Κώστας Μπουγιούκος, Γαλλία
Τι εκφράζει και πού πάει το ρεύμα της Ανυπότακτης Γαλλίας
Οι επερχόμενες προεδρικές εκλογές, την άνοιξη του 2027 και οι δημοσκοπήσεις που δίνουν σοβαρές πιθανότητες σε μια μονομαχία Μελανσόν και Λεπέν, καθιστούν επιτακτική τη συζήτηση για τις πολιτικές εξελίξεις και τάσεις στη Γαλλία. Οι εύκολοι αφορισμοί δεν είναι πάντα αποτελεσματικοί και δεν πείθουν, για τον λόγο αυτό η αντιπαράθεση πρέπει να φτάσει στις ρίζες.
Ο ηγέτης της Ανυπότακτης Γαλλίας (LFI), Ζαν-Λικ Μελανσόν, είναι αδιαμφισβήτητα η κυρίαρχη προσωπικότητα της ριζοσπαστικής αριστεράς στην Γαλλία και πιθανόν η πιο κεντρική φυσιογνωμία συνολικά της αριστεράς στην Ευρώπη αυτή τη στιγμή. Όχι άδικα, βεβαίως, καθώς στις επόμενες προεδρικές εκλογές, που θα διεξαχθούν στις 18 Απριλίου και 2 Μαΐου 2027, είναι εξαιρετικά πιθανό να βρεθεί στον δεύτερο γύρο και να «μονομαχήσει» με την ακροδεξιά Μαρίν Λεπέν. Και μάλιστα, με τις πιθανότητές του να επικρατήσει να μην είναι αμελητέες, τουλάχιστον με βάση τις δημοσκοπήσεις.
Τι εκφράζει και πού πάει το ρεύμα της Ανυπότακτης Γαλλίας
Πώς έφτασαν, όμως, ο Μελανσόν και η LFI – ένα κόμμα που ιδρύθηκε πριν από μόλις δέκα χρόνια (και χρησιμοποιεί το μικρό ελληνικό γράμμα “φι” από τα αρχικά της France Insoumise για λογότυπο) – να καταγράφουν εκλογικά ποσοστά και πολιτική επιρροή που η ριζοσπαστική αριστερά είχε να δει για δεκαετίες; Ποια ήταν η πορεία τους, ποια η δυναμική και οι άξονες που κινήθηκαν; Και, πάνω από όλα, ποια είναι η προοπτική και τα όριά τους;
Ξεκινώντας από τα κινήματα, που αποτελούν πάντα το υπόστρωμα δράσης και πολιτικής ανάπτυξης της ριζοσπαστικής και κομμουνιστικής αριστεράς, οφείλουμε να διαπιστώσουμε τα εξής. Στη Γαλλία, κατά τη διάρκεια της εννεαετούς προεδρίας του Μακρόν, έχουν αναπτυχθεί και δοθεί δεκάδες μεγάλες κοινωνικές και συνδικαλιστικές μάχες, με κυριότερες τον αγώνα κατά της αντιδραστικής αλλαγής στο ασφαλιστικό και την εξέγερση των «Κίτρινων Γιλέκων». Και στις δύο περιπτώσεις, τα παραδοσιακά κόμματα της αριστεράς δεν κατάφεραν ούτε να τις μετουσιώσουν σε ένα συνεκτικό και προωθημένο πολιτικό σχέδιο, ούτε να τις εκπροσωπήσουν εκλογικά.
Η LFI και ο Μελανσόν, ωστόσο, το πέτυχαν σε μεγάλο βαθμό. Η στρατηγική που ακολούθησε η LFI κατάφερε να εκφράσει και να εντάξει στην πολιτική δράση τα πιο περιθωριοποιημένα στρώματα της γαλλικής κοινωνίας. Κυρίως της νεολαίας των προαστίων των μεγάλων πόλεων, καθώς και ορισμένα τμήματα της εργατικής τάξης που είχαν απομακρυνθεί – αν όχι ξεχαστεί – από το Κομμουνιστικό Κόμμα, αλλά ακόμη και από τους Σοσιαλιστές.
Όσον αφορά στο πρώτο, δηλαδή τη νεολαία, έπαιξε τεράστιο ρόλο η ξεκάθαρη και χωρίς «ναι μεν αλλά» στάση του Μελανσόν απέναντι στη συνεχιζόμενη γενοκτονία του παλαιστινιακού λαού. Για το δεύτερο, παρά το γεγονός ότι η LFI δεν διαθέτει την διείσδυση της παραδοσιακής αριστεράς στα συνδικάτα, εντούτοις έχει παρουσιάσει ένα πολύ πιο συμπαγές και οργανωμένο σχέδιο άμεσης ανακούφισης των λαϊκών στρωμάτων, οργάνωσης της οικονομίας με κρατικοποιήσεις και κατάργησης πολλών κομβικών αντιμεταρρυθμίσεων της προεδρίας Μακρόν. Θα μπορούσαμε να πούμε, απλουστευτικά κάπως, ότι οι θέσεις του συνιστούν μια επικαιροποιημένη εκδοχή της σοσιαλδημοκρατίας κατά τη δεκαετία του ’80, μόνο που σήμερα φαντάζουν να είναι εξαιρετικά ριζοσπαστικές.
Από την πλευρά της, η παραδοσιακή αριστερά αντιμετωπίζει την LFI και τον Μελανσόν με αμφίσημο τρόπο. Τους στηρίζει και συμμετέχει μαζί τους σε εκλογικές συμμαχίες στις βουλευτικές εκλογές, ενώ ειδικά για τους σοσιαλιστές αυτό γίνεται ξεκάθαρα για λόγους επανεκλογής διαφόρων στελεχών-βουλευτών τους. Οι ίδιοι στήριξαν μαζί τις προτάσεις μομφής που γκρέμισαν δύο πρωθυπουργούς του Μακρόν, αλλά αρνήθηκαν να συνεχίσουν την πίεση και έδωσαν ανάσα σταθεροποίησης στον νυν πρωθυπουργό του Γάλλου προέδρου, Λεκορνί.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η στάση του ΚΚ Γαλλίας στις προεδρικές, μιας και είχε στηρίξει τον Μελανσόν το 2012 και το 2017 αλλά στις προηγούμενες του 2022 κατέβασε δικό του υποψήφιο, στερώντας του στην πράξη την είσοδο στον δεύτερο γύρο. Η κριτική δε που ασκεί προς την LFI ξεκινούν από μη σοβαρές κατηγορίες για αντισημιτισμό (επειδή ο Μελανσον δεν πρόφερε «σωστά» το όνομα του παιδοβιαστή Έπστιν) μέχρι εκείνες που αφορούν την «άρνηση συμβιβασμού» – γεγονός, όμως, που μόνο σαν θετικό μπορεί να χαρακτηριστεί, υπό το πρίσμα της ιστορίας της γαλλικής αριστεράς και του PCF από τον Μιτεράν και μετά.
Με βάση όλα τα παραπάνω, επανέρχεται το μείζον ζήτημα που έχει να κάνει με τον ορίζοντα, τα όρια και το πολιτικό βεληνεκές της LFI και του ηγέτη της. Πέρα από την σχετικά «εύκολη» κριτική που μπορεί να τους ασκηθεί (ναρκισσισμός, δικαιωματισμός κ.λπ.) το «φαινόμενο» LFI μας αποκαλύπτει δυο-τρία πολύ ενδιαφέροντα ζητήματα, που θα πρέπει να απασχολήσουν σίγουρα τις δυνάμεις της κομμουνιστική αριστεράς για τον χρόνο μέχρι τις εκλογές.
Πρώτο, να αναζητηθούν οι πραγματικοί λόγοι που οδήγησαν το μεγαλύτερο κομμάτι της ριζοσπαστικοποίησης στην Γαλλία να στραφεί προς μια νέα εκδοχή σοσιαλδημοκρατίας, τους μηχανισμούς που λειτούργησαν και τους λόγους για τους οποίους συνέβη αυτό. Ειδικά το τελευταίο θα μας προσφέρει εφόδια και εργαλεία να επικαιροποιούμε την δικιά μας αλληλεπίδραση και διαλεκτική σχέση με την εργατική τάξη και τον λαό.
Θέσεις της σοσιαλδημοκρατίας κατά τη δεκαετία του ‘80 σήμερα φαντάζουν να είναι εξαιρετικά ριζοσπαστικές
Δεύτερο και πιο σημαντικό, είναι το ζήτημα της αντιμετώπισης μιας πιθανής εκλογικής και πολιτικής επιτυχίας αυτού του ρεύματος, που δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ούτε με εύκολους αφορισμούς ούτε με δυσανάλογη αισιοδοξία. Εδώ, οφείλουμε να ξανακοιτάξουμε (και να ξαναθυμηθούμε) μια από τις στρατηγικές προκλήσεις κάθε πολιτικής δύναμης που έχει αναφορά στην χειραφέτηση και τον κομμουνισμό, την σχέση της με τον ρεφορμισμό και την σοσιαλδημοκρατία. Η περίπτωση της LFI είναι μια ευκαιρία να αντιληφθούμε ότι ακόμη και κάποιες ριζοσπαστικές σοσιαλδημοκρατικές διεκδικήσεις και κατακτήσεις ιστορικά μπορούν να ανυψώσουν τον πήχη των απαιτήσεων του λαού και της εργατικής τάξης, να αναβαθμίσουν την πολιτική τους συγκρότηση και συνείδηση και να ανοίξουν δρόμους για ακόμα μεγαλύτερες κατακτήσεις και ανατροπές.
Σωστό διάβασμα της κατάστασης, απόλυτη εκμετάλλευση της συγκυρίας και των αδιεξόδων του σοσιαλδημοκρατικού σχεδίου οφείλουν να είναι στο στόχαστρο μας για την επόμενη περίοδο. Ο Μελανσόν δεν είναι Τσίπρας, η LFI δεν είναι ΣΥΡΙΖΑ, η Γαλλία δεν είναι Ελλάδα και οι επόμενοι δέκα μήνες θα καταγράψουν μια πολιτική διαπάλη τόσο δυνατή όσο έχουμε να δούμε για δεκαετίες στην Δση. Αυτή πρέπει να οξύνουμε ασταμάτητα.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΠΡΙΝ που κυκλοφόρησε 1-2 Αυγούστου
και θα μείνει στα περίπτερα μέχρι 25/8












