Ιερώνυμος Λύκαρης
«Και ερωτώ τους οικονομολόγους πολιτικούς, τους ηθικολόγους, αν έχουν ήδη υπολογίσει τον αριθμό των ατόμων που απαιτείται να καταδικαστούν στην εξαθλίωση, στην υπέρμετρη εργασία, στην απελπισία, στην άγνοια, στην εγκληματική αμάθεια, στην ανελέητη συμφορά, στην απόλυτη ένδεια, για να υπάρξει ένας πλούσιος»
Το Αυτοί που σηκώθηκαν απ’ τη γη (1980) που κυκλοφορεί για πρώτη φορά στα ελληνικά είναι ένας σημαντικός σταθμός στην πορεία του Ζοζέ Σαραμάγκου, ένα από τα πιο «άμεσα» πολιτικά μυθιστορήματά του.
To βιβλίο αναφέρεται στους αγώνες των ακτημόνων της Πορτογαλίας στην περιοχή του Αλεντέζο να «σηκωθούν απ’ τη γη» και να αποτινάξουν αιώνες καταπίεσης, εκμετάλλευσης και κοινωνικής ανισότητας. Στις σελίδες του θα διαβάσουμε τις «ταπεινές ιστορίες» εργατών γης, που η μόνη δική τους γη ήταν αυτή όπου θα τους έθαβαν· που από τα τρυφερά παιδικά τους χρόνια έδιναν μια αδιάκοπη αγωνιώδη μάχη επιβίωσης, χωρίς να χορταίνουν την πείνα τους ποτέ, υποχρεωμένοι «να νοικιάζουν τη δύναμη των χεριών τους με αντάλλαγμα μισθό και συνθήκες δουλειάς που μόνο ατιμωτικές μπορούν να χαρακτηριστούν». Θα γνωρίσουμε τις ισόβια στερημένες ζωές οικογενειών υπόδουλων σε λατιφούντια που λειτουργούν σαν αυτόνομα κρατίδια, με τις δικές τους φυλακές και τον δικό τους ποινικό κώδικα· όπου όταν το δίκαιο του γαιοκτήμονα δεν μπορεί να επιβληθεί από τον επιστάτη και τον παπά, επιβάλλεται από τη χωροφυλακή και τα βασανιστήρια της πολιτικής αστυνομίας και όπου όποτε ο τσιφλικάς τούς δίνει δουλειά υποχρεώνονται να δουλεύουν νύχτα με νύχτα, κάτω από οποιεσδήποτε καιρικές συνθήκες, χωρίς να ξέρουν τι μεροκάματο θα πάρουν.
Θα αντιληφθούμε το πώς μέσα στη σπειροειδή διαδοχή των ιστορικών εποχών και των γενεών, η πείνα και η κακομεταχείριση διαπλάθουν και την ψυχολογία της εθελούσιας υποταγής στο δήθεν αναπόφευκτο της εξουσίας των εκμεταλλευτών, το γιατί μέσα στον ορυμαγδό της άθλιας καθημερινότητάς τους δυσκολεύονται να αντιληφθούν και να κατανοήσουν το ποιος είναι ο πραγματικός εχθρός τους αλλά και τι να κάνουν για να γλιτώσουν από την τυραννία του. Θα κατανοήσουμε το γιατί «για να κρατηθούν στη ζωή έμαθαν να σκέφτονται μέχρι εκεί που ήταν απαραίτητο», αλλά και από πού πηγάζει η ανάγκη τους να πιστεύουν σε επινοήσεις που γεννά το φοβισμένο τους μυαλό, ως αντανάκλαση της ανυπόφορης σωματικής τους κούρασης που δεν καταλαγιάζει ποτέ. Θα διαβάσουμε σελίδες εξαιρετικές για τον συνένοχο ρόλο της Εκκλησίας, που πάντα επωφελείται από την εξουσία του κράτους και των γαιοκτημόνων και μεταπλάθει τις δεισιδαιμονίες τους σε ελέω Θεού εντολές, για να πείθει τους δυστυχείς να αποδέχονται αδιαμαρτύρητα τη δυστυχία τους και να τηρούν ως απαράβατους τους νόμους των ταξικών ανισοτήτων, ως μοίρα αναπόφευκτη, ως θέσφατο ευλογημένο από την επουράνια εξουσία.
Θα διαβάσουμε ακόμη για ανθρώπους που βρίσκονται «κάτω από την διαρκή παρακολούθηση της αστυνομίας», που υπήρξαν «πόσες και πόσες φορές θύματα των αυθαιρεσιών μια κίβδηλης δικαιοσύνης», αλλά και για το πώς, όταν «η ηρεμία που ποτέ δεν υπήρξε» τελειώνει, οι υπόγειες διεργασίες των κοινωνικών αντιθέσεων αναταράσσονται από την παρέμβαση των κόκκινων διαβόλων. «Αυτή την κωλόφαρα των κομμουνιστών που διατρέχουν το λατιφούντιο λέγοντας λέξεις ανατρεπτικές, όπως αυτές τώρα, οχτώ ώρες εργασίας, θέλουν να παραδώσουν τη χώρα στη Μόσχα». Το πώς αυτοί οι άνθρωποι, σάρκα από τη σάρκα των πεινασμένων και των κατατρεγμένων, προσπαθούν με χίλιες δυο προφυλάξεις από θανάσιμους κινδύνους που καραδοκούν να μετουσιώσουν την υποβόσκουσα αγανάκτηση από τα καθημερινά δεινά σε οργανωμένη αντίσταση και αγώνα για ελευθερία και κοινωνική δικαιοσύνη.
Θα αναγνωρίσουμε την πανομοιότυπη, παγκόσμια γλώσσα των απανταχού πατριδοκάπηλων, που ταυτίζουν την υποτιθέμενη και πάντα κερδοφόρα λατρεία τους για την πατρίδα με τον αντικομμουνισμό. Θα διαβάσουμε για ανατριχιαστικά βασανιστήρια και εν ψυχρώ δολοφονίες που θα μας θυμίσουν πρόσωπα και καταστάσεις από την πρόσφατη ιστορία μας και θα ανακαλέσουν στη μνήμη μας αλήθειες – ιστορικά αξιώματα, όπως: όταν η εξουσία των εκμεταλλευτών αναγκάζεται να υποχωρήσει προσωρινά γιατί προέχει η εξασφάλιση του ποσοστού του κέρδους της, δεν παύουν να απεργάζονται την εκδίκησή τους, που είναι πάντα βίαιη και παραδειγματικά τιμωρητική· πως ακόμα και οι ελευθερίες που υποχρεώνονται να παραχωρήσουν «είναι ένα χαστούκι, ένα κομμάτι ψωμί πεσμένο στο πάτωμα για να δουν αν θα το μαζέψουν»· ή πως ποτέ «τα πράγματα δεν αλλάζουν επειδή ένας Βασιλιάς αντικαταστάθηκε από έναν Πρόεδρο».
Το μυθιστόρημα αφιερώνεται στη μνήμη δύο δολοφονηθέντων μελών του Κομμουνιστικού Κόμματος Πορτογαλίας: στον Ζερμάνο Βιντιγκάλ (από βασανιστήρια στα κολαστήρια της Ασφάλειας) και στον Ζοζέ Αντελίνο ντος Σάντος (από σφαίρα χωροφύλακα σε διαδήλωση). Και οι δύο πρωταγωνίστησαν στις αγροτικές κινητοποιήσεις στα λατιφούντια του Αλεντέζο, ενάντια στη βίαιη εξαθλίωση που επέβαλαν στους ακτήμονες οι τσιφλικάδες και το «Νέο Κράτος» της φασιστικής δικτατορίας του Σαλαζάρ.
Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Καστανιώτη σε εξαιρετική μετάφραση της Μαρίας Παπαδήμα.










