Αιμιλία Καραλή
Ο Angelus Novus
βρίσκεται κλεισμένος σε μια αποθήκη
στο μουσείο της Ιερουσαλήμ
Στη θέση του εκτίθεται κάποιο αντίγραφο
Τα παιδιά στη Γάζα παίζουν κηδεία
Οι Αναμνήσεις από το τέλος (εκδόσεις Κείμενα, Αθήνα 2026) είναι η τέταρτη ποιητική συλλογή του Δημήτρη Γκιούλου. Όπως και στις προηγούμενες ποιητικές του συνθέσεις, βασικό θεματικό της άξονα έχει τον Χρόνο σαν ένα φιλοσοφικό, κοινωνικό, ηθικό και πολιτικό μέγεθος. Ο χρόνος γίνεται ο μοχλός για αποτυπωθεί ο χώρος σε διάφορες μορφές του: σε δρόμους, σε πολυσύχναστους σταθμούς, σε περιοχές-ορόσημα για την ιστορία της ανθρωπότητας – παλιότερη και σύγχρονη –, σε έργα τέχνης, σε ψηφιακές συσκευές επικοινωνίας, σε αντικείμενα, σε ανθρώπινα σώματα. Λειτουργεί σαν ένα «hint για τον ιστορικό του παρόντος» προκειμένου να αφηγηθεί τα αναπάντητα ερωτήματα για τις σύγχρονες καθημερινές θύελλες του μίσους, της αδράνειας, της αδικίας, της λύπης, της αποξένωσης, της υποκρισίας, της κατανάλωσης, του εγκλεισμού.
Όχημα του χρόνου η μνήμη – κοινωνική, ερωτική, πολιτική, ιστορική – χαίνουσα πληγή αλλά και ανάγκη· ως αίτημα για τη «σωτηρία» του κόσμου. Η μνήμη των γεγονότων που επιβάλλουν «το λεξιλόγιο/ και /τη γραμματική τους», πριν «εξευγενιστούν». Εκείνη που προκαλεί στον μοναχικό που «έχει πιεί/ δέκα μπίρες Α» να μετατρέπει τη μάρκα της μπίρας του σε παρατεταμένη κραυγή· εκείνη που οδηγεί ένα οχτάχρονο στην Αμερική να βγάλει τα παπούτσια του «αυτά/ με τα φωτάκια/ μη γίνει/ εύκολος/ στόχος/ δολοφόνου/ στο σχολείο». Η μνήμη των μεγάλων και των μικρών για να μάθουμε «πότε/ πρέπει/ να πλένεις/ τα χέρια σου/ και/ πότε/ να τα σφίγγεις γροθιά».
Παρά την αυτοτέλειά του, κανένα από τα ποιήματα δεν έχει τίτλο. Διαμορφώνεται έτσι ένα ποιητικό συνεχές σε κομματιασμένο στίχο που συνίσταται από τις ποικίλες πλευρές των «αναμνήσεων» και το διαφορετικό «τέλος» τους. Κάθε στίχος-σημείο μοιάζει με εικονοστοιχείο ή – άλλοτε – με καρέ του σελιλόιντ που αποτελείται από γράμματα. Η ανάγνωση λειτουργεί σαν ένα ψηφιακό σκρολάρισμα ή σαν την παρακολούθηση μιας ταινίας. Αυτή η τεχνική διαμορφώνει και τον ρυθμό κάθε ποιήματος: άλλοτε σαν διαδοχή λυγμικών ήχων, άλλοτε σαν ένα πνιχτό γέλιο ή σαν συνωμοτικός ψίθυρος, άλλοτε σαν αφήγηση ενός παραμυθιού. Τα διάκενα – όπου υπάρχουν – προετοιμάζουν μέσω των παύσεων την κορύφωση της διανοητικής συγκίνησης.
Αυτής που νοσταλγεί χαμένες λέξεις που μαζί τους αφανίστηκαν απαιτητικές τέχνες και ανθρώπινες συναντήσεις. Γιατί οι λέξεις σαν το βασικό υλικό της ποίησης και της επικοινωνίας απασχολούν τον Δ. Γκιούλο: είτε ως έλλειψη, είτε ως περίσσεια, είτε παραχαραγμένες από την εξουσία, είτε ως δημιουργία: «… Είναι/ λοιπόν/ ζήτημα/ επείγον/ να επινοηθεί/ η γλώσσα των αδυνάτων».
Μια από τις ιδιαιτερότητες της γραφής του ποιητή, την οποία εξελίσσει σε αυτό το έργο του, είναι η επιγραμματική και πυκνή διατύπωση, με έντονο το στοιχείο της λεκτικής («Τώρα/ εδώ/ οι μεταφορές/ εκτελέστηκαν») και της δραματικής ειρωνείας («… χτυπά μανιασμένα πέτρες/ τη φωτιά να εφεύρει ξανά/ σαν Επιμηθέας»· «Άι, Ρόζα Λούξεμπουργκ/ τι μου έχεις μαζεμένα»). Με διαρκείς αιφνιδιασμούς διαλύει βεβαιότητες και προκαλεί νέους τρόπους ερμηνείας των καθιερωμένων.
Ένα έργο που θέτει ερωτήματα και ανανεώνει τη σύγχρονη ελληνική ποίηση
Με αυτή την τεχνική διαλέγεται και με το έργο άλλων καλλιτεχνών, δημιουργώντας ένα ιδιαίτερο «κολάζ» που ενεργοποιεί τη διακειμενική μνήμη του αναγνώστη. Αυτά προέρχονται από τον χώρο του κινηματογράφου («σναφ» ταινίες, «Chunking Εxpress», «Χαμένοι στη μετάφραση», «πέρφεκτ ντέιζ») προκειμένου να αναφερθεί κυρίως σε φθαρμένους έρωτες και σχέσεις. «Πειράζει» στίχους ποιητών όπως ο Τ. Σ. Έλιοτ («…/ ο κόσμος δεν θα τελειώσει/ με πάταγο/ ούτε με λυγμό/ …), ο Γ. Παυλόπουλος («έχουμε ζήσει τόσα που δεν χωράνε στην ποίηση»), ο Γ. Σεφέρης («Όλη/ η Ελλάδα/ ταξιδεύει/ μαζί μου // Κατεβαίνω/ μια στάση/ πριν/ με πληγώσει»), ο Βύρωνας Λεοντάρης («Άλλωστε/ Βύρωνα/ κανείς/ δεν χορεύει // Σκοτώνεται κανείς»). «Βλέπει» έτσι τη σύγχρονη εξέλιξη ενός σημαντικού πολιτικού και υπαρξιακού προβληματισμού.
Ζωγραφικοί πίνακες όπως η «Κραυγή» του Μουνκ γίνονται το υλικό για να εκφραστεί η προσωπική και συλλογική απόγνωση για τη μοναξιά («Ο Έντβαρντ Μουνκ/ δημιούργησε/ πάνω/ από/ μία/ εκδοχές/ της/ Κραυγής/ έτσι/ σήμερα/ υπάρχει/ τουλάχιστον μία/ για τον καθένα»). Και ο αυθεντικός «Angelus Novus» του Κλέε –ο Άγγελος της Ιστορίας του Μπένγιαμιν– «βρίσκεται κλεισμένος σε μια αποθήκη/ στο μουσείο της Ιερουσαλήμ». Ίσως για να μη «δει» «τα ερείπια επί ερειπίων» της Γάζας, τα παιδιά της που «παίζουν κηδεία».
Ο Δημήτρης Γκιούλος ανανεώνει με πολλούς τρόπους τη σύγχρονη ελληνική ποίηση. Μέσα από τις ποιητικές του «ιστορίες» θέτει ερωτήματα και παρά το ότι η «εποχή/ των/ ανθρώπων/ αργεί», υπερασπίζεται την «αγάπη» και επιμένει: «Θα έρθουν/ οι θρίαμβοι/ των ανθρώπων».
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν στο φύλλο 25-26 Ιουλίου 2026













