Πέτρος Παπακωνσταντίνου
Για τους αμετανόητους φιλελεύθερους, ο Ντόναλντ Τραμπ αντιπροσωπεύει μια προσωρινή εκτροπή από την ένδοξη πορεία της αμερικανικής Δημοκρατίας, μια προδοσία των αξιών της. Στην πραγματικότητα, ο 80χρονος ηγέτης της απλά προδίδει, με την ωμότητα και τον κυνισμό του, το κρυμμένο μυστικό της – είναι το σύμπτωμα (και όχι η αιτία) μιας ιστορικής κρίσης της.
Η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας, του 1776, συμπύκνωνε ένα εκρηκτικά αντιφατικό μείγμα οικουμενισμού και εθνικιστικής ιδιαιτερότητας. Αντανακλούσε την επανάσταση ενός έθνους εποίκων, που θεωρούσαν ότι τους είχε δοθεί από τον Θεό το δικαίωμα να κυριαρχήσουν πάνω σε κατώτερες φυλές, στις τεράστιες εκτάσεις που προστατεύονταν από δύο ωκεανούς. «Όλοι οι άνθρωποι δημιουργήθηκαν ίσοι» διακήρυσσαν οι Πατέρες του Έθνους, εκ των οποίων περισσότεροι από τους μισούς, συμπεριλαμβανομένων των Τόμας Τζέφερσον, Βενιαμίν Φραγκλίνου, Τζέιμς Μάντισον και Τζορτζ Ουάσιγκτον, ήταν δουλοκτήτες.
Ήδη από τις δεκαετίες του 1830 και του 1840, περίοδο γενοκτονίας σε βάρος των ιθαγενών και επεκτατικών πολέμων εναντίον του Μεξικού, καθιερώθηκε στον δημόσιο λόγο το περίφημο manifest destiny, το «πρόδηλο πεπρωμένο» του νεαρού κράτους να επεκτείνεται, πρώτα στην Αμερική και ύστερα στον υπόλοιπο κόσμο. Ο ισπανοαμερικανικός πόλεμος του 1898 επισφραγίζει τη μετατροπή των ΗΠΑ σε ιμπεριαλιστική δύναμη πρώτης γραμμής, οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι τις αναδεικνύουν στο ισχυρότερο κράτος του κόσμου και το τέλος του Ψυχρού Πολέμου χαρίζει μια δεκαπενταετία αδιαφιλονίκητης κυριαρχίας στην, προσωρινά, μοναδική υπερδύναμη του πλανήτη.
Εδώ και κάμποσα χρόνια, όμως, η Αμερική έχει βαλθεί να γκρεμίσει όλο το διεθνές σύστημα που είχε οικοδομήσει η ίδια μετά το 1945 στο υπό Δυτικό έλεγχο τμήμα του κόσμου, καθώς η παγκοσμιοποίηση έχει αρχίσει να λειτουργεί εναντίον της, γεννώντας επικίνδυνους ανταγωνιστές. Τα πρόδρομα φαινόμενα σωρεύονταν από καιρό, ήδη με την ανατίναξη του νομισματικού συστήματος Bretton-Woods από τον Νίξον, το 1971 (που είχε, τότε, αιχμή τη Δυτική Ευρώπη και την Ιαπωνία) και, ακόμη περισσότερο, με τον πόλεμο του Μπους τζούνιορ κατά του Ιράκ, το 2003.
Στο πρόσωπο της αναδυόμενης Κίνας, η Αμερική απέκτησε για πρώτη φορά στη μεταπολεμική ιστορία της έναν ανταγωνιστή που διεκδικεί στα σοβαρά την οικονομική και τεχνολογική ισοδυναμία. Στην προσπάθειά της να ανακόψει τη σχετική υποχώρηση της διεθνούς ισχύος της, η Αμερική του Τραμπ επενδύει στα δύο αποφασιστικά πεδία όπου συνεχίζει να κυριαρχεί: το δολάριο και τον στρατό. Στις οικονομικές γενοκτονίες, όπως στην Κούβα και τη Βενεζουέλα και τις πραγματικές, σε συνεργασία με το άλλο κράτος εποίκων και μεσσιανικού επεκτατισμού, το Ισραήλ, στις εκστρατείες της Γάζας, του Ιράν και του Λιβάνου.
Ωστόσο ο πόλεμος στο Ιράν, η «σύντομη εκδρομούλα» που μας έλεγε ο Τραμπ, επιβεβαίωσε, όπως διαπιστώσαμε αυτές τις μέρες, τον αφορισμό του Ταλεϊράνδου, ότι με τις ξιφολόγχες μπορεί κανείς να πετύχει πολλά πράγματα, αλλά όχι να καθίσει πάνω τους. Ας ελπίσουμε αυτή τη σκληρή αλήθεια να την νιώσουν σε όλο της το βάθος και ο Τραμπ και ο Νετανιάχου.














