Χριστός Κρανάκης
▸ Δεκάδες επιτροπές εκλέγουν αντιπροσώπους. Παρά τις αδυναμίες, η συσπείρωση στο μέτωπο της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς παραμένει ισχυρή
Στην τελική ευθεία για την 6η Συνδιάσκεψη, που θα πραγματοποιηθεί στην Αθήνα στις 4-5 Απρίλη, έχει μπει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Ήδη τις διαδικασίες ψήφισης των θέσεων και εκλογής αντιπροσώπων έχουν ολοκληρώσει 35 επιτροπές (τοπικές και κλαδικές), ενώ αναμένονται άλλες τόσες που συνεδριάζουν τις επόμενες ημέρες. Συνολικά, για την εκλογή αντιπροσώπων, σύμφωνα με τη μέχρι στιγμής εικόνα, υπολογίζεται πως θα ψηφίσουν περίπου 2.000 μέλη, τα οποία θα δώσουν το παρών στη δεύτερη και καταληκτική συνέλευση, με τον συνολικό αριθμό των μελών του μετώπου της αντικαπιταλιστικής και επαναστατικής Αριστεράς να ξεπερνά –φυσικά- το νούμερο αυτό.
Όσον αφορά την πανελλαδική δικτύωση των Τοπικών Επιτροπών (ΤΕ) καταγράφεται σημαντική διάχυση του μετώπου, δυσανάλογη βέβαια με τις απαιτήσεις της εποχής. Πιο συγκεκριμένα, στην Αττική συνεδρίασαν 27 ΤΕ, στη Βόρεια Ελλάδα 13, στη Δυτική Ελλάδα και την Ήπειρο 6, στη Θεσσαλία και τη Στερεά Ελλάδα 6, στην Πελοπόννησο 5, στην Κρήτη 3 και σε άλλα μικρότερα νησιά 6. Σε εργασιακούς τομείς, συνεδρίασαν τρεις κλαδικές επιτροπές: Δημόσιο, Εκπαίδευση, Υγεία. Η επιρροή της ΑΝΤΑΡΣΥΑ σε πολλές περιοχές και πόλεις, ακόμα και σε μέρη με λίγους κατοίκους, είναι αποτέλεσμα της πολύχρονης παρουσίας του μετώπου και αντανακλά μία σταθερή σύνδεση με τοπικά κινήματα που γεννήθηκαν τα τελευταία χρόνια. Ένας στόχος που ιεραρχείται ψηλά κατά τον προσυνδιασκεψιακό διάλογο και συζητείται συστηματικά στις συνεδριάσεις των επιτροπών είναι η επαναπροσέγγιση ενός μεγάλου κοινωνικού δυναμικού, το οποίο βρίσκεται σε πολιτική επαφή με τις θέσεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αλλά έχει χάσει την οργανική του σχέση με τις πολιτικές διαδικασίες αυτής.
Με την 6η Συνδιάσκεψη, το μέτωπο καλείται να καταλήξει σε συγκεκριμένες αποφάσεις που θα επικαιροποιήσουν και θα ξεκαθαρίσουν τη στάση του στους κόλπους του κινήματος. Η κουβέντα είναι «ζωντανή», με το βασικό πολιτικό διακύβευμα να αφορά τον χαρακτήρα του μετώπου που έχει ανάγκη η εποχή. Η ανάδειξη του αντικαπιταλιστικού προγράμματος πάλης -κόντρα σε κυβερνητικές/διαχειριστικές λογικές- και η απεύθυνση για κοινή κινηματική και πολιτική συμπόρευση σε βασικά μέτωπα πάλης με άλλες δυνάμεις του κινήματος που κινούνται σε αντιδιαχειριστική κατεύθυνση, αποτελούν συμφωνημένες, κοινές συνισταμένες. Πολιτικό ενδιαφέρον, όμως, παρουσιάζει και η συζήτηση γύρω από το ζήτημα των τακτικών επιλογών που καλείται να πάρει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ στο σημερινό πολιτικό σκηνικό, η οποία στον πυρήνα της άπτεται του κατά πόσο θα συνδέσει ή θα απομονώσει τη στρατηγική της πρόταση από την τακτική της μεθοδολογία. Σε αδιαμφισβήτητα δυσμενείς πολιτικούς συσχετισμούς, μια λογική «ενιαίου μετώπου» με συμμετοχή σε συγκεντρώσεις της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας (ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ) ή/και η στήριξη «αντιδεξιών» υποψηφίων έναντι κυβερνητικών, μπορεί να φαντάζει συνεπής, αλλά στην πραγματικότητα θα «έκλεβε» από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ και συνολικά τις αντικαπιταλιστικές δυνάμεις του κινήματος, τη δυνατότητα να εκφράσουν πλατιές δυνάμεις, που αντιλαμβάνονται πως για να νικήσει το ταξικό κίνημα στο σήμερα θα πρέπει να έχει τη δικιά του πολιτική αυτοτέλεια και παρουσία.
Σε παρόμοια λογική, συζήτηση γίνεται και για τη δράση των οργανώσεων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στο φοιτητικό κίνημα, όπου οι κατά συρροή τραμπούκικες επιθέσεις της ΑΡΑΣ και οι απολίτικες βεντέτες που έχει δημιουργήσει -σε συνδυασμό με την φοιτητοκεντρική γραμμή της- έχουν δυσχεράνει σημαντικά τις δυνατότητες κινηματικής ανάτασης. Σε πολλές ΤΕ υπερψηφίζεται τροπολογία υπέρ της πολιτικής απομόνωσης της ΑΡΑΣ στην πράξη και κοινής παρουσίας των δυνάμεων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στην αριστερή αντικαπιταλιστική κίνηση Attack στα ΑΕΙ και στα αντίστοιχα σχήματα στις σχολές.
















