Μπάμπης Συριόπουλος
Για βήματα μπροστά
Η πορεία προς την 6η Συνδιάσκεψη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, με την αυξημένη μαζικότητα στις συνελεύσεις και την πανελλαδική δικτύωσή της, μάς υπενθυμίζει πως αυτή είναι ένα σημείο αναφοράς για ένα σημαντικό δυναμικό ανθρώπων των κοινωνικών αγώνων και της επαναστατικής αριστεράς διαφορετικών γενεών και πολιτικών προελεύσεων. Μάς υπενθυμίζει επίσης την ανάγκη ύπαρξης ενός πολιτικού αντικαπιταλιστικού μετώπου, με κομμουνιστικό προσανατολισμό και άμεση πολιτική πρόταση εξουσίας σε επαναστατική κατεύθυνση.
Η σημερινή φάση του σύγχρονου καπιταλισμού που στρέφεται στον πόλεμο και στην καταστροφή, ισοπεδώνοντας εργαζόμενους και λαούς, συντρίβει βεβαιότητες και αναπόφευκτα προκαλεί εντεινόμενη λαϊκή δυσαρέσκεια, ακόμα και εξεγερτικές τάσεις. Η μεταμνημονιακή υποτιθέμενη κανονικότητα στην Ελλάδα έχει ήδη ραγίσει. Ωστόσο η κοινωνική δυσαρέσκεια δεν μετατρέπεται αυτόματα σε λαϊκό κίνημα και τα κινήματα, ακόμα και οι εξεγέρσεις μπορούν είτε να ηττηθούν, είτε να αφομοιωθούν από την αστική πολιτική, είτε -όπως συχνά συμβαίνει- και τα δύο.
Οι Θέσεις του ΠΣΟ για την 6η Συνδιάσκεψη προτάσσουν την ανάγκη για μια δυνατή αντικαπιταλιστική, αντιιμπεριαλιστική, ανατρεπτική αριστερά, ανεξάρτητη από την αστική πολιτική, τα ρεφορμιστικά ρεύματα και τα διάφορα «λαϊκά» και «αντιδεξιά» μέτωπα. Με όπλο το αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα πάλης που «έρχεται σε ρήξη με τις κεντρικές επιλογές του συστήματος και συγκεντρώνει δυνάμεις για την επαναστατική αλλαγή της κοινωνίας» και που «μπορεί να υλοποιηθεί στο σύνολό του, όχι από κάποια “αριστερή κυβέρνηση”, αλλά από την εξουσία της εργατικής τάξης και των συμμάχων της». Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν αρνείται καθόλου, ίσα ίσα επιδιώκει την κοινή δράση στους αγώνες με ευρύτερες δυνάμεις, και την ανάληψη πολιτικών πρωτοβουλιών πάνω σε κρίσιμα θέματα και συνολικά.
Για να μετατοπίσει κάποιος τους ταλαντευόμενους πρέπει να μην ταλαντεύεται ο ίδιος
Η συζήτηση που διεξάγεται ανέκαθεν στην αριστερά -αλλά και στο εσωτερικό της ΑΝΤΑΡΣΥΑ- και οι διαφωνίες που προκύπτουν δεν αφορούν την ανάγκη επικοινωνίας και παρέμβασης στις λαϊκές μάζες που ασφυκτιούν στη σημερινή πραγματικότητα και αναζητούν διέξοδο. Μια επαναστατική δύναμη «κολυμπάει» στα πλατιά ρεύματα της κοινωνικής δυσαρέσκειας και πολύ περισσότερο στους αγώνες παρά τις αναπόφευκτες αντιφάσεις τους γιατί εκεί βρίσκονται οι επαναστατικές δυνατότητες. Το πραγματικό ζήτημα είναι με ποιο τρόπο και με ποιο σκοπό. Απευθύνεται για να μετατοπίσει τις ταλαντευόμενες πολιτικές και -κυρίως- κοινωνικές δυνάμεις προς τα αριστερά, για να μετασχηματίσει τις αυθόρμητες αγωνιστικές διαθέσεις σε ανατρεπτική κατεύθυνση, σε επικίνδυνο για την αστική τάξη κίνημα, για να υπονομεύσει και τελικά να αντιστρέψει τη σημερινή αστική ιδεολογική ηγεμονία του ΤΙΝΑ στην πράξη και με τη ζωντανή εμπειρία. Αυτό σημαίνει ταυτόχρονα όχι μόνο ενότητα, όχι μόνο κοινή δράση, όχι μόνο προβολή «αυτών που μας ενώνουν» αλλά και κυρίως συζήτηση «γι αυτά που μας χωρίζουν». Για παράδειγμα είναι αναγκαία η επικοινωνία με το πλατύ αντικυβερνητικό ρεύμα με πρώτο στόχο την ανατροπή αυτής της κυβέρνησης, αλλά και η σύγκρουση με τον ρηχό αντιμητσοτακισμό που προσβλέπει μόνο σε μια ακόμα αλλαγή κυβέρνησης στο ίδιο όμως πλαίσιο, χωρίς ανατροπή της πολιτικής του κεφαλαίου. Η κολακεία αυτής της αντίληψης με την υιοθέτηση στην πράξη αντιδεξιών-δημοκρατικών μετώπων με διάφορες ευκαιρίες και αφορμές δεν μετατοπίζει προς τα αριστερά αλλά καθηλώνει στην ηττοπάθεια και στις μειωμένες προσδοκίες του εφικτού και του μικρότερου κακού. Τελικά ενισχύει το αστικό πολιτικό σύστημα και την προσπάθειά του να κατασκευάσει «αξιόπιστες» εναλλακτικές λύσεις. Για να μετατοπίσει κάποιος τους ταλαντευόμενους πρέπει να μην ταλαντεύεται ο ίδιος.
Το αντικαπιταλιστικό ρεύμα δεν μπορεί να είναι μόνο πολιτικό, αλλά και κοινωνικό. Δεν αρκεί να είναι ανεξάρτητο από το αστικό πολιτικό σύστημα, πρέπει να είναι και κοινωνικά διακριτό
Το αντικαπιταλιστικό ρεύμα δεν μπορεί να είναι μόνο πολιτικό, αλλά και κοινωνικό. Δεν αρκεί να είναι ανεξάρτητο από το αστικό πολιτικό σύστημα, πρέπει να είναι και κοινωνικά διακριτό. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, οι δυνάμεις της και τα μέλη της δεν αρκεί να πρωτοστατούν στην οικονομική πάλη για άμεσα αιτήματα, αλλά να συνδέουν την ικανοποίηση των εργατικών αναγκών με τους αναγκαίους πολιτικούς στόχους: την πάλη ενάντια στις ιδιωτικοποιήσεις, για πραγματικές αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις και μείωση του χρόνου εργασίας, με τη ρήξη και την έξοδο από την ΕΕ, την πάλη ενάντια στην ακρίβεια με την υπονόμευση και κατάργηση της ελεύθερης αγοράς και της ατομικής ιδιοκτησίας, την πάλη για κοινωνικά αγαθά και υπηρεσίες με την αντίθεση στους εξοπλισμούς, στον πόλεμο, στον εθνικισμό, για διώξιμο των αμερικανονατοϊκών βάσεων και έξοδο από το ΝΑΤΟ. Αυτή ακριβώς η σύνδεση επιβάλλει τη σύγκρουση με τον αστικοποιημένο συνδικαλισμό και τη συγκρότηση ενός μαζικού ταξικού πόλου στο εργατικό κίνημα, αντίπαλου στον υποταγμένο συνδικαλισμό και διακριτού από το ΠΑΜΕ και τα όριά του. Αν δεν μπορεί να υπάρξει ισχυρή ΑΝΤΑΡΣΥΑ χωρίς την πρωτοπόρα συμμετοχή στους μαζικούς κοινωνικούς αγώνες, εξίσου δεν μπορούν οι αγώνες να είναι αιχμηροί και νικηφόροι χωρίς διακριτό κοινωνικό αντικαπιταλιστικό ρεύμα.
Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ με τους αγωνιστές και αγωνίστριές της δεν μπορεί παρά να απευθύνεται και να επικοινωνεί με τους εργαζόμενους, τη νεολαία και τα φτωχά μεσαία στρώματα απευθείας, εκεί που δουλεύουν και ζουν, χωρίς ενδιάμεσους «πορτιέρηδες», συγκροτεί το αντικαπιταλιστικό πολιτικό και κοινωνικό ρεύμα σε ενότητα με τις ριζοσπαστικές λαϊκές διαθέσεις και σε σύγκρουση με τις αυταπάτες για ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών χωρίς ρήξη με την αστική πολιτική. Με τη σειρά της η αντικαπιταλιστική αριστερά και τα πολιτικά της ρεύματα πρέπει να συγκρουστούν με την αυταπάτη ότι αβαντάροντας αστικά και ρεφορμιστικά σχέδια θα αποκτήσουν πρόσβαση σε μαζικά ακροατήρια. Δοκιμασμένη και αποτυχημένη συνταγή.
Για αυτή την παρέμβαση η ΑΝΤΑΡΣΥΑ χρειάζεται να πατήσει στα δικά της πόδια, στη δική της οργάνωση και λειτουργία. Με ευθύνη των οργανώσεων και των μελών της οι τοπικές και κλαδικές επιτροπές της πρέπει να λειτουργούν, να συζητούν και δημοκρατικά να αποφασίζουν και να παίρνουν πρωτοβουλίες, ξεπερνώντας τους αντιπαραθετικούς σχεδιασμούς. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν μπορεί να είναι ταμπέλα, φανέλα ή ομπρέλα, με επιτροπές και μέλη μιας χρήσης, αλλά ζωντανό πολιτικό μέτωπο για να μετατρέψει την κοινωνική δυσαρέσκεια σε ταξική συνείδηση και πάλη, για να φέρει στο προσκήνιο την ανάγκη και τη δυνατότητα για τις επαναστάσεις της εποχής μας.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΠΡΙΝ που κυκλοφόρησε 28-29 Μαρτίου 2026
















