Βασίλης Τσιράκης, συγγραφέας
Έχοντας ήδη γράψει μια τριλογία ιστορικών μυθιστορημάτων για τη Θεσσαλονίκη του 20ου αιώνα (Σελανίκ, Τα χρόνια ανάμεσα, Οι αλώβητοι), ο Βασίλης Τσιράκης μάς έδωσε πρόσφατα τη μυθιστορηματική βιογραφία του Κώστα Γυφτοδήμου (Καραγιώργη), στελέχους του ΚΚΕ, του ΕΑΜ και του ΔΣΕ, που πέθανε φυλακισμένος στη Ρουμανία, με άδικες κατηγορίες. Στον Κοσμοπολίτη, (εκδόσεις Τόπος), ο Β. Τσιράκης φιλοτεχνεί τη φυσιογνωμία του Καραγιώργη, χωρίς εξιδανίκευση ή δαιμονοποίηση, που υπερέβαινε «τον μονοδιάστατο τύπο των ηγετών του κόμματος της περιόδου».
Συνέντευξη στον Γιάννη Ελαφρό
> Το όγδοο βιβλίο σου, Ο Κοσμοπολίτης, είναι μια μυθιστορηματική βιογραφία. Γιατί επέλεξες να ασχοληθείς με ένα νέο είδος;
Δεν θα το έλεγα ακριβώς νέο είδος. Η μυθιστορηματική βιογραφία συγγενεύει με το ιστορικό μυθιστόρημα, με την διαφορά ότι ο κεντρικός ήρωας είναι ένα ιστορικό πρόσωπο. Έτσι ο συγγραφέας οφείλει να σεβαστεί στο έπακρο τη διαδρομή της ζωής του αποφεύγοντας μυθοπλαστικές αυθαιρεσίες και υποκειμενισμούς και παράλληλα να μένει σχολαστικά πιστός στα ιστορικά γεγονότα χωρίς αναχρονισμούς στο όνομα υπηρέτησης της μυθοπλασίας.
> Μπορείς να γίνεις πιο συγκεκριμένος όσον αφορά στις δυσκολίες;
Προφανώς μια μυθιστορηματική βιογραφία – σε αντίθεση με το ιστορικό δοκίμιο – εμπεριέχει μυθοπλαστικούς διαλόγους στους οποίους έχει πρωταγωνιστικό ρόλο ο κεντρικός ήρωας. Η επί πλέον δυσκολία λοιπόν είναι ότι τα λόγια του πρέπει να ανταποκρίνονται στις ιστορικά καταγεγραμμένες απόψεις του και ο μυθοπλαστικός χαρακτήρας του να συνάδει με το προφίλ του, όπως αυτό έχει καταγραφεί από τους ιστορικούς.
Έτσι το ερώτημα σε ένα διάλογο μιας μυθιστορηματικής βιογραφίας δεν είναι αν ειπώθηκαν πραγματικά τα λόγια του κεντρικού ήρωα, αλλά αν θα μπορούσαν να ειπωθούν από αυτόν στις συγκεκριμένες συνθήκες, είτε ενός πραγματικού γεγονότος (συνάντηση Χρύσας Χατζηβασιλείου και Καραγιώργη στη Βουδαπέστη το Νοέμβρη του ΄49, όπου οι δύο σύντροφοι κάνουν μια ανασκόπηση της δεκαετίας του ΄40), είτε ενός μυθοπλαστικού (διάλογος Καραγιώργη και Μιχάλη Ράπτη-Πάμπλο στη Σίφνο όπου βρέθηκαν και οι δυο το καλοκαίρι του ΄37, χωρίς όμως η ιστοριογραφία να καταγράφει την συνάντησή τους).
> Ποιος μιλά τελικά στον Κοσμοπολίτη, ο συγγραφέας ή ο Καραγιώργης;
Στη γραφή σε πρώτο πρόσωπο διαβάζουμε τα (κατεστραμμένα;) απομνημονεύματα του Καραγιώργη, μέσα από το υποτιθέμενο ημερολόγιό του, που είναι κατασκεύασμα του συγγραφέα. Στην τριτοπρόσωπη γραφή διαβάζουμε μια λογοτεχνική προσέγγιση της βιογραφίας του (όπου προστίθεται το στοιχείο της αναγνωστικής τέρψης), η οποία λειτουργεί ως συγκολλητική ουσία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων, θέτοντας ταυτόχρονα ερωτήματα και προβληματισμούς.
Οι δύο αυτές παράλληλες γραφές συνδυάζονται εξ’ αρχής με τις εκθέσεις του ρουμάνου πράκτορα που στάλθηκε στο κελί του Καραγιώργη για να τον «ψαρεύει», και οι οποίες αποτελούν ιστορικά ντοκουμέντα, κάνοντας έτσι την αφήγηση μη γραμμική.
Όσον αφορά τη φωνή του Καραγιώργη, υπάρχει στο βιβλίο μέσα από τα γραπτά του κείμενα τα οποία έχουν διασωθεί, αλλά και τις ομιλίες του στα σώματα του ΚΚΕ και του ΕΑΜ, όπως αυτές είναι καταγεγραμμένες στα αρχεία αλλά και στη βιβλιογραφία ως μαρτυρίες συντρόφων και συναγωνιστών του.
> Γιατί επέλεξες να γράψεις για τον Κώστα Καραγιώργη, ένα πρόσωπο που έχει προκαλέσει διαφορετικές προσεγγίσεις στην Αριστερά;
Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του ως στέλεχος του ΚΚΕ ήταν ότι υπερέβαινε τον μονοδιάστατο τύπο των ηγετών του κόμματος της περιόδου.
Έτσι απαντώντας στο (μυθοπλαστικό) ερώτημα του καθηγητή του (πραγματικό πρόσωπο), μαζί με την συμμετοχή του στον αγώνα για να αλλάξει τον κόσμο, αποφάσισε και να τον γνωρίσει μέσα από την περιήγησή του στην Ευρώπη του μεσοπολέμου ως ανταποκριτής της Κομιντέρν και του Ριζοσπάστη, αλλά και να τον κατανοήσει με την ενασχόλησή του με τη λογοτεχνία, τη φιλοσοφία, τη φυσική και τη βιολογία. Επιχείρησε δηλαδή να προσεγγίσει το ολιστικό προφίλ των ηγετών της Οκτωβριανής επανάστασης (βλέπε το Υλισμός και εμπειριοκριτικισμός του Λένιν ή το Λογοτεχνία και επανάσταση του Τρότσκι).
Παράλληλα ο Καραγιώργης συνδύαζε την αστική ευγένεια της καταγωγής του με το πηγαίο χιούμορ του χαρακτήρα του και το ταλέντο του να μιλά τη γλώσσα του λαού. Εμπειρία που απέκτησε φοιτητής ακόμα από την εξορία του στην Ανάφη, τη θητεία του στο περιβόητο ουλαμό Καλπακίου και βέβαια στην παρανομία της Αθήνας της κατοχής και τη δράση του ως γραμματέας της ΚΟ Θεσσαλίας του ΚΚΕ και πρωτοκαπετάνιος του ΕΛΑΣ.

> Ο Καραγιώργης πεθαίνει στις ρουμανικές φυλακές. Είναι τελικά νομοτέλεια η επανάσταση να τρώει τα παιδιά της;
Προφανώς η ερώτηση αναφέρεται στις σοσιαλιστικές επαναστάσεις και εξεγέρσεις του 20ου αιώνα. Όμως το ότι κάποιες από αυτές απαντούν καταφατικά στο ερώτημα, δεν συνεπάγεται και την νομοτέλεια της θέσης αυτής στο διηνεκές. Πολύ περισσότερο που οι επαναστάσεις αυτές – πρώτες απόπειρες μετάβασης σε μια μη εκμεταλλευτική κοινωνία – ήταν ανολοκλήρωτες και ημιτελείς.
Είναι αλήθεια ότι ο δρόμος της επανάστασης δεν είναι στρωμένος με ροδοπέταλα, τόσο στην πολεμική με τον αντίπαλο όπου η βία λειτουργεί ως μαμή της ιστορίας, όσο και στη διαχείριση των εσωτερικών αντιθέσεων που έχουν να κάνουν με διαφορετικές προσεγγίσεις της πραγματικότητας και οι οποίες εδράζονται εκτός από υποκειμενικούς και σε αντικειμενικούς λόγους.
Αυτό όμως δεν δικαιολογεί τα δίπολα εξιδανίκευση-απαξίωση, αγιοποίηση-δαιμονοποίηση, που κάθε άλλο παρά βοηθούν στην εξαγωγή των ορθών συμπερασμάτων από τη μελέτη της ιστορίας.
Αν η περίπτωση Καραγιώργη μάς δείχνει πως η επανάσταση πρέπει να βρίσκεται σε διαρκή επιφυλακή, οι 200 της Καισαριανής είναι ένα απτό δείγμα του νέου τύπου ανθρώπου της μελλοντικής κοινωνίας
> Είδαμε πρόσφατα τη συγκίνηση που δημιούργησαν οι φωτογραφίες των 200 εκτελεσμένων κομμουνιστών στην Καισαριανή και η συγκλονιστική τους στάση. Πως είδες αυτή την πλευρά σε σχέση με τον Κοσμοπολίτη, αλλά και γενικότερα;
Κάθε άλμα της ιστορίας (όπως και της τέχνης) προς τα εμπρός προϋποθέτει την υπέρβαση του παρελθόντος και το συνειδητό κτίσιμο του μέλλοντος, όπου όμως κατά τη μεταβατική περίοδο συνυπάρχει και το παλιό και το νέο.
Αν η περίπτωση Καραγιώργη μας δείχνει πως η εξάλειψη του παλιού απαιτεί από την επανάσταση να βρίσκεται σε μια διαρκή επιφυλακή και αμφισβήτηση του εαυτού της, η περίπτωση του Ναπολέοντα Σουκατζίδη και των 200 της Καισαριανής είναι ένα απτό δείγμα του νέου τύπου ανθρώπου της μελλοντικής κοινωνίας.
> Συνοψίζοντας, τι αφήνει η υπόθεση Καραγιώργη στο σήμερα;
Την παρακαταθήκη πως οι κομμουνιστές δεν πρέπει να αποστρέφουν το βλέμμα τους από τις ανοιχτές πληγές τους, στο όνομα τυχόν επιπτώσεων στο σήμερα, θυμίζοντας έτσι την σκηνή από την ταινία Το μίσος του Ματιέ Κασόβιτς, όπου ο ήρωας πέφτοντας από την ταράτσα μιας πολυκατοικίας περνώντας έναν έναν τους ορόφους μονολογεί: «Μέχρι εδώ όλα πάνε καλά».
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν στο φύλλο 23-24 Μαΐου 2026












