Κώστας Μπουγιούκος, ανταπόκριση
Την Κυριακή ολοκληρώθηκε η διαδικασία με τη διεξαγωγή του δεύτερου γύρου. Πλέον, όλες οι πολιτικές δυνάμεις δίνουν ραντεβού για τη μεγάλη και κρίσιμη αναμέτρηση των προεδρικών εκλογών της άνοιξης του 2027.
Ο δεύτερος και τελικός γύρος των δημοτικών εκλογών ολοκληρώθηκε την Κυριακή που μας πέρασε στην Γαλλία και ήρθε, σε μεγάλο βαθμό, να επικυρώσει τα αποτελέσματα και κάποιες από τις εκτιμήσεις του πρώτου. Συνολικά, λοιπόν, οι δύο γύροι οδήγησαν σε παρεμφερή συμπεράσματα.
Πρώτο και βασικό, αποτέλεσαν ένα πεδίο δοκιμασίας για τις συμμαχίες όλων των πολιτικών δυνάμεων, από τη φασιστική ακροδεξιά μέχρι την εξωκοινοβουλευτική αριστερά, ενόψει των προεδρικών εκλογών που έρχονται σε 14 μήνες. Οι παραδοσιακές δυνάμεις, Ρεπουμπλικάνοι (δεξιά) και «Σοσιαλιστές», σημείωσαν αποτελέσματα που επιβεβαίωσαν τα ιστορικά κάστρα της κυριαρχίας τους – για τους μεν στην επαρχία και για τους δε στις μεγάλες πόλεις. Και οι δύο αυτές δυνάμεις είναι βαθιά οργανωμένες και συσπειρωμένες γύρω από την αστική διαχείριση των τοπικών κοινωνιών, με πολλά χρόνια εμπειρίας στη δημιουργία δεσμών χρηματοδότησης και διαπλοκής τόσο με το μικρομεσαίο τοπικό κεφάλαιο όσο και με το κεντρικό αστικό κράτος. Είναι χαρακτηριστικό ότι υπάρχουν δήμοι γύρω από το Παρίσι οι οποίοι εκλέγουν τους ίδιους (ηλικίας άνω των 80 ετών σήμερα) δημάρχους από τις δεκαετίες του ’70 και του ’80. Συμπερασματικά, η δεξιά σταθεροποίησε της δυνάμεις της εκεί που είχε πάντα επιρροή, στους μικρομεσαίους δήμους της επαρχίας. Οι «Σοσιαλιστές», με την «ανίερη συμμαχία» του αποκλεισμού της Ανυπότακτης Γαλλίας (LFI), κέρδισαν το Παρίσι και άλλες μεγάλες πόλεις (Μασσαλία, Λιλ, Νάντ κλπ.).
Τα αποτελέσματα, την ίδια στιγμή, αποτυπώνουν μια υποχώρηση της δυναμικής της ακροδεξιάς, η οποία δεν κατάφερε να κερδίσει κανέναν μεγάλο δήμο (εκτός της Νίκαιας, όπου υποψήφιος ήταν ο πρώην πρόεδρος της δεξιάς και σήμερα συνεργαζόμενος με τη Λεπέν, Ερίκ Σιοτί). Απέτυχε, πρακτικά, να διεισδύσει εκεί που αναδεικνύεται το σύνολο της πολιτικής αντιπαράθεσης, στα μεγάλα αστικά κέντρα της εργαζόμενης πλειοψηφίας. Το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα (ΓΚΚ) ίσως κατέγραψε ένα από τα χειρότερα αποτελέσματα στην ιστορία του, μιας και από τους 25 μεσαίους δήμους που Ήλεγχε, έχασε τους 18. Οι Οικολόγοι, επίσης, έχασαν το μεγαλύτερο δήμο που τους «ανήκε», το Στρασβούργο (με αντίπαλους τους «Σοσιαλιστές») και κέρδισαν μόνο τη Λυών (σε συνεργασία μαζί τους). Αυτό το τελευταίο αντιφατικό φαινόμενο δείχνει ακριβώς τα όρια και τον οπορτουνιστικό χαρακτήρα της συμμαχίας «Σοσιαλιστών», Οικολόγων και ΓΚΚ, που είχε ως αποκλειστικό σκοπό την περιθωριοποίηση της LFI. Οι τρεις αυτές δυνάμεις της κατ’ όνομα αριστεράς έδωσαν τα διαπιστευτήρια τους στην γαλλική αστική τάξη, με την πλήρη υποταγή και ουσιαστική στήριξη που παρείχαν στην κυβέρνηση Λεκορνί, τακτική που τους έδωσε κάποιες εκλογικές νίκες αλλά απέτυχε πολιτικά.
Η πολιτική αυτή επιλογή δεν είναι παρά αναπόσπαστο κομμάτι της πολιτικής στρατηγικής της γαλλικής αστικής τάξης, η οποία έχει επιδοθεί σε έναν συνεχή αγώνα παρουσίασης της LFI σαν «επικίνδυνης» για την χώρα, «αντισημιτικής», «λαϊκιστικής» και κάθε λογής φληνάφημα που αναπαράγεται καθημερινά από τα… όπλα μαζικής καταστροφής των γαλλικών ΜΜΕ. Σε αυτό το σημείο έγκειται και η όποια εκλογική επιτυχία της LFI, τόσο στον πρώτο όσο και στον δεύτερο γύρο, καθώς επέλεξε στάση πλήρους ρήξης και αντιπαράθεσης με το σύνολο του αστικού πολιτικού συστήματος και όχι οπισθοχώρησης, επιμέρους απαντήσεων και άμυνας. Προτάσσοντας ένα συνολικό και συμπαγές πολιτικό πρόγραμμα, προσανατολισμένο στις ανάγκες της κοινωνικής πλειοψηφίας με συγκεκριμένους οικονομικούς και πολιτικούς στόχους.
Η Ανυπότακτη Γαλλία, με καθαρές γραμμές για την γενοκτονία στην Παλαιστίνη, την αποσταθεροποίηση του γαλλικού πολιτικού συστήματος με αλλεπάλληλες προτάσεις μομφής που κατέληξαν στην πτώση δύο κυβερνήσεων του Μακρόν τα τελευταία 2 χρόνια και με την επιλογή α-συνέχειας της (δικής της επιλογής) θνησιγενούς εκλογικής κοπτοραπτικής του Νέου Λαϊκού Μετώπου, έδειξε ότι δεν επέλεξε την υποταγή και την ενσωμάτωση. Κι αυτό είναι κάτι που καταγράφτηκε και υποστηρίχθηκε ισχυρά από την εργαζόμενη πλειοψηφία της Γαλλίας στις δημοτικές εκλογές και δίνει παρακαταθήκες για περαιτέρω ενίσχυση της στις προεδρικές εκλογές του 2027. Η στρατηγική αυτή όμως και, πολύ περισσότερο, ο χαρακτήρας της LFI έχουν όρια, που είναι εξίσου ορατά. Η γείωσή της περιορίζεται σε αστικές περιοχές και έχει λιγότερη επιρροή στην οργανωμένη εργατική τάξη , στις μεγάλες ομοσπονδίες και τα συνδικάτα βάσης. Επίσης, η φύση της LFI, ως αρχηγοκεντρικής οργάνωσης, χωρίς όργανα, οργανώσεις βάσης, συνέδριο, καταστατικό κ.ο.κ, την κάνει να υστερεί στην ανατροφοδότηση και αναπαραγωγή της γραμμής και του προγράμματος της.
















