Γιάννης Ελαφρός
Το νέο βιβλίο του Πέτρου Παπακωνσταντίνου με τίτλο Πολεμικός Καπιταλισμός, η δεύτερη εποχή των Αυτοκρατοριών, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Τόπος, αποτελεί μια πολύτιμη συμβολή στη συζήτηση για την πολεμική εποχή του σύγχρονου ολοκληρωτικού καπιταλισμού, δίνοντας καίριες απαντήσεις κι ανοίγοντας ορίζοντες για ανάπτυξη του διαλόγου.
Το βιβλίο είναι εξαιρετικά επίκαιρο, καθώς κυκλοφόρησε με την επίθεση των ΗΠΑ και του Ισραήλ στο Ιράν να εξελίσσεται. Αφιερωμένο στα παιδιά της Γάζας δίνει από την αρχή το στίγμα του, όπως και με τον τίτλο του, που συνδέει άμεσα τους σύγχρονους πολέμους με τον καπιταλισμό. Με ένα πλούτο στοιχείων, που δένονται όμορφα με παραπομπές σε καλλιτεχνικά έργα, ιστορικές αναφορές και λεπτομέρειες από τη δημοσιογραφική του εργασία, ο Πέτρος Παπακωνσταντίνου περιδιαβαίνει μέσα από τα κεφάλαια του βιβλίου τα κρίσιμα μέτωπα της εποχής μας. Από τη γενοκτονία του Παλαιστινιακού λαού, όπου η Γάζα έχει αναδειχθεί στη Γκερνίκα της εποχής μας, τον πόλεμο στην Ουκρανία, τις εξελίξεις σε ΗΠΑ, ΕΕ, Ρωσία και Κίνα, όπου ο αναγνώστης θα βρει πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία και κριτική προσέγγιση.
Ωστόσο, ο Π. Παπακωνσταντίνου επιχειρεί από την αρχή να συνθέσει το παζλ, να βγάλει νόημα από την εικόνα των χαοτικών και συχνά ακατανόητων εξελίξεων, να δώσει απάντηση στο βασικό ερώτημα για το ποιες είναι οι αιτίες της εισόδου στην πολεμική εποχή του καπιταλισμού, που διέψευσε τις νεοφιλελεύθερες παραμυθίες για το «τέλος της ιστορίας» και των πολέμων, σε μια εποχή ηρεμίας κι ευημερίας, που όλα θα τα κανόνιζε το αόρατο χέρι της αγοράς, μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ και του ανύπαρκτου σοσιαλισμού.
«Η στροφή προς τον μιλιταρισμό δεν οφείλεται στα καπρίτσια και τον καιροσκοπισμό της μιας ή της άλλης μεγάλης δύναμης, της μιας ή της άλλης πολιτικής ηγεσίας, αλλά σε έναν συνδυασμό βαθύτερων αλλαγών τόσο στην πολιτική οικονομία του σύγχρονου καπιταλισμού, όσο και στις τεκτονικές πλάκες του γεωπολιτικού ανταγωνισμού. Η προέλαση του καπιταλισμού σε παγκόσμια κλίμακα βραχυπρόθεσμα εκτόνωσε τα κρισιακά φαινόμενα στο εσωτερικό του, ανοίγοντας νέα πεδία εξωτερικής επέκτασης στις πρώην ‘’σοσιαλιστικές’’ χώρες. Μεσοπρόθεσμα όμως πλημμύρισε την παγκόσμια οικονομία με τεράστια πλεονάζοντα κεφάλαια από τις νέες, αναδυόμενες δυνάμεις, πρωτίστως την Κίνα, επιτείνοντας τη χρόνια κρίση υπερσυσσώρευσης που εκδηλώθηκε με εκρηκτικό τρόπο στο κραχ του 2007-2009, τον μεγαλύτερο οικονομικό κλονισμό από τη Μεγάλη Ύφεση του 1929-1933. Σε αυτό το φόντο, η στροφή σε ένα είδος ‘’πολεμικού καπιταλισμού’’ εμφανίζεται στη φαντασία των ισχυρών ως το μαγικό ελιξίριο που θα δώσει επικερδή διέξοδο στα συσσωρευμένα, αδρανή κεφάλαια, ο από μηχανής θεός της ‘’δημιουργικής καταστροφής΄΄, που θα κλαδέψει τα νεκρά κλαδιά και θα αναζωογονήσει την αναιμική ανάπτυξη», σημειώνει.
«Αντίστοιχα, στο γεωπολιτικό πεδίο η παγκοσμιοποίηση, που αρχικά ήταν έκφραση της πλανητικής ηγεμονίας των ΗΠΑ, κατέληξε να εκτινάξει τους ανταγωνιστές τους. Για πρώτη φορά στα μεταπολεμικά χρόνια η Αμερική έχει απέναντί της έναν αντίπαλο, την Κίνα, που διεκδικεί οικονομική και τεχνολογική ισοτιμία – συγκριτικά, η οικονομία της Σοβιετικής Ένωσης στα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου ήταν γύρω στο μισό της αμερικανικής». Και συνεχίζει: «Αυτό που προκύπτει είναι ένας ρηγματωμένος, πολυπολικός, αλλά βαθιά συγκρουσιακός κόσμος. Αναδύεται μπροστά στα μάτια μας μια δεύτερη ‘’Εποχή των Αυτοκρατοριών’’, πολύ διαφορετική βέβαια, αλλά από ορισμένες απόψεις συγγενής με την πρώτη, τον κλασικό ιμπεριαλισμό, συμβατικά της περιόδου 1875-1914. Καθώς καμία υπερδύναμη δεν δέχεται να περιοριστεί αμαχητί σε μετριοπαθέστερους ρόλους, η Αμερική –του Μπους τζούνιορ ή του Ομπάμα, του Μπάιντεν ή του Τραμπ– επενδύει στο κατεξοχήν πεδίο υπεροχής της, τη στρατιωτική ισχύ, έστω κι αν κινδυνεύει να καταλήξει, σαν άλλος Σαμψών, να γκρεμίσει τις κολόνες του Ναού με την ουρανομήκη κραυγή ‘’Αποθανέτω η ψυχή μου μετά των αλλοφύλων’’».

Δύο αλληλένδετες πλευρές λοιπόν: α) Κρίση υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου που δεν έχει ξεπεραστεί, παρά τον κρισιακό σπασμό του 2007-09 και β) παρόξυνση του ανταγωνισμού μεταξύ των καπιταλιστικών χωρών και μπλοκ, με τις ΗΠΑ να πρωτοστατούν στη χρήση της πολεμικής τους ισχύος για να φρενάρουν και ποδηγετήσουν τους ανταγωνιστές τους.
Όσον αφορά την πρώτη πλευρά, ο Π. Παπακωνσταντίνου αναδεικνύει το κρισιακό τέλμα των καπιταλιστικών οικονομιών, με πλήθος στοιχείων. Ένας δείκτης που αναφέρει είναι το ποσοστό αξιοποίησης της παραγωγικής ικανότητας, που από το 2018 μέχρι το 2024 έπεσε στις ΗΠΑ από το 82% στο 80%, στην ΕΕ ακόμα περισσότερο (από το 83% στο 78%), ενώ στην Κίνα έφτασε το 76%∙ σημειώνεται πως το 85% θεωρείται ένα όριο υγιούς ανάπτυξης. «Ο διεθνής καπιταλισμός υπολειτουργεί γιατί δεν μπορεί να πουλήσει αυτά που είναι σε θέση να παράγει», γράφει. Έτσι, ο μιλιταρισμός εμφανίζεται ως μια κάποια λύση, εξηγώντας τη στροφή στην πολεμική οικονομία, στη δημιουργία του «εκτρωματικού υβριδίου» του ψηφιακο-στρατιωτικού συμπλέγματος (κυρίως στις ΗΠΑ), στο αμόκ των εξοπλισμών, οι οποίοι το 2024 είχαν φτάσει σε ύψος-ρεκόρ 2,7 τρισ. δολαρίων, 2,5 του παγκόσμιου ΑΕΠ, με αύξηση 37% από το 2015 έως το 2024! Παρότι, διάφορα αστικά think tank (π.χ. Ινστιτούτο του Κιέλου), παρουσίασαν μελέτες για το πόσο μπορεί να ωφεληθεί η οικονομία από τη στροφή στις πολεμικές επενδύσεις («και κανόνια και βούτυρο»), πρόκειται για επικίνδυνο μύθο. «Η πιο άμεση επίπτωση των αυξημένων στρατιωτικών δαπανών είναι η διόγκωση του δημόσιου χρέους και των ελλειμμάτων», σημειώνεται, κάτι που στερεί πολύτιμους πόρους από τα λαϊκά στρώματα. Επίσης, ο Π.Π. θυμίζει τη θέση του Βέλγου μαρξιστή Ερνέστ Μαντέλ στο πολύ σημαντικό έργο του Ύστερος Καπιταλισμός (1972): Η πολεμική βιομηχανία ανεβάζει την οργανική σύνθεση του κεφαλαίου, την αναλογία ανάμεσα στο κόστος για μηχανές, υποδομές από τη μια και για μισθούς από την άλλη, με αποτέλεσμα να μειώνεται το ποσοστό της υπεραξίας, εκτός εάν υποτιμηθεί δραστικά η αξία της εργατικής δύναμης, με μείωση μισθών, ένταση της εργασίας κλπ., παράγοντες όξυνσης της ταξικής πάλης στο εσωτερικό των κοινωνιών. Εκεί που εξελίσσονται εξάλλου οι «εμφύλιοι πόλεμοι» κατά της εργατικής τάξης και του κινήματός της, κατά των μεταναστών, της «τρομοκρατίας», της «εγκληματικότητας» κλπ.
«Οι ΗΠΑ αντιπροσωπεύουν την υπ’ αριθμόν ένα απειλή για την παγκόσμια ειρήνη. Ωστόσο, οι μεγάλοι αντίπαλοί τους δεν διαφέρουν ως προς την ποιότητα, αλλά ως προς το μέγεθος»
Όσον αφορά την πλευρά του ανταγωνισμού, ο Π. Παπακωνσταντίνου ξεκαθαρίζει πως μπορεί το βιβλίο να προκαλέσει μια απογοήτευση σε όσους/ες «προσδοκούσαν να πάρει ξεκάθαρη θέση υπέρ της μιας ή της άλλης μεγάλης δύναμης, υπέρ του ενός ή του άλλου μπλοκ ανάμεσα σε αυτά που συγκρούονται στη διεθνή σκηνή. Κατευθυντήρια γραμμή αυτής της ανάλυσης είναι ότι ο σύγχρονος κόσμος δεν έχει αναλογίες με τον αντιφασιστικό αγώνα στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. […] Σήμερα η κατάσταση είναι πολύ διαφορετική. Ασφαλώς οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιπροσωπεύουν την πιο φονική πολεμική μηχανή που γνώρισε ποτέ η ανθρωπότητα, την υπ’ αριθμόν ένα απειλή για την παγκόσμια ειρήνη και την εθνική κυριαρχία. Ωστόσο, οι μεγάλοι αντίπαλοί τους δεν διαφέρουν ως προς την ποιότητα, αλλά ως προς το μέγεθος και την εμβέλεια, δεν στηρίζουν τα θύματα της αμερικανικής Αυτοκρατορίας –όπως είδαμε πολύ καθαρά στις κρίσεις της Γάζας και της Βενεζουέλας– αλλά επιδιώκουν ένα ευνοϊκό μοίρασμα σφαιρών επιρροής μαζί της».
Και παρότι σημειώνει πως «τα ιμπεριαλιστικά κέντρα του 21ου αιώνα δεν φλέγονται τόσο για την κατάκτηση εδαφών, δεν έχουν αποικίες απ’ όπου θα αποσπάσουν πρώτες ύλες και αγροτικά προϊόντα και στις οποίες θα εξάγουν κεφάλαια» (όπως οι παλιές Αυτοκρατορίες), αλλά έχουν ως «βασικό διακύβευμα τον έλεγχο κρίσιμων κόμβων των παγκόσμιων δικτύων που εξασφαλίζουν τις κρίσιμες πλανητικές ροές – χρήματος, αγαθών, υπηρεσιών, ενέργειας και πληροφοριών» (αν κι εδώ δεν πρέπει να υποτιμάται η σημασία της απόκτησης πρώτων υλών, μεταλλευμάτων και ενέργειακών πόρων), ο Π. Παπακωνσταντίνου εκτιμά πως «η δεύτερη εποχή των Αυτοκρατοριών έχει περισσότερες αναλογίες με την πρώτη». Όταν «η κεντρική διαχωριστική γραμμή δεν ήταν ανάμεσα σε εγκατεστημένους και αναδυόμενους, χορτάτους και ‘’αδικημένους’’ ιμπεριαλισμούς, αλλά ανάμεσα σε όλους τους Εμπόρους των Εθνών και τους λαούς της οικουμένης, θύματα του λυσσαλέου ανταγωνισμού τους και στην ειρήνη τους και στους πολέμους τους». Και θέτει ένα καθήκον: «Σε αυτό το χαοτικό σύμπαν, ζητούμενο δεν είναι να στοιχηματίσουμε, καθηλωμένοι στην εξέδρα, ποιος θα κερδίσει, αλλά να ανατρέψουμε το εφιαλτικό παιχνίδι, που θα παιχτεί τελικά πάνω στις δικές μας πλάτες, απειλώντας το μέλλον των νεότερων γενιών και του ίδιου του πλανήτη».
Παρουσίαση του βιβλίου Δευτέρα 20/4 ΕΣΗΕΑ 7 μ.μ
Την Δευτέρα, 20 Απριλίου, στις 7μμ, θα γίνει στην αίθουσα της ΕΣΗΕΑ (Ακαδημίας 20, 1ος όροφος) η παρουσίαση του βιβλίου του Πέτρου Παπακωνσταντίνου “Πολεμικός Καπιταλισμός: Η Δεύτερη Εποχή των Αυτοκρατοριών” (Εκδόσεις Τόπος).
Θα το παρουσιάσουν οι:
- Κώστας Λαπαβίτσας, οικονομολόγος, καθηγητής του πανεπιστημίου του Λονδίνου.
- Ευρυδίκη Μπερσή, δημοσιογράφος, Reporters United.
- Σωτήρης Ρούσσος, καθηγητής του τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σπουδών του πανεπιστημίου Πελοποννήσου.
- και ο Συγγραφέας

















