Γιώργος Παυλόπουλος
Εξαιρετικά πυκνή σε εξελίξεις ήταν η εβδομάδα που πέρασε γύρω από το Ουκρανικό. Πρακτικά, χωρίς ο πόλεμος να έχει κοπάσει και χωρίς το αιματοκύλισμα να έχει σταματήσει ούτε λεπτό, πρόκειται ίσως για την πιο κρίσιμη – μέχρι την επόμενη – στιγμή σε επίπεδο διαπραγματεύσεων μετά την 24 Φεβρουαρίου 2022, ημέρα κατά την οποία ξεκίνησε η ρωσική εισβολή. Η εξήγηση δε πρέπει να αναζητηθεί στο γεγονός ότι η εικόνα στα πεδία των μαχών έχει πλέον ξεκαθαρίσει περισσότερο, δίνοντας στη μία πλευρά σαφές πλεονέκτημα και φέρνοντας την άλλη αντιμέτωπη με τον κίνδυνο της άτακτης υποχώρησης.
Αυτό ακριβώς είναι και το βασικό επιχείρημα του Τραμπ προς το Κίεβο. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, έχοντας καταλήξει πως η χώρα του δεν πρόκειται από εδώ και στο εξής να κερδίσει τίποτα περισσότερο από τη συνέχιση του πολέμου (αυτός είναι ο λόγος που θέλει τον τερματισμό του και όχι φυσικά επειδή είναι φιλειρηνιστής…), έχει ξεκαθαρίσει στον Ζελέσκι πως είτε θα δεχθεί τώρα τις παραχωρήσεις, εδαφικές και πολιτικές, που προβλέπει το «Σχέδιο των 28 Σημείων» που επεξεργάστηκε (σε συνεννόηση με τη Μόσχα, όπως όλα δείχνουν) είτε θα βρεθεί σε πολύ πιο δύσκολη θέση πολύ σύντομα. Κι αυτό σημαίνει πως θα αναγκαστεί να δώσει πολύ περισσότερα εάν επιλέξει να συνεχίσει – κάτι που επισήμανε με τον τρόπο του και ο Πούτιν.
Ευρωπαϊκή Ένωση και Βρετανία, από την πλευρά τους, έχοντας επίσης συνειδητοποιήσει πως η «παρτίδα» στην Ουκρανία είναι αδύνατο να κερδηθεί με βάση τα σημερινά δεδομένα και τους συσχετισμούς, φαίνεται πως επιλέγουν μια διαφορετική τακτική. Στο εναλλακτικό σχέδιο που παρουσίασαν, επιδιώκουν μεν να βάλουν μια άνω τελεία στις πολεμικές συγκρούσεις, αποδεχόμενοι πολλές από τις προτάσεις του Τραμπ και τροποποιώντας άλλες, αλλά ταυτόχρονα θέτουν και ένα μελλοντικό στόχο: Να διατηρήσουν την πληγή ανοιχτή και να δώσουν πάλι το σύνθημα για «πυρ» όταν και η Ουκρανία θα έχει ανασυγκροτηθεί και οι ίδιοι θα είναι σε θέση να κοιτάξουν στα μάτια τη Ρωσία στρατιωτικά, χωρίς να κινδυνεύουν από μια ταπείνωση που θα τους προκαλέσει ανεπιστρεπτί ζημιά.
Από την πρόταση των 28 σημείων του Τραμπ ως την αντιπρόταση της ΕΕ και το σχέδιο των 19 (;) σημείων που επέβαλαν οι Αμερικανοί στο Κίεβο και έχουν στείλει στη Μόσχα. Εντείνεται το διπλωματικό «παζάρι» τη στιγμή που ο πόλεμος στην Ουκρανία εξακολουθεί να μαίνεται, δίνοντας συνέχεια και στο αιματοκύλισμα.
Σε αυτό το πλαίσιο, επιμένουν να παραμείνουν εκκρεμή τα επίμαχα ζητήματα που μπορούν ανά πάσα στιγμή να δώσουν το έναυσμα για επανάληψη του πολέμου. Ανάμεσά τους, η μη αναγνώριση της κυριαρχίας της Ρωσίας στο Ντονμπάς και την Κριμαία – παρ’ όλο που ελέγχει ήδη το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος τους, ενώ και η πλειοψηφία των κατοίκων τους βρίσκονται παραδοσιακά στην πλευρά της – η μη εξάλειψη της δυνατότητας ένταξης της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ, η διατήρηση σημαντικής ποσοτικής και ποιοτικής ισχύος του στρατού της, η μετάθεση των εκλογών σε ένα αόριστο μέλλον και αρκετά ακόμη.
Σε αυτό το φόντο, οι Αμερικανοί απέκλεισαν εκ νέου τους Ευρωπαίους από το «παζάρι» και φέρονται να έχουν επιβάλει στον Ζελένσκι ένα «νέο» σχέδιο, 19 σημείων αυτή τη φορά. Το έχουν στείλει δε και στο Κρεμλίνο το οποίο μπορεί να διαρρέει πως το δέχεται ως «βάση συζήτησης» όμως, όπως είναι αναμενόμενο, δεν έχει λόγο να βιαστεί και να ανοίξει όλα τα χαρτιά του.
Στην πράξη, φυσικά, όλοι γνωρίζουν ότι οι Ευρωπαίοι – ειδικά εάν δεν έχουν τις «πλάτες» των Αμερικανών – δύσκολα θα φτάσουν κάποια στιγμή να κηρύξουν τον πόλεμο στη Ρωσία. Κι αυτό, παρά το ότι επιμένουν πως αυτός είναι προ των πυλών, θεωρώντας δεδομένο ότι ο Πούτιν θα επιτεθεί σε κάποιο κράτος-μέλος της ΕΕ και του ΝΑΤΟ ως το τέλος της δεκαετίας. Ακόμη κι έτσι, όμως, η συντήρηση και ενίσχυση του «μπαμπούλα» του πολέμου εξυπηρετεί απολύτως τις επιδιώξεις των κυβερνήσεων της ΕΕ και του ευρωπαϊκού κεφαλαίου, τα συμφέροντα του οποίου εκφράζουν και προωθούν.
Η εξήγηση είναι σχετικά απλή: Στο φόντο της όξυνσης των ανταγωνισμών στο πλαίσιο του ολοκληρωτικού, αδηφάγου και πολεμικού καπιταλισμού της εποχής μας και καθώς είναι δεδομένο ότι η ΕΕ έχει χάσει πόντους στον διεθνή καταμερισμό σε σύγκριση με τις ΗΠΑ και την Κίνα, τα κέντρα εξουσίας έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι απαιτείται μια ιστορική τομή. Το περίφημο «ευρωπαϊκό μοντέλο» – που έχουν κατακτήσει με το αίμα και τους αγώνες τους οι λαοί της Γηραιάς Ηπείρου, στο έδαφος της «καμένης γης» και της «κομμουνιστικής απειλής» που άφησε πίσω του ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος – πρέπει να φτάσει στο τέλος του. Ανοίγοντας, παράλληλα, τον δρόμο για μια νέα βίαιη αναδιανομή πλούτου υπέρ των «πάνω» και σε βάρος των «κάτω».
Γνωρίζουν, όμως, ότι κάτι τέτοιο δεν θα είναι απλό, παρά την υποχώρηση των κινημάτων και την χρεοκοπία της παραδοσιακής Αριστεράς. Έτσι, χρειάζεται να δημιουργήσουν ένα τεχνητό σοκ – και τι καλύτερο και πιο αποτελεσματικό, αλήθεια, από ένα πόλεμο ή, έστω, μια υπαρκτή και ρεαλιστική απειλή πολέμου;
Στο μεταξύ, βεβαίως, δεν μένουν με τα χέρια σταυρωμένα, περιμένοντας πότε θα έρθει (αν έρθει) εκείνη η ώρα. Η δράση δε που αναπτύσσουν είναι πολύπλευρη: Από τη στροφή στην αποκαλούμενη «πολεμική οικονομία» και την ενίσχυση των πολεμικών βιομηχανιών μέχρι την εκστρατεία για να πειστεί – κι αν δεν πειστεί, να αναγκαστεί – η νεολαία της Ευρώπης να φορέσει το «χακί». Και να προετοιμαστεί όχι απλώς να πατήσει τη σκανδάλη, αλλά και να πεθάνει, για να την επιστρέψουν σε φέρετρα σκεπασμένα με την ένδοξη «αστερόεσσα» της ΕΕ.
Αυτός είναι και ο λόγος που μια σειρά χώρες, με πρώτες τη Γερμανία και τη Γαλλία, προχωρούν εσπευσμένα σε αλλαγή του μοντέλου της στρατιωτικής θητείας, ώστε να προσελκύσουν εκατομμύρια να καταταγούν. Καταρχάς εθελοντικά και στη συνέχεια, εφόσον το σχέδιο δεν περπατήσει, υποχρεωτικά. Όπως ήδη συμβαίνει στην Ελλάδα, δηλαδή, η οποία είναι πάλι καιρός να διδάξει τους άλλους – αυτή τη φορά, τον «πολιτισμό του πολέμου».
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΠΡΙΝ στο φύλλο 29-30 Νοέμβρη
















