Αιμιλία Καραλή
«Χαίρομαι που η CIA είναι “ανήθικη”» έγραφε τη δεκαετία του ‘60 ο Τόμας Γ. Μπράντεν, εκτελεστικός γραμματέαςτου ΜοΜΑ της Νέας Υόρκης το 1948-1949 και αρχιτέκτονας του Πολιτιστικού Ψυχρού Πολέμου. Μία από τις επιχειρήσεις αυτού του πολέμου ήταν η μυστική χρηματοδότηση από τη CIA πολιτιστικών οργανισμών και διανοουμένων, μέσω και ιδρυμάτων-βιτρίνες, για να ενισχυθούν οι αντικομμουνιστικές και αντισοβιετικές τάσεις. Η κεντρική ιδέα ήταν πως οι ΗΠΑ και η Δυτική Ευρώπη απολάμβαναν καλλιτεχνική ελευθερία σε αντίθεση με τις χώρες του «υπαρκτού σοσιαλισμού».
Η νέα Τροία
Το σχέδιο Μάρσαλ για την «ευρωπαϊκή ανοικοδόμηση» είχε και φανερούς και κρυφούς στόχους. Οι πρώτοι αφορούσαν τυπικά την ανοικοδόμηση της Ευρώπης μετά τον πόλεμο, την αποτροπή της επιρροής της Σοβιετικής Ένωσης και γενικότερα των «κομμουνιστικών ιδεών», την κυριαρχία των αμερικανικών εταιρειών. Οι δεύτεροι αφορούσαν την ιδεολογική και πολιτιστική παρέμβαση. «Σχέδιο Τροία» (Project Troy) είχε ονομαστεί το άκρως απόρρητο πρόγραμμα που είχε εκπονήσει το Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ και η CIA το φθινόπωρο του 1950 σε συνεργασία με τα πανεπιστήμια ΜΙΤ και Χάρβαρντ. Στόχος του ήταν να βρεθούν αποτελεσματικοί τρόποι – Δούρειος Ίππος – για να διεισδύσει η αμερικανική προπαγάνδα στη Σοβιετική Ένωση και στις χώρες επιρροής της (Τροία). Δημιουργήθηκε έτσι το 1951 το Συμβούλιο Ψυχολογικής Στρατηγικής (PSB), που σχεδίασε τη γενική στρατηγική για αντισυμβατικά μέτρα πολέμου: οικονομικού, πολιτικού, ψυχολογικού και στην πορεία πολιτιστικού. Είναι η περίοδος του Ψυχρού Πολέμου.
Η CIAtainment και η ελευθερία της τέχνης
Η CIA έχει σημαντικό μερίδιο στον πόλεμο αυτό. Σε συνεργασία με πολιτιστικά ιδρύματα (πχ. Ροκφέλερ, Κάρνεγκι, ΜοΜΑ) οργανώνει μια τεράστιας έκτασης παρέμβαση σε βαθμό που θα μπορούσαμε να δημιουργήσουμε έναν νεολογισμό, τον CIAtainment (CIA και Entertainment) για να συμπεριλάβουμε τις ψυχαγωγικές δραστηριότητες τις οποίες διενήργησε και αυτές που και σήμερα προωθεί, στο όνομα της ελευθερίας της τέχνης.
Όταν αποκαλύφθηκαν και επικρίθηκαν οι δράσεις της το 1966-67, ο Τόμας Γ. Μπράντεν, εκτελεστικός Γραμματέας του ΜοΜΑ το 1948-1949 και αρχιτέκτονας του Πολιτιστικού Ψυχρού Πολέμου σε άρθρο του με τίτλο«Χαίρομαι που η CIA είναι “ανήθικη”» σημειώνει – μεταξύ άλλων – κυνικά: «Θυμάμαι την τεράστια χαρά που ένιωσα όταν η Συμφωνική Ορχήστρα της Βοστώνης κέρδισε περισσότερη αναγνώριση για τις ΗΠΑ στο Παρίσι από όση θα μπορούσαν να είχαν αγοράσει ο Τζον Φόστερ Ντάλες ή ο Ντουάιτ Αϊζενχάουερ με εκατό ομιλίες.» (TheSaturday Evening Post, 20 Μαΐου 1967). Την περιοδεία την είχε χρηματοδοτήσει η CIA και παρουσίασε έργα και συνθετών οι οποίοι θεωρούντο εχθρικοί με τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό.
Η CIA χρηματοδότησε το Κογκρέσο για την Πολιτιστική Ελευθερία (CCF), που ιδρύθηκε τον Ιούνιο του 1950 στο Βερολίνο
Ενώ, λοιπόν, στις Ηνωμένες Πολιτείες κυριαρχούσε ο μακαρθισμός και χιλιάδες καλλιτέχνες και διανοούμενοι στερήθηκαν την ελευθερία τους, η CIA χρηματοδοτεί το Κογκρέσο για την Πολιτιστική Ελευθερία (Congress for Cultural Freedom – CCF), που ιδρύθηκε τον Ιούνιο του 1950 στο Βερολίνο. Σημαντικοί διανοούμενοι από τις ΗΠΑ και τη Δυτική Ευρώπη, όπως οι Καρλ Γιάσπερς, Τζον Ντιούι, Ιγνάσιο Σιλόνε, Άρθουρ Κέσλερ, Άρθουρ Σλέσινγκερ, Ρεϊμόν Αρόν, Μέλβιν Τζ. Λάσκι, Τένεσι Ουίλιαμς, και Σίντνεϊ Χουκ, συμμετείχαν στο ιδρυτικό του συνέδριο.
Στόχος του ήταν να παρουσιάσει την αξία της καλλιτεχνικής ελευθερίας που ενοποιεί αμερικανούς και ευρωπαίους καλλιτέχνες σε αντίθεση με την ανελευθερία που επικρατούσε στις χώρες του «υπαρκτού σοσιαλισμού». Θεωρητικά ήθελε να παρουσιάσει αρχικά ως ενιαία τα μεταπολεμικά ενδιαφέροντα και ανησυχίες Αμερικανών και Ευρωπαίων διανοούμενων και, δεύτερον, να συγκεντρώσει, να θεσμοποιήσει και να οργανώσει την απογοήτευση διανοούμενων από την πολιτική της Σοβιετικής Ένωσης στην Τέχνη.
Λογοτεχνικά περιοδικά, Όργουελ, Πάστερνακ
Συστηματική παρέμβαση έκανε η CIA στα λογοτεχνικά δρώμενα τα οποία αντιμετώπισε ως πνευματικά πυρομαχικά. Μέσω του CCF, η υπηρεσία χρηματοδότησε πάνω από είκοσι λογοτεχνικά και πολιτικά περιοδικά υψηλού κύρους σε όλο τον κόσμο, με πιο γνωστά το Encounter στη Βρετανία, το γερμανικό Der Monat, το ιταλικό Tempo Presente, το Mundo Nuevo και το Cuadernos στη Λατινική Αμερική, το Forum στην Αυστρία, το Quadrant στην Aυστραλία, το Hiwar στον Λίβανο. Ο Στρατής Μπουρνάζος στο πολύ σημαντικό έργο του Η ιστορία μιας ματαίωσης: το CCF και ο Πολιτισμικός Ψυχρός Πόλεμος στην Ελλάδα (1950-1967) παρουσιάζει διεξοδικά το θέμα καθώς και τους λόγους για τους οποίους δεν ευοδώθηκαν τα σχέδια του οργανισμού στην Ελλάδα παρά την επιθυμία των «πρόθυμων συμμάχων» του.
Από τις πιο γνωστές της παρεμβάσεις είναι η κινηματογραφική μεταφορά της Φάρμας των Ζώων του Τζορτζ Όργουελ, το 1954. Πράκτορες της υπηρεσίας αγόρασαν – μετά τον θάνατο του συγγραφέα – τα δικαιώματα από τη χήρα του. Η ταινία κινουμένων σχεδίων που γυρίστηκε στη Βρετανία άλλαξε σημαντικά σημεία του έργου και κυρίως το τέλος του. Αποσιωπήθηκε τελείως η κριτική του Όργουελ στον αυταρχισμό που ενυπάρχει τόσο στον καπιταλισμό όσο και στο συγκεκριμένο σοβιετικό μοντέλο διακυβέρνησης. Το έργο κατέληξε να είναι μια ωδή στον αντικομμουνισμό.

Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι αυτή με το βραβείο Νομπέλ στον Μπόρις Πάστερνακ και το έργο του Δόκτωρ Ζιβάγκο. Το μυθιστόρημα περιείχε αιχμές για τη σκληρότητα και των δύο πλευρών του Εμφυλίου πολέμου μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση με αποτέλεσμα να απαγορευτεί η έκδοσή του στη Σοβιετική Ένωση. Βλέποντας μια τεράστια ιδεολογική ευκαιρία, η CIA ξεκίνησε ένα κρυφό πρόγραμμα έκδοσης βιβλίων – το οποίο εσωτερικά σημειώματα περιέγραφαν ως ένα «Σχέδιο Μάρσαλ για το μυαλό». Αποχαρακτηρισμένα έγγραφα αποκαλύπτουν ότι η CIA υπέκλεψε το χειρόγραφο, οργάνωσε την άμεση κρυφή εκτύπωσή του στην αυθεντική ρωσική γλώσσα. Μέχρι τον Ιούλιο του 1959, τουλάχιστον 9.000 αντίτυπα μιας έκδοσης τσέπης του Δόκτωρ Ζιβάγκο – εν αγνοία του συγγραφέα – τυπώθηκαν στα κεντρικά γραφεία της CIA, από έναν ανύπαρκτο γαλλικό εκδοτικό οίκο. Σύμφωνα με τα αρχεία της CIA, περίπου 2.000 από αυτά τα αντίτυπα μεταφέρθηκαν στο Παγκόσμιο Φεστιβάλ Νεολαίας και Φοιτητών για την Ειρήνη και τη Φιλία το 1959 στη Βιέννη, ενώ άλλα διανεμήθηκαν από «πράκτορες που είχαν επαφή με Σοβιετικούς τουρίστες και αξιωματούχους στη Δύση».
Στα ίδια αρχεία αναφέρεται η πρόθεση να επιτευχθεί η «μέγιστη δυνατή διανομή και αναγνώριση στον ελεύθερο κόσμο». Η CIA χρησιμοποίησε το εκτεταμένο δίκτυό της για να ασκήσει έντονη πίεση και να επηρεάσει τη Σουηδική Ακαδημία ώστε ο Πάστερνακ να πάρει το Νομπέλ. Η στρατηγική πέτυχε: το 1958, ο συγγραφέας τιμήθηκε με το βραβείο. Η σοβιετική κυβέρνηση, εξοργισμένη και ταπεινωμένη, ανάγκασε τον λογοτέχνη να αρνηθεί το βραβείο, ενώ τον διέγραψαν από την Ένωση των Σοβιετικών συγγραφέων. Μετατρέποντας ένα μυθιστόρημα σε πολιτικό όπλο, η CIA στιγμάτισε την ΕΣΣΔ ως μια πολιτιστική φυλακή, σε αντίθεση με τις ΗΠΑ που εμφανίζεται ως ο απόλυτος παγκόσμιος προστάτης της καλλιτεχνικής ιδιοφυΐας.
Ο έρωτας για την αφηρημένη ζωγραφική
Μια άλλη πλευρά είναι ο κρυφός έρωτας της CIA με τη αφηρημένη αβάν-γκαρντ ζωγραφική. Ενώ οι συντηρητικοί Αμερικανοί πολιτικοί καταδίκαζαν δημόσια τους μοντέρνους καλλιτέχνες όπως ο Τζάκσον Πόλοκ, ο Βίλεμ ντε Κούνινγκ και ο Μαρκ Ρόθκο ως «αντιαμερικανούς» ή «εκφυλισμένους κομμουνιστές», η CIA αναγνώρισε την τεράστια χρησιμότητά τους. Προέβαλε την τέχνη τους ως αντίβαρο στον στυλιζαρισμένο σοσιαλιστικό ρεαλισμό και τα πρότυπά του. Η CIA παρουσίασε τον Αφηρημένο Εξπρεσιονισμό ως α-πολίτικη τέχνη, ως το απόλυτο σύμβολο της ατομικής ελευθερίας. Γι’ αυτό τον σκοπό συνεργάστηκε με ελίτ ιδρύματα, όπως το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης (MoMA). Μέσω του CCF, η υπηρεσία επιδότησε κρυφά περιοδεύουσες διεθνείς εκθέσεις έργων των συγκεκριμένων καλλιτεχνών, όπως το The New American Painting, στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.
Τζαζ διπλωματία για τη δολοφονία του Λουμούμπα

Η πιο σκοτεινή, αιματηρή και κυνική πολιτιστική παρέμβασης της CIA κατά τον Ψυχρό Πόλεμο δεν διαδραματίστηκε σε κάποια ευρωπαϊκή γκαλερί, αλλά στην καρδιά της Αφρικής, με φόντο τους πολύτιμους πόρους του Κονγκό.
Το 1960, ο Πατρίς Λουμούμπα, ο πρώτος δημοκρατικά εκλεγμένος πρωθυπουργός της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, αρνείται να παραδώσει τον ορυκτό πλούτο της χώρας του σε δυτικές πολυεθνικές. Η εντολή για την εξόντωσή του δόθηκε από τον ίδιο τον Αϊζενχάουερ. Στο διάστημα της προετοιμασίας της οι μυστικές υπηρεσίες χρηματοδότησαν μια διεθνή περιοδεία του τζαζίστα Λούις Άρμστρονγκ, με έναν από τους σταθμούς της το Κονγκό. Καθώς χιλιάδες Κονγκολέζοι πολίτες και δημοσιογράφοι συγκεντρώνονταν για να αποθεώσουν τον καλλιτέχνη, η προσοχή της κοινής γνώμης αποσπάστηκε πλήρως. Με προπέτασμα καπνού τις συναυλίες, πράκτορες της CIA διείσδυσαν στην επαρχία της Κατάνγκα, οργάνωσαν εμφύλιο πόλεμο και ανέτρεψαν τον Λουμούμπα. Τον βασάνισαν και τον εκτέλεσαν τον Ιανουάριο του 1961 εγχώριοι δωσίλογοι υπό την καθοδήγηση Βέλγων και Αμερικανών πρακτόρων και την ανοχή του ΟΗΕ.
Το γεγονός αποτυπώθηκε με συγκλονιστικό τρόπο στο ντοκιμαντέρ του Γιόχαν Γκριμονπρές Σάουντρακ για ένα πραξικόπημα (2024). Αποτελεί την πιο χαρακτηριστική περίπτωση του CIAtainment: ακόμη και η ριζοσπαστική τέχνη, όπως και οι εκπρόσωποί της που στις ίδιες τις ΗΠΑ βρίσκονταν υπό διωγμό λόγω του χρώματός τους, εργαλειοποιήθηκαν για να κρύψουν τη δολοφονική δράση των μυστικών υπηρεσιών.
Οι αποκαλύψεις
Η χρυσή εποχή του πολιτιστικού Ψυχρού Πολέμου της CIA κατέρρευσε θεαματικά το 1966 και το 1967, όταν το περιοδικό Ramparts δημοσίευσε μια σειρά από συγκλονιστικές αποκαλύψεις. Παρουσίασε αδιάσειστα στοιχεία για τις χρηματοδοτήσεις της: Εθνική Ένωση Φοιτητών των ΗΠΑ (NSA), δεκάδες άλλες πολιτιστικές οργανώσεις, συμπεριλαμβανομένων και των δραστηριοτήτων του Κογκρέσου για την Πολιτιστική Ελευθερία (CCF). Σπουδαίοι διανοούμενοι και καλλιτέχνες, που πίστευαν ειλικρινά ότι εξέφραζαν την απόλυτη ελευθερία λόγου, συνειδητοποίησαν έντρομοι ότι ήταν άθελά τους πιόνια της αμερικανικής κατασκοπείας. Διευθυντές περιοδικών παραιτήθηκαν, το έργο τους απαξιώθηκε και η αξιοπιστία της «ελεύθερης δυτικής κουλτούρας» δέχτηκε ένα τεράστιο πλήγμα.
Λύση: Ανοιχτή συνεργασία με το Χόλιγουντ
Αυτή η αποκάλυψη ανάγκασε τη CIA να αλλάξει ριζικά τη στρατηγική της. Οι κρυφές χρηματοδοτήσεις μέσω «βιτρινών» ήταν ριψοκίνδυνες στην εποχή της ερευνητικής δημοσιογραφίας. Έτσι, η υπηρεσία αποφάσισε να βγει από τις σκιές των ελίτ περιοδικών και να μπει στο φως της μαζικής κουλτούρας. Αντί να προσπαθεί να ελέγξει την υψηλή διανόηση, στράφηκε εκεί που βρισκόταν η πραγματική δύναμη επιρροής των μαζών: στο Χόλιγουντ, την τηλεόρασηκαι τα video games. Η ίδρυση του επίσημου «Γραφείου Διασύνδεσης» με τη βιομηχανία του θεάματος το 1996, δεν ήταν μια νέα ιδέα, αλλά η νομιμοποιημένη και εξελιγμένη συνέχεια της στρατηγικής που ξεκίνησε μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.
Εξαιρετικά ορατά παραδείγματα αυτής της συνεργασίας περιλαμβάνουν το franchise ταινιών του Τομ Κλάνσι (Patriot Games, The Sum of All Fears), τηλεοπτικές σειρές όπως οι Alias και CIA, ταινίες όπως το Argo και το Zero Dark Thirty. Η υπηρεσία προσφέρει στους κινηματογραφιστές αποκλειστικά προνόμια – όπως αυθεντικές τοποθεσίες γυρισμάτων στα κεντρικά γραφεία της στο Λάνγκλεϊ, τεχνικές συμβουλές από πραγματικούς υπαλλήλους και χρήση επίσημων σφραγίδων. Σε αντάλλαγμα, επιβλέπει το σενάριο για να διασφαλίσει ότι η απεικόνισή τους θα είναι ευνοϊκή. Η ιστορική εικόνα του ασταθούς, αδίστακτου δολοφόνου αντικαθίσταται από ένα άτομο που έχει τα χαρακτηριστικά δημοσίου υπαλλήλου ειδικής κοπής και χρέους που υφίσταται αλλά και προκαλεί δεινά προκειμένου να υπερασπιστεί τη διεθνή σταθερότητα και τη δικαιοσύνη, αξίες που – όπως ξέρουμε – ταυτίζονται με τα συμφέροντα των ΗΠΑ.
Ο αόρατος/ορατός σκηνοθέτης της «ιστορίας»
Η πιο αποτελεσματική μορφή προπαγάνδας είναι αυτή που καταναλώνεται εθελοντικά ως ψυχαγωγία
Το τελευταίο διάστημα εκδόθηκαν πολλές πανεπιστημιακές διατριβές ή μελέτες (και στην Ελλάδα) για τον ρόλο των μυστικών υπηρεσιών στην παραγωγή και τη διακίνηση των καλλιτεχνικών προϊόντων από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, τη CIA και τα συνεργαζόμενα μαζί τους πολιτιστικά Ιδρύματα. Η εξέλιξη του «CIAtainmenτ» από τις κρυφές παρεμβάσεις του Ψυχρού Πολέμου στις σύγχρονες, πολυπλατφορμικές ψηφιακές αφηγήσεις αποκαλύπτει ότι η πιο αποτελεσματική μορφή προπαγάνδας είναι αυτή που καταναλώνεται εθελοντικά ως ψυχαγωγία.
Θεσμοθετώντας την παρουσία της μέσα στα στούντιο του Χόλιγουντ, στις πλατφόρμες streaming και στις εταιρείες ανάπτυξης video games, η CIA πέτυχε κάτι που ούτε ο Γκαίμπελς δεν θα μπορούσε να φανταστεί: μετέτρεψε τα εργαλεία της καλλιτεχνικής έκφρασης σε προέκταση των δημοσίων σχέσεών της, διασφαλίζοντας ότι τα θεσμικά της συμφέροντα, οι ιστορικές της αναθεωρήσεις και προοπτικές, οι πολιτικές της σκοπιμότητες θα υφαίνονται απευθείας και χωρίς ντροπή στον ιστό της παγκόσμιας ποπ κουλτούρας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι «ελίτ» ιστορικοί της σύμμαχοι μένουν άπραγοι. Αυτό το διάστημα το αμαρτωλό ΜοΜΑ φιλοξενεί τη διπλή έκθεση «Frida and Diego: The Last Dream». Οι δυο μεγάλοι κομμουνιστές καλλιτέχνες απογυμνώνονται πλήρως από την πολιτική τους υπόσταση και μετατρέπονται, μέσω της θεατρικής σκηνογραφικής παρέμβασης σε ένα εντυπωσιακό υπερθέαμα. Η Κάλο μετατρέπεται σε ένα ακίνδυνο ποπ είδωλο. Ποια! Αυτή, που ζωγράφιζε σφυροδρέπανα ακόμη και στους γύψινους κηδεμόνες της! Την μετέτρεψαν σε ακίνδυνο τουριστικό δέλεαρ για να αποκομίσουν οικονομικά οφέλη.
Έτσι ο «κομμουνιστικός κίνδυνος» εξοντώνεται και με άλλο τρόπο. Η ιδιόμορφη επιστροφή του Ψυχρού πολέμου. Εχθροί πια των ΗΠΑ και των ομοίων τους οι λαοί, οι μεγάλες ιδέες, οι ελεύθερες συνειδήσεις. Εκτός κι αν η μνήμη αγρυπνεί….
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΠΡΙΝ που κυκλοφόρησε 1-2 Αυγούστου
και θα μείνει στα περίπτερα μέχρι 25/8













