Αλέξανδρος Μαργαρίτης
Οι εκλογές στις 31 Μάρτη 1946 αποτέλεσαν σημείο καμπής. Το ΚΚΕ -παρά τη «λευκή» τρομοκρατία- παρέμενε ισχυρότατο και το αστικό στρατόπεδο οργάνωνε εκλογές βίας και νοθείας με δεδομένο αποτέλεσμα. Η απόφαση του ΚΚΕ για αποχή και σταδιακό πέρασμα στον ένοπλο αγώνα απαντούσε στον εμφύλιο που είχε αρχίσει ήδη η αστική τάξη. Η επίθεση στην Χωροφυλακή στο Λιτόχωρο ήταν ένα πρώτο σάλπισμα.
ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ
1945, 12 Φεβρουαρίου – Υπογραφή της Συμφωνίας της Βάρκιζας, αφοπλισμός του ΕΛΑΣ.
1946, 12-15 Φεβρουαρίου – 2η Ολομέλεια ΚΚΕ. Απόφαση για ενδεχόμενο πέρασμα σε ένοπλη δράση.
1946, 31 Μαρτίου – Πρώτες κοινοβουλευτικές εκλογές μετά την κατοχή, σε κλίμα τρομοκρατίας
1946, 30-31 Μαρτίου – Επίθεση αγωνιστών στον σταθμό Χωροφυλακής στο Λιτόχωρο
1946, 1 Σεπτεμβρίου – Νόθο δημοψήφισμα για την επιστροφή της βασιλείας (Γεώργιος Β)
Συμπληρώνονται 80 χρόνια από τη διεξαγωγή των πρώτων κοινοβουλευτικών εκλογών στην Ελλάδα μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, στις 31 Μαρτίου 1946. Το ΚΚΕ και το ΕΑΜ αποφάσισαν να απέχουν από αυτές, απόφαση που ακόμη και σήμερα θεωρείται από πολλούς ιστορικούς και αναλυτές ότι οδήγησε στην έναρξη του εμφυλίου πολέμου.
Βρισκόμαστε ήδη ένα χρόνο μετά την υπογραφή της συνθήκης της Βάρκιζας. Η «λευκή» τρομοκρατία έχει φτάσει στο απόγειό της. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του ΕΑΜ είχαμε 1.200 δολοφονίες, 85.000 συλλήψεις, 165 βιασμούς, 6.500 τραυματισμούς. Συνεχείς βανδαλισμοί και καταστροφές τυπογραφείων, εφημερίδων, κομματικών γραφείων. Η στοιχειώδης πολιτική δράση είναι αδύνατη στην επαρχία και οριακά ανεκτή στις μεγάλες πόλεις. Η αστική κυβέρνηση με τους μηχανισμούς της, κατά βάση παρακρατικές συμμορίες (ΜΑΔ, ΜΑΥ κ.α.), συνεπικουρουμένη φυσικά και από τους Βρετανούς, έχει επιβάλει ως κύριο, αν όχι αποκλειστικό, σκοπό την πλήρη και με κάθε μέσο «αποεαμοποίηση» της ελληνικής κοινωνίας, που σχηματίστηκε μετά το τέλος της κατοχής και απειλούσε άμεσα τα αστικά συμφέροντα.
Πέρα από όμως από το δυσμενές πολιτικό κλίμα, ακόμη και η ίδια η εκλογική διαδικασία απείχε σημαντικά από το να θεωρηθεί αδιάβλητη. Εκλογικοί κατάλογοι δίχως ανανέωση, καταρτισμένοι από το 1936, πλήρης έλεγχος των εκλογικών τμημάτων, αστυνομοκρατία, δολοφονική κρατική και παρακρατική βία.
Οι διεθνείς παρατηρητές των μεγάλων δυνάμεων (Βρετανία, Γαλλία, ΗΠΑ), περισσότερο συνέβαλαν στη νομιμοποίηση των παραπάνω συνθηκών, παρά στην ομαλή διεξαγωγή των εκλογών σύμφωνα με δημοκρατικούς όρους. Με εξαίρεση αυτών της ΕΣΣΔ, που αρνήθηκαν να συμβάλουν στη διαδικασία συγκάλυψης και απουσίας δημοκρατικής διαδικασίας.
Μέσα σε αυτές λοιπόν τις συνθήκες, το ΚΚΕ κλήθηκε να λάβει την απόφαση αν θα έπρεπε να συμμετάσχει, νομιμοποιώντας στην πραγματικότητα με τη συμμετοχή του όλα τα παραπάνω.
Ένα κομμουνιστικό κόμμα που παρά την ήττα του Δεκέμβρη, το ανηλεές κυνηγητό της μεταβαρκιζιανής τρομοκρατίας και την απόσυρση χιλιάδων μελών του εξαιτίας όλων των παραπάνω, αριθμούσε ακόμα εκατοντάδες χιλιάδες μέλη. Η πρωτοκαθεδρία του στις συνδικαλιστικές οργανώσεις ήταν δεδομένη, όπως έδειχναν οι συνδικαλιστικές αρχαιρεσίες, ενώ -παρά την τρομοκρατία- ο Ριζοσπάστης διατηρούσε την πρώτη θέση σε κυκλοφορία πανελλαδικά.
Αρχικά, η ηγεσία δεν είχε αντίρρηση στη συμμετοχή στις εκλογές, υπό την προϋπόθεση ότι θα ήταν τίμιες. Όταν όμως έγινε σαφές ότι η κυβέρνηση δεν σκόπευε να αλλάξει τους όρους διεξαγωγής τους, ακόμη και δυνάμεις του Κέντρου (Καφαντάρης, Τσουδερός κ.ά.) αλλά και του εαμικού στρατοπέδου άρχισαν να δηλώνουν αποχή.
Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα παραπάνω, το ΚΚΕ βρέθηκε μπροστά στο δίλημμα είτε να απέχει, με το σκεπτικό της άμεσης προσφυγής στην ένοπλη πάλη, είτε να συμμετάσχει, εξαντλώντας όλα τα νόμιμα μέσα πολιτικής δράσης.
Τελικά, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε σε σοβιετικό αξιωματούχο ο Νίκος Ζαχαριάδης, το ΚΚΕ αποφάσισε να ακολουθήσει έναν τρίτο δρόμο. Και να απέχει, αλλά και να μην κλιμακώσει αποφασιστικά την ένοπλη πάλη, αλλά να τη χρησιμοποιεί σαν μέσο πίεσης, εκτιμώντας συνεχώς τις εξελίξεις. Η απόφαση πάρθηκε λόγω και της μη σύμφωνης γνώμη της Σοβιετικής Ένωσης για γρήγορο πέρασμα στην ένοπλη πάλη. Μάλιστα η ΕΣΣΔ είχε συμβουλέψει το ΚΚΕ να συμμετάσχει κανονικά στην εκλογική διαδικασία.

Η πολιτική αποχή εκτιμήθηκε στο 9,3% από τους «διεθνείς παρατηρητές» βάσει δημοσκόπησης σε δείγμα 1.300 εκλογέων! Ουδείς έλαβε σοβαρά υπόψη το νούμερο αυτό. Σύμφωνα δε με νεότερες έρευνες, αυτή άγγιξε το 50%. Αν συνυπολογιστεί ότι απείχαν και κεντρώες δυνάμεις, το τελικό αποτέλεσμα θα έδινε στο εαμικό στρατόπεδο ένα ποσοστό κοντά στο 40%, καθιστώντας το ΕΑΜ πρώτη εκλογική δύναμη, συνυπολογίζοντας και τον κατακερματισμό των αστικών κομμάτων. Ένα ποσοστό φυσικά το οποίο δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτό από το αστικό στρατόπεδο και τους διεθνείς προστάτες του.
Σ’ αυτό το πλαίσιο, τη νύχτα 30 προς 31 Μαρτίου ομάδα 33 ενόπλων διωκόμενων αγωνιστών επιτέθηκε στον σταθμό Χωροφυλακής του Λιτόχωρου εξοντώνοντας τη δύναμη χωροφυλάκων και εθνοφυλάκων που βρίσκονταν εκεί (13 νεκροί). Ήταν μια ισχυρή προειδοποίηση προς το μετεμφυλιακό καθεστώς και αποτέλεσε τη «συμβολική» έναρξη του εμφυλίου. Τελικά βέβαια, η καθυστερημένη απόφαση για αποφασιστικό πέρασμα στον ένοπλο αγώνα έπαιξε καταλυτικό ρόλο στις κατοπινές στρατιωτικές αδυναμίες του ΔΣΕ.
Μήπως όμως αν το ΕΑΜ συμμετείχε, θα μπορούσε να επιβάλλει τη νόμιμη παρουσία της αριστεράς και του λαϊκού κινήματος;
Το αστικό στρατόπεδο ήταν αυτό που είχε επιλέξει να οδηγήσει μεθοδευμένα την κατάσταση στα άκρα
Η συγκρότηση και η επιβουλή ενός αντικομμουνιστικού κράτους έκτακτης ανάγκης αποτελούσε πρώτη και κύρια επιλογή τόσο των Βρετανών όσο και του εγχώριου αστισμού. Η θέσπιση μετά από τέσσερις μήνες του Γ΄ Ψηφίσματος, το οποίο ποινικοποιούσε -μεταξύ άλλων – με τον πλέον ακραίο τρόπο ακόμη και την απλή συμμετοχή στην εθνική αντίσταση, έρχεται να επιβεβαιώσει την παραπάνω θέση. Με αυτούς τους όρους διεξαγωγής των εκλογών, η συμμετοχή του ΕΑΜ το μόνο που θα επιτύγχανε θα ήταν η νομιμοποίηση της κρατικής βίας, της εκλογικής νοθείας και των αποτελεσμάτων της.
Παρότι η αποχή επιχειρήθηκε να παρουσιαστεί ως απόδειξη αδιαλλαξίας εκ μέρους του ΚΚΕ, η πραγματικότητα ήταν εντελώς διαφορετική. Το αστικό στρατόπεδο ήταν αυτό που είχε επιλέξει να οδηγήσει μεθοδευμένα την κατάσταση στα άκρα. Η πορεία προς τον εμφύλια σύρραξη ήταν κατά τα φαινόμενα αναπότρεπτη. Μια πορεία η οποία -για να μην ξεχνάμε- είχε ξεκινήσει την επαύριο (αν όχι νωρίτερα) της υπογραφής της Βάρκιζας, με τον μονόπλευρο εμφύλιο της μοναρχικής δεξιάς.
Εξάλλου, η ίδια η ιστορία μας έχει διδάξει ότι όταν βρισκόμαστε μπροστά σε μια αδύνατη ταξική ανακωχή κι όταν ο αντίπαλος έχει προαποφασίσει να μεταχειριστεί κάθε μέσο που έχει στη διάθεση του, τότε δεν «μετρούν» οι εκλογικές διαδικασίες, αλλά οι ξεκάθαρες και αποκρυσταλλωμένες θέσεις για επαναστατική αναμέτρηση.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΠΡΙΝ που κυκλοφόρησε 28-29 Μαρτίου 2026
















