Γιάννης Φωτίου
▸ Η ΝΔ ξορκίζει την ταξική αναμέτρηση 2010-2015 για να θωρακίσει το σύστημα για το καυτό μέλλον
Τους ανεμόμυλους με τους οποίους θα αναμετρηθεί, ως άλλος Δον Κιχώτης, επιχειρούν να στήσουν κατά την τρέχουσα περίοδο ο Κυριάκος Μητσοτάκης και το επιτελείο του Μαξίμου. Με φόντο τη ρευστοποίηση του πολιτικού σκηνικού στον δρόμο προς τις κάλπες, ανεξαρτήτως του πότε ακριβώς θα στηθούν, και την πίεση που δέχεται το κυβερνών κόμμα τόσο σε επίπεδο κοινωνίας, κυρίως από την καλπάζουσα ακρίβεια, όσο και σε δημοσκοπικό επίπεδο από τα νέα κόμματα, τόσο στα δεξιά όσο και στα «αριστερά» του, το επιτελείο Μητσοτάκη μοιάζει να επιστρέφει στις «εργοστασιακές ρυθμίσεις» που οδήγησαν τον κύκλο του νυν πρωθυπουργού αρχικά στο τιμόνι του κόμματος και κατόπιν στη διακυβέρνηση της χώρας.
Πρόκειται για ένα μείγμα ακραίου νεοφιλελεύθερου κυνισμού με άγρια κατασταλτικές και χυδαία πατερναλιστικές νότες, που συνδυάζει το μίσος για το λαϊκό του ακραίου κέντρου, με τις όποιες αποχρώσεις αστικού κοσμοπολιτισμού, με τη σκληρή ακροδεξιά των «χρυσών» μεταγραφών από το αλήστου μνήμης ΛΑΟΣ. Έτσι, λοιπόν, την ώρα που μια πολυετής στρατηγική ενίσχυσης των μονοπωλιακών ομίλων, που πια κυριαρχούν στην αγορά και τους ιδιωτικοποιημένους άλλοτε δημόσιους οργανισμούς, έχει μετατρέψει την ακρίβεια σε ενδημικό χαρακτηριστικό, η κυβέρνηση αξιοποιεί την έωλη –όπως όλα δείχνουν– υπόθεση των «εμπρηστών της Marfin» και την καταδικαστέα εμπρηστική επίθεση στη Θεσσαλονίκη για να επιτεθεί συλλήβδην στον αντιεξουσιαστικό χώρο, την ανατρεπτική Αριστερά και τα κινήματα, συνδέοντας πανεπιστημιακές καταλήψεις με φονικά γκαζάκια και βάζοντας τον Πλεύρη να ξιφουλκεί με κουτσαβάκικη ψευτομαγκιά στη δημόσια τηλεόραση κατά των «αναρχικών».
Παρά τα γκροτέσκα χαρακτηριστικά της, ωστόσο, η επίθεση αυτή του Μαξίμου δεν είναι άνευ σημασίας και ουσίας. Γιατί αυτό που επιχειρεί να υπενθυμίσει, αν κανείς δει πίσω από τις κραυγές, είναι πως την προηγούμενη δεκαετία στην Ελλάδα διεξήχθη μια σκληρή ταξική αναμέτρηση, που σε ορισμένες εκφάνσεις έτεινε προς τη δημιουργία προϋποθέσεων προεπαναστατικής κατάστασης. Η μάχη έληξε με την ήττα του κόσμου της εργασίας, όμως η ρωγμή εκείνων των χρόνων παραμένει –υπό τη μορφή κυρίως μιας διάχυτης οργής και ενός αισθήματος βαθιάς αδικίας– ικανή κατά καιρούς να δίνει απίστευτα μαζικά ξεσπάσματα, όπως στα Τέμπη, παρότι μετά σιωπά υπό την πίεση μιας καταθλιπτικής καθημερινότητας.
Δεδομένου, όμως, ότι ο σύγχρονος ολοκληρωτικός καπιταλισμός των πολέμων και των πολυκρίσεων δεν αφήνει περιθώρια για άρτους και θεάματα, όπως η «ισχυρή Ελλάδα» των Ολυμπιακών και της ΟΝΕ, και καθώς μετά το φαγοπότι της αστικής τάξης με το Ταμείο Ανάκαμψης έρχεται η ώρα του λογαριασμού που θα επιχειρηθεί ξανά να φορτωθεί στις πλάτες των λαϊκών στρωμάτων, η κυβέρνηση επισείει τον κίνδυνο ενός νέου, πιθανώς επίσης παρατεταμένου, κύκλου κοινωνικής αναταραχής. Ενός κύκλου που σπεκουλαδόρικα επιχειρεί να φορτώσει στην αστική αντιπολίτευση, στην οποία προσάπτει από λαϊκισμό και τοξικό λόγο μέχρι την πολιτική ευθύνη για τα γκαζάκια στη Θεσσαλονίκη, τα οποία συνδέει με την… ονομασία (ΕΛΑΣ) του κόμματος Τσίπρα.
Θα ήταν αστείο αν δεν ήταν τραγικό, δεδομένου ότι αποτελεί ένδειξη και αποτέλεσμα συνάμα της απουσίας ενός ισχυρού πόλου εργατικής, αντικαπιταλιστικής, μαχητικής αντιπολίτευσης: να προβάλλεται ως εν δυνάμει κίνδυνος για την τάξη, ησυχία και οικονομική σταθερότητα της ολιγαρχίας ο… Τσίπρας, δηλαδή αυτός που έστησε τα θεμέλια του συστήματος Μητσοτάκη, με τα υπερταμεία και τις ιδιωτικοποιήσεις, με το Ελληνικό και τα καζίνο, με τη Fraport και την «απελευθέρωση» της αγοράς ενέργειας, με τους πλειστηριασμούς και τα υπερπλεονάσματα. Ακόμη και με την ανάδειξη κορυφαίων στελεχών του κρατικού μηχανισμού, όπως, για παράδειγμα, ο επικεφαλής της ΑΑΔΕ, Γ. Πιτσιλής.
Η κυβέρνηση «τα βάζει» με τον Τσίπρα που συνέβαλε στη σταθεροποίηση της αστικής πολιτική
Και όμως, πατώντας στο μπάζωμα του ταξικού ρήγματος του 2010-2015, στο οποίο ο ίδιος συνέβαλε τα μέγιστα, και στο προκλητικό, ξέφρενο φαγοπότι του κύκλου Μητσοτάκη κατά την τελευταία επταετία «στην υγεία των κορόιδων», ο Αλέξης Τσίπρας επιχειρεί να προβληθεί –και η αντίπαλη προπαγάνδα τον βοηθά– ως ο βασικός εχθρός ενός συστήματος του οποίου έχτισε τα θεμέλια.
Και με τις ευλογίες του οποίου επανέρχεται με αξιώσεις στην κεντρική πολιτική σκηνή: το απροσχημάτιστο σπρώξιμο από ολιγάρχες, που άλλωστε ελέγχοντας στρατηγικές υποδομές, αθλητικές ομάδες και ΜΜΕ έχουν ισχύ που τους εξασφαλίζει υπεροχή έναντι κάθε κυβέρνησης, αποτελεί τη μεγαλύτερη εγγύηση για το ποιανού τα συμφέροντα έχει ταχθεί να υπηρετήσει το μόρφωμα του πρώην πρωθυπουργού. Αυτή τη φορά χωρίς καν τα επικοινωνιακά «βαρίδια» του παρελθόντος.
Δεν είναι βέβαια, ειρήσθω εν παρόδω, ούτε το πρώτο «rebranding» στην ιστορία της χώρας ούτε η μοναδική φορά που η κυρίαρχη Δεξιά αντιμετωπίζει το Κέντρο ως επαναστατική απειλή, μόνο και μόνο επειδή υπόσχεται να καλύψει τις πιο προκλητικές όψεις από το φαγοπότι της άρχουσας τάξης. Είναι ενδεικτικό ότι το 1948 ο Γ. Βλάχος της Καθημερινής κατηγορούσε τον Γεώργιο Παπανδρέου, πρωθυπουργό των Δεκεμβριανών και της αγγλοκρατίας, ότι το 1944 ρίσκαρε να μετατρέψει τη χώρα σε… Τσεχοσλοβακία. Με τον ίδιο να επανέρχεται δύο δεκαετίες αργότερα ως «Γέρος της Δημοκρατίας», προκαλώντας τη μήνιν του Παλατιού…
Οι ανεμόμυλοι που στήνει, λοιπόν, ο Μητσοτάκης είναι χάρτινοι και η «μάχη» που ετοιμάζεται να δώσει με το «επάρατο παρελθόν», σικέ. Όμως η ανησυχία του – «τους», για την ακρίβεια – για τον κίνδυνο να ανοίξει ξανά το ρήγμα του 2010-2015 θυμίζει ότι μπορεί η ροζ Αριστερά να έβγαλε τα όνειρα σε πλειστηριασμό, όμως δεν παίχτηκε η παρτίδα μας ακόμα.













