Δημοσιεύουμε αποσπάσματα από το βιβλίο του Στάθη Γκότση* «Μουσείο, εκπαίδευση και κοινωνία», που κυκλοφορεί από τις 20 Απριλίου από τις εκδόσεις Τόπος. Ο συγγραφέας δίνει παραδείγματα πως μπορεί η μουσειακή εκπαίδευση να σπάσει τον κοινωνικό αποκλεισμό και να γίνει εργαλείο κοινωνικής ενδυνάμωσης για τις ευάλωτες ομάδες.
Η μουσειακή εκπαίδευση […] δεν εξαντλεί τις δυνατότητές της στη σύνδεσή της με τη σχολική εκπαίδευση. Καθώς λαμβάνει υπόψη τον ευρύτερα παιδευτικό και κοινωνικό ρόλο του μουσείου και αξιοποιεί τις επικοινωνιακές δυνατότητες των στοιχείων του υλικού πολιτισμού, επεκτείνεται σε κάθε πιθανή ομάδα επισκεπτών ή δυνάμει επισκεπτών του μουσείου. Εδώ θα εξετάσουμε, αξιοποιώντας παραδείγματα μουσειακών δράσεων από την ελληνική πραγματικότητα, τις δυνατότητες της μουσειακής εκπαίδευσης να προσαρμόζεται στις ανάγκες και στις προσδοκίες ειδικών ομάδων κοινού οι οποίες εγγράφονται –για τον έναν ή τον άλλον λόγο– στο ευρύ πεδίο του λεγόμενου «κοινωνικού αποκλεισμού». […]
Ο όρος «κοινωνικός αποκλεισμός» χρησιμοποιείται ευρύτατα στις μέρες μας για να αποδώσει το σύνθετο κοινωνικό φαινόμενο της παρεμπόδισης απορρόφησης δημόσιων αγαθών (λ.χ. εκπαίδευση, υγειονομική περίθαλψη, κοινωνική ασφάλιση κ.ά.), κοινωνικού και δημόσιου πλούτου από ποικίλες και ετερόκλητες μεταξύ τους πληθυσμιακές ομάδες. Δεν πρόκειται, ωστόσο, για μια επιστημονική, θεωρητική έννοια αυτή καθαυτή, αλλά περισσότερο για έναν όρο που περιγράφει το αποτέλεσμα μιας διαδικασίας πολύπλοκης, η οποία οδηγεί στον αποκλεισμό ατόμων και ομάδων από την κοινωνία, και αλληλένδετης με τη δομή της κοινωνικής οργάνωσης, τη δομή της οικονομίας, της πολιτικής αλλά και της ταξικής διαστρωμάτωσης. Πρόκειται, επομένως, για μια έννοια με εγγενές κοινωνικοπολιτικό περιεχόμενο.
Όπως έχει επισημανθεί, η χρήση του όρου «κοινωνικός αποκλεισμός», μέσα στην ασάφειά του, λειτουργεί αποπροσανατολιστικά, καθώς αφήνει απροσδιόριστη τη διαδικασία «αποκλεισμού», συσκοτίζει τις αιτίες του και μεταθέτει το πρόβλημα από τις δομές και τις κοινωνικές σχέσεις στο ατομικό και θεσμικό επίπεδο. Η αποσύνδεση, ωστόσο, του προβλήματος που αντιμετωπίζουν οι λεγόμενες «ευπαθείς» ή «ευάλωτες» ομάδες πληθυσμού από τις δομικές του αιτίες (εισόδημα, στεγαστικές συνθήκες, κοινωνικό κεφάλαιο κ.λπ.) έχει ως αποτέλεσμα αυτό να εμφανίζεται ως πρόβλημα ατομικής αδυναμίας, επιλογής ή συμπεριφοράς. […]
Παρά τις ενστάσεις ως προς τον όρο και τη χρήση του σε διαφορετικά ιδεολογικοπολιτικά συμφραζόμενα, δεν μπορεί κάποιος να αρνηθεί την ύπαρξη του ίδιου του φαινομένου, το οποίο τείνει στις μέρες μας να αποκτήσει μαζικό χαρακτήρα, «αγκαλιάζοντας» όλο και μεγαλύτερες ομάδες πληθυσμού.

Ο προβληματισμός γύρω από το φαινόμενο του κοινωνικού αποκλεισμού δεν θα μπορούσε να αφήσει ανεπηρέαστο και τον χώρο των μουσείων. Τα μουσεία, καθώς στις μέρες μας αναγνωρίζονται ευρύτατα ως εκπαιδευτικοί/μορφωτικοί φορείς που λειτουργούν προς όφελος της κοινωνίας και των αναγκών της, δεν έχουν απλώς την υποχρέωση να έχουν τυπικά τις πόρτες τους ανοιχτές σε όλους τους δυνάμει επισκέπτες, αλλά έχουν και την ευθύνη να σχεδιάζουν στρατηγικές και να υλοποιούν δράσεις που ενθαρρύνουν τη συμμετοχή όλων των πληθυσμιακών ομάδων, ανεξάρτητα από τα επιμέρους χαρακτηριστικά τους, στη μουσειακή εμπειρία και στα οφέλη που προκύπτουν από αυτήν.
Από τη στιγμή που έχουν τη δυνατότητα να προσφέρουν πολλαπλές ευκαιρίες επικοινωνίας, αλληλεπίδρασης και αναστοχασμού, τα μουσεία, κατεξοχήν χώροι μη τυπικής μάθησης, όπου μπορούν να απελευθερώνονται μνήμες, σκέψεις, συναισθήματα και φαντασία, αποτελούν ιδανικούς τόπους ανάπτυξης δράσεων δημιουργικής έκφρασης, εξοικείωσης με την ετερότητα, ιστορική ή/και πολιτισμική, υποστήριξης της κριτικής σκέψης. Με αυτό το σκεπτικό και στο μέτρο που τους αντιστοιχεί, τις τελευταίες δεκαετίες τα μουσεία δοκιμάζουν ποικίλες στοχευμένες δράσεις και πρακτικές στην κατεύθυνση διεύρυνσης της πρόσβασης στη μουσειακή εμπειρία, με έμφαση στις διαδικασίες της ενεργητικής και βιωματικής μάθησης για την ενδυνάμωση ατόμων και κοινωνικών ομάδων που κινούνται στα όρια του κοινωνικού αποκλεισμού.
Οι μουσειακοί χώροι είναι ιδανικοί για εξοικείωση με την ετερότητα, για την υποστήριξη της κριτικής σκέψης
Μάλιστα, η στροφή του μουσείου από το αντικείμενο/έκθεμα προς τον επισκέπτη, με πρωταρχικό μέλημα τώρα πια την ικανοποίηση της ανάγκης του και για ενεργό συμμετοχή στα μουσειακά δρώμενα, οδήγησε στην αντίληψη για ένα «συμμετοχικό» μουσείο, το οποίο προχωρά ένα βήμα παραπάνω και προσκαλεί τους επισκέπτες να λειτουργήσουν ως ενεργοί συμμέτοχοι, να συν-δημιουργήσουν εκθέσεις και προγράμματα συνεισφέροντας τις δικές τους ιδέες και γνώσεις, να μοιραστούν σκέψεις μεταφέροντας τις δικές τους εμπειρίες, να οικοδομήσουν μια αμφίδρομη σχέση με το μουσείο. Οι προσεγγίσεις αυτές είχαν μεγάλη επίδραση ειδικά στον χώρο της μουσειακής εκπαίδευσης, όπως άλλωστε και οι παιδαγωγικές αντιλήψεις του Paulo Freire και οι ιδέες της κριτικής παιδαγωγικής, η οποία γεννήθηκε μέσα από το έργο του. Ο Freire εφάρμοσε μια μέθοδο διδασκαλίας που βασίζεται στην αντίληψη πως οι εκπαιδευόμενοι δεν είναι «άδεια δοχεία» που πρέπει να «γεμίσουν» με γνώση, αλλά φορείς δράσης με συγκεκριμένες απόψεις για τον κόσμο, που ζουν σε συγκεκριμένες συνθήκες. Το ζητούμενο εκπαιδευτή και εκπαιδευόμενων είναι να ανιχνεύσουν από κοινού αυτές τις απόψεις και τις συνθήκες, να τις μετασχηματίσουν σε παραγωγικές λέξεις και παραγωγικά θέματα και με βάση αυτά να προχωρήσουν σε μια διαδικασία κριτικού διαλόγου, μέσα από την οποία οι εκπαιδευόμενοι θα μορφωθούν, ενώ παράλληλα θα συνειδητοποιήσουν τις αιτίες, το κοινωνικό πλαίσιο και την ιδεολογία που διαμορφώνουν τη ζωή τους. […]

Οι παρατηρήσεις που προηγήθηκαν, σχετικά με το φαινόμενο του κοινωνικού αποκλεισμού, τις μαθησιακές και επικοινωνιακές δυνατότητες του μουσείου και τις βασικές αρχές της κριτικής παιδαγωγικής, ορίζουν τις παραμέτρους και το πλαίσιο στο οποίο μπορούν να αναπτυχθούν μουσειακές εκπαιδευτικές δράσεις στην κατεύθυνση της ενδυνάμωσης των λεγόμενων «ευάλωτων» ή «ευπαθών» κοινωνικών ομάδων.
Όπως έχουμε σημειώσει και αφετηριακά, υπό αυτόν τον όρο περιγράφονται και συναθροίζονται πληθυσμιακές ομάδες εξαιρετικά ετερόκλητες μεταξύ τους, που βρίσκονται ή κινδυνεύουν να βρεθούν για διαφορετικούς λόγους η καθεμία σε κατάσταση κοινωνικού αποκλεισμού: Άτομα με Αναπηρία (ΑμεΑ), άστεγοι, άνεργοι/μακροχρόνια άνεργοι, Ρομά/τσιγγάνοι, άτομα από θρησκευτικές, γλωσσικές ή πολιτισμικές μειονότητες, πρόσφυγες, μετανάστες, φυλακισμένοι και αποφυλακισμένοι, ψυχικά ασθενείς, χρήστες και πρώην χρήστες εξαρτησιογόνων ουσιών, κακοποιημένες γυναίκες, ανήλικοι παραβάτες, κ.ο.κ.
* Ιστορικός. Εργάστηκε για περισσότερα από 30 χρόνια στο υπουργείο Πολιτισμού με κύριο τομέα απασχόλησης τη μουσειακή εκπαίδευση.












