Μπάμπης Συριόπουλος
Από μια ιδέα του τσάρου για μια εκλεγμένη εργατική αντιπροσωπεία, συμβουλευτική και «φρόνιμη», οι εργάτες της Πετρούπολης και άλλων πόλεων, για τις ανάγκες της οργάνωσης των πολιτικών απεργιών, δημιούργησαν τα εργατικά Σοβιέτ (συμβούλια) που στην πορεία εξελίχτηκαν στην πράξη σε όργανα επαναστατικής πάλης και εξουσίας.
Η ρωσική επανάσταση του 1905 άφησε την παγκόσμια ιστορική παρακαταθήκη των εργατικών συμβουλίων ως οργάνων πάλης και εξουσίας. Η ιδέα για μια εργατική αντιπροσώπευση ήταν αρχικά του τσάρου! Αυτός έδωσε την εντολή στον γερουσιαστή Σιντλόφσκι στις 29 Γενάρη να συγκροτήσει την ομώνυμη επιτροπή για να διερευνήσει τα αίτια της εργατικής δυσαρέσκειας. Στην Επιτροπή θα συμμετείχαν και οι εργάτες μέσω εκλεγμένων αντιπροσώπων (ένας ανά 500 εργάτες). Οι μενσεβίκοι ήταν εξαρχής υπέρ της συμμετοχής σ’ αυτή την Επιτροπή, οι μπολσεβίκοι ήταν αρχικά υπέρ του μποϊκοτάζ καθώς ήταν φανερός εξαρχής ο εκτονωτικός της ρόλος. Ωστόσο τελικά κατέβασαν υποψηφίους διεκδικώντας συνελεύσεις με ελευθερία του λόγου. Η κυβέρνηση δεν το επέτρεψε συλλαμβάνοντας μάλιστα αρκετούς υποψηφίους οπότε η πρόταση για μποϊκοτάζ έγινε ενθουσιωδώς αποδεκτή από την πλειοψηφία των εργατών. Η Επιτροπή διαλύθηκε πριν καν συγκροτηθεί.
Μια πρώτη σημαντική στιγμή ήταν όταν -κατά την πολιτική απεργία στο Ιβάνοβο-Βοζνεσέσκ (κέντρο υφαντουργίας) που άρχισε στις 12 Μάη και κράτησε 72 μέρες- οι απεργοί εξέλεξαν Σοβιέτ 151 αντιπροσώπων, μεταξύ των οποίων και 17 γυναίκες. Από το τέλος Σεπτέμβρη ένα γιγάντιο απεργιακό κύμα αγκάλιαζε τη Ρωσία με την Πετρούπολη και τη Μόσχα στην πρώτη γραμμή. Στις 11 Οκτώβρη εν μέσω γενικής απεργίας, στην Πετρούπολη οι εργάτες των εργοστασίων εξέλεξαν έναν αντιπρόσωπο ανά 500 (όπως στην Επιτροπή Σιντλόφσκι), συνδυάζοντας τα μικρότερα εργοστάσια και εργαστήρια για να συμπληρώσουν το «μέτρο» της αντιπροσώπευσης. Το άμεσο ζήτημα ήταν η διεύθυνση της γενικής απεργίας και η πρώτη συνεδρίαση του «Σοβιέτ (συμβουλίου στα ρωσικά) εργατών αντιπροσώπων» έγινε στις 13/10 εκλέγοντας 22μελή Εκτελεστική Επιτροπή. Η αρχή έγινε με 40 αντιπροσώπους ωστόσο στη συνέχεια ο αριθμός τους αυξανόταν διαρκώς φτάνοντας στο απόγειό του τους 562 αντιπροσώπους. Γρήγορα σχηματίστηκαν Σοβιέτ σε περισσότερες από 50 πόλεις (στη Μόσχα στις 21/11 με 180 αντιπροσώπους).
Ο ρόλος των σοβιέτ ήταν εξαρχής πολύπλευρος. Στην Πετρούπολη το Σοβιέτ είχε συνολικό πολιτικό πρόγραμμα, κέρδισε την ελευθερία του τύπου, εξέδιδε εφημερίδα (Ισβέστια), για ένα διάστημα επέβαλλε το 8ωρο, οργάνωσε κανονικές οδικές περιπολίες για να εγγυηθεί την ασφάλεια των πολιτών, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό ανέλαβε τις ταχυδρομικές και τηλεγραφικές υπηρεσίες, άνοιγε και έκλεινε επιχειρήσεις αναγκαίες για την επιβίωση του πληθυσμού, παρενέβαινε επιτακτικά στις οικονομικές διαμάχες μεταξύ εργατών και καπιταλιστών, τοποθετούνταν απέναντι στις κυβερνητικές διακηρύξεις. Στη Μόσχα έδινε οδηγίες σε συνεργασία με τις ένοπλες ομάδες των σοσιαλιστικών κομμάτων για την ένοπλη εξέγερση τον Δεκέμβρη. Η γενική απεργία διαρκείας έβαλε εκ των πραγμάτων πρωτόγνωρα καθήκοντα: «Η τάξη [εργατική] που με την ταυτόχρονη παύση των εργασιών παραλύει τον παραγωγικό μηχανισμό και μαζί μ’ αυτόν τον συγκεντρωτικό μηχανισμό της εξουσίας, […] σπέρνοντας γενική σύγχυση, πρέπει η ίδια να είναι επαρκώς οργανωμένη, για να μη γίνει το πρώτο θύμα της αναρχίας που αυτή έχει δημιουργήσει. Όσο πληρέστερα μια απεργία παροπλίζει την κρατική οργάνωση, τόσο περισσότερο υποχρεώνεται η οργάνωση της ίδιας της απεργίας να αναλάβει κρατικές λειτουργίες» (Τρότσκι, 1905, σελ. 256, εκδ. Ένεκεν).
Ο Λένιν δηλώνει σαφώς «και Σοβιέτ των εργατών αντιπροσώπων και κόμμα»
Ο ρόλος των σοβιέτ δεν ήταν εξαρχής δεδομένος ούτε και η στάση των σοσιαλιστών απέναντί τους. Οι μπολσεβίκοι της Πετρούπολης αρχικά το είδαν με δυσπιστία εξαιτίας της μη-κομματικότητάς του. Η εφημερίδα τους, Νόβαγια Ζιζν, κατήγγειλε την «εξαιρετικά περίεργη κατάσταση κατά την οποία το Σοβιέτ δεν είχε οποιαδήποτε εξάρτηση από το κόμμα», θέτοντας το ερώτημα «Σοβιέτ των εργατών αντιπροσώπων ή κόμμα;». Ο Λένιν αντίθετα, όντας ακόμα στο εξωτερικό, διαφωνεί με αυτή τη στάση και δηλώνει σαφώς στις αρχές Νοέμβρη «και Σοβιέτ των εργατών αντιπροσώπων και κόμμα». Συνεχίζει στο ίδιο άρθρο: «Διακινδυνεύοντας να καταπλήξω ακόμα περισσότερο τους αναγνώστες, είμαι ωστόσο υποχρεωμένος να πω αμέσως πως και σ’ αυτόν τον τομέα δεν μου φαίνεται σκόπιμο ν’ απαιτούμε από το Σοβιέτ των εργατών αντιπροσώπων να αποδεχθεί το σοσιαλδημοκρατικό πρόγραμμα και να ενταχθεί στο Ρωσικό Σοσιαλδημοκρατικό Εργατικό Κόμμα». Αντίθετα, ακριβώς επειδή το Σοβιέτ εκπροσωπούσε τις πλατιές εργατικές μάζες στην επαναστατική πάλη έγραφε: «πρέπει, όσο το δυνατόν πιο γρήγορα, να ανακηρύξει τον εαυτό του προσωρινή επαναστατική κυβέρνηση όλης της Ρωσίας, είτε (πράγμα που είναι το ίδιο, μόνο με άλλη μορφή) πρέπει να δημιουργήσει μια προσωρινή επαναστατική κυβέρνηση».
Οι μενσεβίκοι είδαν το Σοβιέτ εξαρχής θετικά (πάντα πιο «πλατιοί»). Ωστόσο δεν το έβλεπαν σαν πρόπλασμα πολιτικής εξουσίας που θα αντικαθιστούσε τη μοναρχία αλλά σαν «επαναστατική αυτοκυβέρνηση» σύμφωνα με την έκφραση του Λένιν. Επίσης έριχναν και την ιδέα ενός «εργατικού συνεδρίου» για την ίδρυση ενός μαζικού εργατικού κόμματος στο πρότυπο του βρετανικού Εργατικού Κόμματος. Αντίθετα για τον Λένιν θεσμοί σαν τα Σοβιέτ όταν «δεν ανατρέπουν τις κυβερνητικές αρχές (δηλ. όταν δεν μετατρέπονται σε προσωρινές επαναστατικές κυβερνήσεις), είναι καταδικασμένοι σε αναπόφευκτη κατάρρευση» (Άπαντα τ. 12, σελ. 231).
Τα σοβιέτ του 1905 ήταν η επόμενη μορφή εν δυνάμει εργατικής εξουσίας μετά την Παρισινή Κομμούνα του 1871. Δεν τα δημιούργησε κανένα κόμμα αλλά η επαναστατική πρωτοβουλία των μαζών. Δεν ήταν αμεσοδημοκρατικοί θεσμοί, ούτε όργανα βάσης. Είχαν όμως εξαρχής το στοιχείο της εργατικής πολιτικής αντιπροσώπευσης και την άμεση έκφραση των διαθέσεων της εργατικής τάξης. Αν και προέρχονταν από τα εργοστάσια και τα εργαστήρια, ο ρόλος τους ήταν κεντρικός και συνολικά πολιτικός. Αν και δεν ιδρύθηκαν ως όργανα εξουσίας αλλά πάλης, στην πορεία του αγώνα εξελίχτηκαν στην πράξη ως το αντίπαλο δέος απέναντι στην κρατική εξουσία, λειτουργίες της οποίας «σφετερίζονταν» επαναστατικά. Καμία ειρηνική συνύπαρξη διαρκείας δεν ήταν δυνατή με την κρατική εξουσία όπως έλπιζαν οι μενσεβίκοι ή το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Γερμανίας (SPD) για τα γερμανικά εργατικά συμβούλια μετά το 1919. Οι μπολσεβίκοι δεν τα δημιούργησαν, αλλά είδαν σ’ αυτά το μέσο για την εργατική ηγεμονία στην επανάσταση σε αντίθεση με τη φιλελεύθερη αστική τάξη.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΠΡΙΝ στο φύλλο 1-2 Νοεμβρίου 2025
















