πρώτος κινείται στη γραμμή της παραίτησης και η δεύτερη λειτουργεί ως δύναμη αντίστασης, ως προσωποποίηση της ανθεκτικότητας και της ελπίδας, ως ο συνδετικό κρίκος με την συλλογική επιβίωση και το μέλλον. Ανάμεσά τους, η «γέφυρα» λειτουργεί ως σύμβολο μετάβασης από την αδράνεια της παραίτησης στη δυναμική της συλλογικής αντίστασης.













