Μπάμπης Συριόπουλος
Ο Τραμπ σήμανε συναγερμό για την κομμουνιστική απειλή. Παρότι δεν υπάρχει τέτοια απειλή, οι αστικές τάξεις παντού θέλουν να προλάβουν και να ακυρώσουν εν τη γενέσει τους τις ριζοσπαστικές τάσεις αμφισβήτησης του σύγχρονου καπιταλισμού. Αναγκαία περισσότερο από ποτέ η εμφάνιση της επαναστατικής αριστεράς, ανοικτά με το πρόσωπό της.
Ο πρόεδρος Τραμπ, με αφορμή την επέτειο των 250 χρόνων από τη «Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας», επικέντρωσε την ομιλία του στην καταπολέμηση του κομμουνισμού… στις ΗΠΑ: «Οι πολεμιστές μας δεν πολέμησαν κατά του κομμουνισμού στα πεδία της μάχης σε όλο τον κόσμο απλώς και μόνο για να μπορέσει αυτή η απειλή να εμφανιστεί εδώ στην Αμερική». Για να μη μείνει καμιά αμφιβολία τόνισε: «Μπορείς κανείς να είναι πιστός στον Καρλ Μαρξ ή να είναι πιστός στην Αμερική. Μπορεί να είναι κομμουνιστής ή να είναι πατριώτης. Δεν μπορεί, όμως, να είναι και τα δύο ταυτόχρονα». Προφανώς δεν υπάρχει καμία πραγματική κομμουνιστική απειλή στις ΗΠΑ σήμερα. Ο Τραμπ τη χρησιμοποιεί σαν σκιάχτρο όπως έχει χρησιμοποιηθεί σαν πρόσχημα αλλού στο παρελθόν ακόμα και για στρατιωτικές δικτατορίες.
Γιατί όμως ηχεί αυτός ο συναγερμός στις ΗΠΑ και όχι μόνο, παρότι η κυριαρχία του κεφαλαίου έχει παγκόσμια ανακηρυχτεί αδιαπραγμάτευτος μονόδρομος; Μην ξεχνάμε ότι παρόμοια σταυροφορία είναι σε εξέλιξη εδώ και δεκαετίες στην ΕΕ με τη θεωρία των δύο άκρων, ενώ στην Ελλάδα στοχοποιείται η «Άκρα Αριστερά». Στο έδαφος του σύγχρονου καπιταλισμού γεννιούνται εκ νέου αμφισβητήσεις. Η κυριαρχία της ελεύθερης αγοράς, οι προκλητικές ανισότητες, η εργοδοτική αυθαιρεσία και η εργατική ανασφάλεια, οι πόλεμοι και η γενοκτονία στη Γάζα προκαλούν εκτός από αντιστάσεις και αναζητήσεις. Στις ίδιες τις ΗΠΑ στη νεολαία ο σοσιαλισμός είναι ελκτικός και ο κομμουνισμός δεν αποτελεί φόβητρο. Η εκλογή του Μαμντάνι στο δήμο της Νέας Υόρκης -παρά τη δήλωσή του ότι είναι «σοσιαλιστής»- είναι ενδεικτική. Ο συναγερμός δεν απαντάει σε μια πραγματική πολιτική απειλή, αλλά επιδιώκει τη θωράκιση της αστικής πολιτικής από οποιαδήποτε αμφισβήτηση. Κομμουνισμός χαρακτηρίζεται οποιαδήποτε νύξη για φορολόγηση του πλούτου, για έλεγχο της ελεύθερης αγοράς, για εργατικά δικαιώματα, για δωρεάν δημόσια αγαθά όπως η παιδεία ή υγεία.
Εδώ οι ισχυρισμοί για την κομμουνιστική απειλή παρότι είναι συνειδητά ψέματα, έχουν ένα πυρήνα αλήθειας. Όντως πίσω από τις κοινωνικές κατακτήσεις που κάποτε θεωρούνταν αδιαπραγμάτευτες, τα όποια δημόσια αγαθά και υπηρεσίες, τις συλλογικές συμβάσεις, την κοινωνική ασφάλιση, τους περιορισμούς στον εργάσιμο χρόνο και την εργατική νομοθεσία που έβαζε κάποιο φρένο στο «διευθυντικό δικαίωμα», υπήρχε η διαρκής επαναστατική απειλή που ανάγκαζε τις αστικές τάξεις σε υποχωρήσεις. Παρά την κοινοβουλευτική-κυβερνητική ενσωμάτωση που κυριαρχεί στα ΚΚ εδώ και δεκαετίες ο καπιταλισμός δεν θεωρούνταν αδιαπραγμάτευτος.
Η ανάγκη για ένα αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα και μέτωπο απορρίπτεται ή υποτιμάται από ορισμένες πλευρές στο όνομα της πάλης ενάντια στον σεχταρισμό και στο «αριστερόμετρο»
Το ερώτημα είναι απέναντι στις δυνατότητες που αναδεικνύονται στα σύγχρονα ρεύματα αμφισβήτησης της δικτατορίας των επενδυτών και της αγοράς, πως ανταποκρίνεται η αριστερά; Μέχρι στιγμής αυτά τα ρεύματα παραμένουν ανολοκλήρωτα, χωρίς συνολική πολιτική έκφραση, εκδηλώνονται σε επιμέρους μάχες που όσο σημαντικές κι αν είναι δεν καταφέρνουν να αποτελέσουν αντίπαλο δέος στον ολοκληρωτικό καπιταλισμό της εποχής μας. Όταν εκφράζονται πολιτικά παραμένουν εντός των πλαισίων του αστικού πολιτικού συστήματος, στη φιλελεύθερη-δημοκρατική ή σοσιαλδημοκρατική εκδοχή του. Χαρακτηριστικό παράδειγμα -μιας και μιλάμε με αφορμή τις ΗΠΑ- είναι ο χρόνιος εγκλωβισμός και του Μαμντάνι και αυτού του ρεύματος γενικότερα στο κόμμα των Δημοκρατικών. Παγκόσμια είναι κυρίαρχος ο κυβερνητισμός όπως και η ανάδειξη «ενιαίων», λαϊκών, δημοκρατικών, αντιδεξιών ή αντιακροδεξιών μετώπων στη λογική πάντα του μικρότερου κακού και χωρίς λογική ρήξης με τα θεμέλια της αστικής εξουσίας και ιδιοκτησίας και των πολιτικών θεσμών τους, εθνικών και υπερεθνικών. Η ανάγκη για ένα αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα και μέτωπο απορρίπτεται ή υποτιμάται στο όνομα της πάλης ενάντια στον σεχταρισμό και στο «αριστερόμετρο».
Εδώ μπαίνει στη συζήτηση και η υπέρβαση του διαχωρισμού ανάμεσα σε επαναστατική και μεταρρυθμιστική αριστερά. Ο Τσίπρας στο Μανιφέστο της 1ης Μαΐου δήλωσε ότι «το ιστορικό δίλημμα “μεταρρύθμιση ή επανάσταση” που σφράγισε και δίχασε την ευρωπαϊκή Αριστερά στον 20ό αιώνα, δεν μπορεί πλέον να καθοδηγεί τις επιλογές του παρόντος». Πολύ λογικό για κάποιον που η μόνη επανάσταση που μπορεί να διανοηθεί είναι η «ηθική επανάσταση».
Δυστυχώς αυτή η συζήτηση ακουμπάει και δυνάμεις της αντικαπιταλιστικής αριστεράς. Για παράδειγμα, σε άρθρο του στην Εποχή (10/5), ο Αντώνης Νταβανέλος από τη Διεθνιστική Εργατική Αριστερά (ΔΕΑ) μίλησε -με αφορμή την LCR στη Γαλλία τo 2001- για μια «συγκεκριμένη “μετατόπιση” από την επαναστατική στην αντικαπιταλιστική ή ριζοσπαστική Αριστερά» που επέτρεψε «στις οργανώσεις μας μέσα από κινήματα και αγώνες, αλλά ακόμα και διεκδικώντας την κυβερνητική εξουσία σε κάποιες περιπτώσεις, […] να εντάξουν στις γραμμές τους ριζοσπάστες αριστερούς ανθρώπους, που δρούσαν στα κινήματα υιοθετώντας τον δρόμο των ριζικών μεταρρυθμίσεων και όχι αυτόν της επανάστασης». Ο απολογισμός αυτής της «μετατόπισης» δεν είναι καθόλου θετικός ούτε για την LCR στη Γαλλία ούτε για τις οργανώσεις που «διεκδίκησαν την κυβερνητική εξουσία» στην Ελλάδα με τον ΣΥΡΙΖΑ. Δεν είναι σαφές από το άρθρο αν ο Α. Νταβανέλος συμφωνεί μ’ αυτή τη «μετατόπιση» και σήμερα, πάντως γράφει παρακάτω ότι «το ενιαίο μέτωπο -δηλαδή η συμμαχία επαναστατικών και αγωνιστικών μεταρρυθμιστικών κινήσεων- εξακολουθεί να είναι αναγκαίο τόσο στο κοινωνικό, όσο και στο πολιτικό πεδίο».
Η ύπαρξη, αυτοτέλεια και ενίσχυση της αντικαπιταλιστικής επαναστατικής αριστεράς -οι δύο αυτοί όροι είναι για μας αδιαχώριστοι- είναι αναγκαία πλευρά για να επανέλθει η επαναστατική απειλή, ο πολιτικός εκβιασμός στις αστικές τάξεις που μπορεί να φέρει πραγματικές νίκες. Η αυτοτελής παρουσία της επαναστατικής αριστεράς στο πολιτικό πεδίο -και όχι μόνο στις προγραμματικές διακηρύξεις- καθώς και μια ενωτική αντικαπιταλιστική γραμμή ρήξης στο κίνημα, θα καταφέρνουν να συσπειρώνουν και να εντάσσουν αγωνιστές και αγωνίστριες από την ευρύτερη αντικαπιταλιστική αμφισβήτηση. Αυτή είναι η μετατόπιση που χρειάζεται. Αλλιώς οι αγωνιστικές διαθέσεις, οι ριζοσπαστικές τάσεις, αυτοί που τους τρομάζει περισσότερο ο σύγχρονος καπιταλισμός από τον κομμουνισμό, θα γίνονται πρώτη ύλη για την ανακύκλωση εναλλακτικών αστικών σχεδίων και πάσης φύσεως σωτήρων.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν που κυκλοφόρησε στις 11-12 Ιουλίου 2026












