Παναγιώτης Ξοπλίδης
Η Διεθνιστική Αντιπολεμική Συνδιάσκεψη της Αθήνας αποτέλεσε μία πολύ σημαντική πολιτική συνάντηση αγωνιστικών, αντικαπιταλιστικών και επαναστατικών δυνάμεων από διαφορετικές χώρες και ηπείρους, σε μια περίοδο όπου η ανθρωπότητα βρίσκεται αντιμέτωπη με την κλιμάκωση των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, την επιστροφή των πολέμων μεγάλης κλίμακας και τη γενικευμένη επίθεση των αστικών τάξεων απέναντι στους λαούς. Η πρωτοβουλία της Κομμουνιστικής Απελευθέρωσης, με τη συμμετοχή οργανώσεων και αγωνιστών από την Ευρώπη, τη Λατινική Αμερική, τη Μέση Ανατολή και άλλες περιοχές, έδωσε χώρο για ουσιαστική πολιτική συζήτηση και κοινή αναζήτηση δρόμων δράσης.
Πιο αναλυτικά, στη Συνδιάσκεψη συμμετείχαν η Κομμουνιστική Απελευθέρωση από την Ελλάδα, η TIR (Διεθνιστική Επαναστατική Τάση) από την Ιταλία, το Partido Obrero από την Αργεντινή, το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα (SEP) από την Τουρκία, το Μονοπάτι Ανεξαρτησίας (Bağımsızlık Yolu Partisi) από την τουρκοκυπριακή κοινότητα της Κύπρου, η Επαναστατική Αριστερά (IR) από την Ισπανία και η Κόκκινη Πρωτοβουλία/Κόκκινη Δράση από τη Σερβία και την Κροατία. Ως παρατηρητές συμμετείχαν το Δημοκρατικό Μέτωπο για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης και το ιρανικό Εργατικό Κομμουνιστικό Κόμμα (Χεκματιστές). Διαδικτυακά παρενέβησαν η Επαναστατική Ομάδα Δράσης (GAR) από το Μεξικό, η Δύναμη της 18ης Οκτώβρη από τη Χιλή, η Επιτροπή Ενιαίου Μετώπου για ένα Εργατικό Κόμμα και οι Σοσιαλιστές χωρίς Σύνορα από τις ΗΠΑ. Ως διαδικτυακός παρατηρητής τοποθετήθηκε επίσης ο Άλεξ Καλίνικος, μέλος του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος (SWP) της Μεγάλης Βρετανίας, ενώ τις εργασίες παρακολούθησαν διαδικτυακά η Σοσιαλιστική Αυγή από τη Βόρεια Μακεδονία και η ΤΑΜ (Työväen Antimilitaristit) από τη Φινλανδία.
Το βασικό συμπέρασμα της Συνδιάσκεψης είναι ότι: η απάντηση στην πολεμική προετοιμασία του κεφαλαίου δεν μπορεί να είναι μια γενική έκκληση για «ειρήνη» χωρίς πολιτικό περιεχόμενο. Οι πόλεμοι της εποχής μας δεν αποτελούν παρεκκλίσεις από μια κατά τα άλλα ομαλή λειτουργία του συστήματος. Αντίθετα, είναι αποτέλεσμα της ίδιας της κρίσης του καπιταλισμού, της πάλης για αγορές, ενεργειακούς δρόμους, γεωπολιτικές ζώνες επιρροής και νέες ισορροπίες ισχύος ανάμεσα στα ιμπεριαλιστικά κέντρα.
Πολιτική απάντηση στον πόλεμο η σταθερή δικτύωση αγωνιστικών, αντικαπιταλιστικών και επαναστατικών δυνάμεων!
Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, η Συνδιάσκεψη ανέδειξε την ανάγκη ενός ανεξάρτητου διεθνιστικού εργατικού αντικαπιταλιστικού ρεύματος, που δεν θα στοιχίζεται πίσω από κανένα ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο. Η αντιπαράθεση με τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό και τους συμμάχους του, η καταδίκη των εγκλημάτων του κράτους του Ισραήλ στην Παλαιστίνη και σε άλλες χώρες, η αντίθεση στο ΝΑΤΟ και στις πολεμικές επιλογές της ΕΕ, αλλά και η απόρριψη κάθε λογικής στήριξης ανταγωνιστικών καπιταλιστικών πόλων, αποτέλεσαν κοινούς άξονες της συζήτησης.
Ιδιαίτερη θέση είχε η αλληλεγγύη στον παλαιστινιακό λαό. Η γενοκτονική επίθεση στη Γάζα αποκάλυψε για ακόμη μια φορά τον ρόλο των δυτικών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, αλλά ταυτόχρονα ανέδειξε τη δύναμη της λαϊκής διεθνούς αλληλεγγύης. Από τις μεγάλες κινητοποιήσεις σε πολλές χώρες μέχρι τις απεργιακές και κινηματικές πρωτοβουλίες, εμφανίζονται δυνατότητες που πρέπει να συνδεθούν με μια συνολική αντιπολεμική και αντικαπιταλιστική στρατηγική. Σημαντική αναφορά έγινε, ακόμα, και σε άλλα ανοιχτά πολεμικά μέτωπα, από τον πόλεμο στην Ουκρανία έως τις αυξανόμενες εντάσεις στην περιοχή του Ειρηνικού, επισημαίνοντας ότι οι εξελίξεις αυτές αποτελούν εκφράσεις της όξυνσης των διεθνών ανταγωνισμών για τον έλεγχο αγορών, ενεργειακών και εμπορικών διαδρόμων, πρώτων υλών και σφαιρών επιρροής. Στη συζήτηση αναδείχθηκε ότι η διαρκής στρατιωτικοποίηση, η κούρσα των εξοπλισμών και η εμπλοκή περισσότερων κρατών στις αντιπαραθέσεις δημιουργούν έναν ολοένα πιο ασταθή διεθνή συσχετισμό, με σοβαρές συνέπειες για τους λαούς.
Ξεχωριστή θέση κατείχαν οι παρεμβάσεις των οργανώσεων από τη Λατινική Αμερική (είτε ως συμμετέχοντες είτε ως παρατηρητές), οι οποίες μετέφεραν την εμπειρία μιας περιοχής όπου η όξυνση των διεθνών ανταγωνισμών συνδυάζεται με τις προσπάθειες του αμερικανικού ιμπεριαλισμού να αποκτήσουν/διατηρήσουν τον πολιτικό και οικονομικό έλεγχο. Παράλληλα, υπογραμμίστηκε ότι στη Λατινική Αμερική εξακολουθούν να αναπτύσσονται σημαντικές εργατικές και λαϊκές αντιστάσεις, οι οποίες, παρά τις δυσκολίες και τις πολιτικές αντιφάσεις, προσφέρουν πολύτιμες εμπειρίες για τη συγκρότηση ενός διεθνιστικού αντικαπιταλιστικού κινήματος.
Η Συνδιάσκεψη δεν περιορίστηκε, όμως, στην ανάλυση της διεθνούς κατάστασης. Κεντρικό ζήτημα αποτέλεσε το πώς οι αγωνιστικές δυνάμεις μπορούν να συμβάλουν στη συγκρότηση ενός νέου διεθνιστικού πόλου. Η κρίση της παραδοσιακής Αριστεράς, η ενσωμάτωση σημαντικών τμημάτων της σε κυβερνητικές διαχειριστικές λογικές και η αδυναμία απάντησης στις μεγάλες προκλήσεις της εποχής καθιστούν αναγκαία μια νέα προσπάθεια πολιτικής και οργανωτικής ανασυγκρότησης.
Το μήνυμα της Αθήνας ήταν ότι ο διεθνισμός δεν αποτελεί απλώς μια ηθική θέση ή μια αναφορά στην ιστορική παράδοση του εργατικού κινήματος, αλλά είναι πολιτική ανάγκη της εποχής. Η εργατική τάξη και οι λαοί όλων των χωρών έχουν κοινά συμφέροντα απέναντι στις κυβερνήσεις, τα κράτη και τις τάξεις που τους οδηγούν στον πόλεμο, στη φτώχεια και στην καταστροφή.
Παράλληλα, η Συνδιάσκεψη ανέδειξε ότι ο αγώνας ενάντια στον πόλεμο πρέπει να συνδεθεί με τους καθημερινούς αγώνες των εργαζομένων: ενάντια στην πολεμική οικονομία, στην εκμετάλλευση, στην καταστολή και στην άνοδο της ακροδεξιάς. Ο αντιπολεμικός αγώνας δεν μπορεί να είναι ξεχωριστό μέτωπο, αλλά οργανικό τμήμα της πάλης για κοινωνική απελευθέρωση.
Η Αθήνα δεν αποτέλεσε μια απλή διεθνή συνάντηση ανταλλαγής απόψεων. Αποτέλεσε ένα βήμα για τη δημιουργία σχέσεων εμπιστοσύνης, κοινών επεξεργασιών και δράσεων ανάμεσα σε δυνάμεις που αναζητούν έναν διαφορετικό δρόμο από τον καπιταλισμό των πολέμων και των συνεχών κρίσεων. Πολιτική κατάληξη των εργασιών της Συνδιάσκεψης αποτέλεσε η συγγραφή μιας κοινής, συνολικής πολιτικής διακήρυξης, η οποία αποτυπώνει τον πυρήνα των κοινών επεξεργασιών, τις συγκλίσεις και τους βασικούς άξονες πολιτικής παρέμβασης που αναδείχθηκαν ως καθοριστικοί κατά τη διάρκεια των συζητήσεων. Η διακήρυξη αναμένεται να δημοσιευθεί σύντομα και φιλοδοξεί να αποτελέσει σημείο αναφοράς για την περαιτέρω ανάπτυξη του διεθνιστικού αντιπολεμικού συντονισμού και των κοινών πρωτοβουλιών των οργανώσεων που συμμετείχαν.
Φυσικά, το επόμενο στοίχημα είναι η συνέχεια! Η μετατροπή των πολιτικών συμπερασμάτων σε κοινές πρωτοβουλίες, σε κινηματική δράση και σε μια σταθερά συγκροτημένη διεθνιστική δικτύωση. Γιατί απέναντι στη διεθνοποίηση του κεφαλαίου και του πολέμου, η απάντηση των εργαζομένων και των λαών δεν μπορεί παρά να είναι μόνο η διεθνής αλληλεγγύη, η κοινή πάλη και η προοπτική μιας κοινωνίας χωρίς εκμετάλλευση και πολέμους.












