Μπάμπης Συριόπουλος
Αυτός ο πόλεμος, όπως και όλοι οι προηγούμενοι, διεξάγεται ταυτόχρονα στο πεδίο των ιδεών, των επιχειρημάτων και των συνειδήσεων. «Επιστρατεύονται» η δημοκρατία, τα δικαιώματα των γυναικών, ο πολιτισμός και ο τρόπος ζωής, τα εθνικά συμφέροντα και η εθνική «άμυνα». Αναγκαίο ένα αντιπολεμικό κίνημα σε ρήξη με την αστική πολιτική.
Ένας πόλεμος διεξάγεται πάντα και στο πεδίο των ιδεών, αξιών, επιχειρημάτων και τελικά συνειδήσεων. Εκτός από τα όπλα που σκοτώνουν, χρειάζονται και οι άνθρωποι που θα τα χρησιμοποιήσουν ή θα είναι πρόθυμοι να γίνουν στόχοι και οι πληθυσμοί που θα συναινέσουν -έστω και με βαριά καρδιά- στους σκοπούς του πολέμου σε κάθε εμπόλεμη πλευρά. Αυτή η γενική αλήθεια ισχύει και στον σημερινό πόλεμο κατά του Ιράν με νέα όπλα στην προπαγάνδα δικαιολόγησής του με πρώτο θύμα την αλήθεια.
Στην πρώτη γραμμή του πολέμου των ιδεών βρίσκονται τα προσχήματα ότι ο πόλεμος γίνεται από την πλευρά των ΗΠΑ, του Ισραήλ και των συμμάχων του ενάντια στο καταπιεστικό, αυταρχικό καθεστώς του Ιράν, για τη δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα, ιδίως των γυναικών. Τη στιγμή βέβαια που οι μοναρχίες του Κόλπου -μεταξύ των οποίων η Σαουδική Αραβία- και η Συρία «υπό νέα διεύθυνση» είναι πολύ περισσότερο ανελεύθερα, αντιδραστικά, σκοταδιστικά καθεστώτα με σημαντική πλευρά τους την πολύπλευρη καταπίεση των γυναικών, αυτά τα προσχήματα δύσκολα πείθουν. Ωστόσο θολώνουν το τοπίο, μετατοπίζουν τη συζήτηση και θέτουν την Αριστερά σε θέση άμυνας: «Είστε με τους μουλάδες, τη μπούρκα και τις εκτελέσεις»;
Η απάντηση ενός αντιπολεμικού κινήματος δεν μπορεί παρά να αποκαλύπτει τις πραγματικές αιτίες του πολέμου, την προσπάθεια διατήρησης της παγκόσμιας κυριαρχίας από μεριάς των ΗΠΑ με τη στρατιωτική βία, την πρόσβαση και κατοχή σε ενεργειακά αποθέματα και εμπορικούς δρόμους, τη διαμόρφωση της «νέας Μέσης Ανατολής» στα μέτρα του Ισραήλ και των ΗΠΑ με τους Παλαιστίνιους υπηκόους ενός προτεκτοράτου, το κόντεμα της Κίνας και τελικά τη «δημιουργική καταστροφή» που θα δώσει διέξοδο στα λιμνάζοντα κεφάλαια και ανάσα ζωής στον καπιταλισμό. Αυτές τις αιτίες προσπαθούν να αποκρύψουν μεταφέροντας τον πόλεμο των ιδεών σε ένα πιο ευνοϊκό γι αυτούς πεδίο όπου συγκρούονται πολιτισμοί, ημισφαίρια, θρησκείες, φυλές και «τρόποι ζωής». Η Αριστερά και το αντιπολεμικό κίνημα δεν μπορεί να μπει σ’ αυτό το πεδίο μάχης. Διαλέγουμε το δικό μας γήπεδο, της υπεράσπισης των εργατικών συμφερόντων, της διεθνιστικής αλληλεγγύης και της ειρήνης των λαών.
Σε έναν επιθετικό πόλεμο οποιαδήποτε ενέργεια ενισχύει τις ένοπλες δυνάμεις που τον διεξάγουν έχει επιθετικό χαρακτήρα και φυσικά σαν τέτοια αντιμετωπίζεται
Ακόμα όμως κι αν ο πόλεμος απ’ την πλευρά των ΗΠΑ-Ισραήλ είναι επιθετικός και στερείται νομιμότητας όπως συχνά ομολογούν μέσα απ’ τα δόντια τους τα αστικά κόμματα στην Ελλάδα, η ελληνική εμπλοκή είναι καθαρά αμυντική, οι φρεγάτες και τα F16 προστατεύουν την Κύπρο, οι Patriot την Κάρπαθο και την Aramco στη Σαουδική Αραβία και γενικά οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις αμύνονται και δεν επιτίθενται. Καταρχήν οι βρετανικές βάσεις στην Κύπρο είναι έδαφος υπό βρετανική κυριαρχία και τα πολεμικά πλοία από Ελλάδα, Βρετανία, Γαλλία, Ιταλία και Ισπανία προστατεύουν βρετανικό και όχι κυπριακό έδαφος. Πέρα απ’ αυτό όμως κάθε στρατός σ’ ένα πόλεμο διεξάγει αναγκαστικά και αμυντικές και επιθετικές επιχειρήσεις. Ένας στρατός που γενικά επιτίθεται εκ των πραγμάτων αμύνεται κιόλας και το αντίστροφο. Κι ένας στρατιώτης σ’ ένα στρατό κατοχής που φυλάει σκοπιά σε ένα φυλάκιο ή στρατόπεδο «αμύνεται» και «προστατεύει» τις δυνάμεις κατοχής. Σε έναν επιθετικό, άδικο και ιμπεριαλιστικό πόλεμο όπως αυτός ενάντια στο Ιράν, οποιαδήποτε ενέργεια ενισχύει τις ένοπλες δυνάμεις που τον διεξάγουν -αντιαεροπορική προστασία από ξηράς κι από θαλάσσης, ανεφοδιασμός σε καύσιμα και όπλα, φιλοξενία βάσεων και στρατευμάτων, μεταφορές πολεμικού υλικού κτλ.- έχει επιθετικό χαρακτήρα και φυσικά σαν τέτοια αντιμετωπίζεται. Η μόνη προστασία του ελληνικού και του κυπριακού λαού είναι το διώξιμο των στρατιωτικών βάσεων που τους βάζουν στο στόχαστρο, η πλήρης απεμπλοκή από αυτόν τον πόλεμο.
Η ελληνική αστική τάξη είναι στρατηγικά ενταγμένη στη «Δύση», στο ευρωατλαντικό μπλοκ και προσπαθεί να παρουσιάσει το δικό της συμφέρον ως εθνικό, τη συμμετοχή της στον άξονα με την Κύπρο και το Ισραήλ, την εμπλοκή της στον επιθετικό ιμπεριαλιστικό πόλεμο σαν εθνική άμυνα. Σ’ αυτή της την προσπάθεια έχει στρατεύσει και το πολιτικό της προσωπικό, από την ακροδεξιά μέχρι το ΠΑΣΟΚ, τον ΣΥΡΙΖΑ και τον Τσίπρα που παρά τους «αστερίσκους» που βάζουν για τον πόλεμο είναι υπέρ της προστασίας των βρετανικών βάσεων της Κύπρου. Κι άλλες φορές το ελληνικό κράτος ενεπλάκη σε ιμπεριαλιστικούς πολέμους με σκοπό την αναβάθμισή του στην περιοχή έναντι των ανταγωνιστών του, έτσι ξεκίνησε τη μικρασιατική εκστρατεία το 1919 με τις πλάτες της Αντάντ και της Βρετανίας με τα γνωστά αποτελέσματα. Το να πηγαίνεις με τον «νικητή» εκτός από ανήθικο και κυνικό οδηγεί και σε τραγωδίες.
Το στρατόπεδο των ΗΠΑ και του Ισραήλ δεν είναι παντοδύναμο παρότι έχει στρατιωτική υπεροπλία σ’ αυτή τη φάση τουλάχιστον. Οι ΗΠΑ δεν θα μπορούσαν να απειλούν και να σκοτώνουν αδιακρίτως αν δεν είχαν την υποστήριξη ολόκληρου του ευρωνατοϊκού μπλοκ -έστω και με κάποιες χλιαρές διαφοροποιήσεις- και κυρίως αν δεν υπήρχε η ηγεμονία του δόγματος «ανήκομεν εις την Δύσιν» σε πάρα πολλές γλώσσες και εκδοχές. Η υπόθεση ενός μαζικού και αποτρεπτικού αντιπολεμικού κινήματος δεν είναι τόσο απλή και αυτονόητη υπόθεση όσο ακούγεται. Όλοι είναι κατά του πολέμου έστω και στα λόγια, πριν αυτός αρχίσει ή όταν γίνεται πολύ μακριά, τα πράγματα δυσκολεύουν όταν εμπλέκεται η αστική τάξη μιας χώρας και τα εθνικά της συμφέροντα. Τότε μια αντιπολεμική στάση στην πράξη και όχι μόνο στα λόγια απαιτεί σύγκρουση με την αστική πολιτική και τις διεθνείς της διαστάσεις. Η υπόθεση ενός αντιπολεμικού κινήματος δεν απαιτεί μόνο επιθυμία για ειρήνη -αυτή δεν λείπει από τους λαούς- αλλά και πολιτικούς στόχους σε ρήξη με την αστική πολιτική και τους εξωτερικούς της πυλώνες. Αυτό σημαίνει πρώτα απ’ όλα ισχυροποίηση της αντικαπιταλιστικής αριστεράς, του εργατικού κινήματος, σημαίνει επάνοδο της επαναστατικής απειλής, σημαίνει ότι ο λαός πρέπει να εισβάλλει στο προσκήνιο με τις δικές του σημαίες.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν στο φύλλο 14-15 Μαρτίου 2026
















