Μάκης Γεωργιάδης
Στις 23 Ιουνίου συμπληρώνονται τρεις δεκαετίες από τον θάνατο του Ανδρέα Παπανδρέου. Επανερχόμαστε στον ιστορικό ηγέτη του ΠΑΣΟΚ, καθώς καλλιεργείται μια νοσταλγία κυρίως για τη δεκαετία του ‘80 και τα «καλά χρόνια» του ΠΑΣΟΚ. Στην πράξη, πέρα από εργατικές κατακτήσεις, η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ και ο Α. Παπανδρέου προωθούσε τον αστικό εκσυγχρονισμό –αναγκαίο μετά από δεκαετίες μετεμφυλιακού κράτους- και την ενσωμάτωση των ριζοσπαστικών τάσεων, κυρίως μέσω της «συμμετοχής» (νόμος για «κοινωνικοποίηση» ΔΕΚΟ, νόμος-πλαίσιο ΑΕΙ κλπ.)
Αναντίρρητα, ο ιδρυτής του ΠΑΣΟΚ και πρωθυπουργός για περισσότερα από δέκα χρόνια, σημάδεψε όσο λίγοι την πολιτική ιστορία της Ελλάδας κατά τον 20ο αιώνα. Θα μπορούσε να μιλήσει κανείς και για ιστορικό φαινόμενο, με αποτύπωμα και στις μέρες μας. Αρχικά, μπορούμε να σταθούμε σε κάποια αντικειμενικά δεδομένα. Πρώτο και κυριότερο ασφαλώς, είναι το γεγονός ότι η ιστορική συγκυρία και το διεθνές γεωπολιτικό πλαίσιο την εποχή που πρωταγωνιστούσε ο Ανδρέας Παπανδρέου, ήταν εντελώς διαφορετικό από το σημερινό πολιτικό σκηνικό τόσο στην χώρα όσο και διεθνώς. Δεύτερο, ο Α. Παπανδρέου υπήρξε ένα χαρισματικό και ευφυές πολιτικό πρόσωπο, το οποίο πρωταγωνίστησε επί σχεδόν τέσσερις δεκαετίες στο πολιτικό γίγνεσθαι. Επιπλέον είχε ακαδημαϊκό υπόβαθρο και εμπειρία, χαρακτηριστικό πολιτικών παλαιάς κοπής οι οποίοι δεν έδιναν προτεραιότητα στις στενές τεχνοκρατικές αντιλήψεις και ικανότητες. Ωστόσο, το παράδοξο ήταν πως ο ίδιος ήταν ένας κατ’ εξοχήν τεχνοκράτης ως οικονομολόγος. Από την άλλη πλευρά, οι σχέσεις του Α. Παπανδρέου με την κομμουνιστική αριστερά όχι μόνο δεν ήταν αγαστές, αλλά θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως σχέσεις αγάπης και μίσους. Σίγουρα πάντως διακρίνονταν από αμοιβαία καχυποψία. Όλα αυτά έχουν νόημα αν σκεφτούμε για παράδειγμα ότι ο ιδρυτής του ΠΑΣΟΚ, δήλωνε πως είναι μαρξιστής αλλά όχι λενινιστής. Επίσης η λέξη σοσιαλιστικό στο ακρωνύμιο του κόμματος, είχε μια ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς η έννοια σοσιαλισμός είχε παγκόσμιο κύρος και δεν ήταν απαξιωμένη όπως σήμερα.
Ο Α. Παπανδρέου ήδη από πολύ νεαρή ηλικία είχε επιρροές και επαφές με τις ομάδες και τους ηγέτες του ρεύματος της τέταρτης διεθνούς στην χώρα. Γνώρισε προσωπικά τους Παντελή Πουλιόπουλο, Μιχάλη Ράπτη και Πλάτωνα Δρακούλη, ενώ εντάχτηκε για ένα διάστημα στην ΟΚΔΕ. Βεβαίως, μετά τη σύλληψή του από την μεταξική ασφάλεια, την υπογραφή δήλωσης αποκήρυξης του κομμουνισμού και την φυγή του στις ΗΠΑ για σπουδές ήδη από το 1939, οι αναζητήσεις αυτές μπήκαν στο περιθώριο.
Εξελέγη πρώτη φορά βουλευτής με την Ένωση Κέντρου το 1964 και έγινε μέλος της κυβέρνησης του πατέρα του, Γεώργιου Παπανδρέου. Οι φιλοδοξίες του όμως και η αντίληψη του για το πολιτικό σύστημα δεν χωρούσαν στο πλαίσιο της Ένωσης Κέντρου. Η σύγκρουσή του με την Καραμανλική Δεξιά και το παλάτι και οι κατηγορίες που εξαπολύθηκαν εναντίον του για συνωμοσία, ανατροπή του πολιτεύματος και σχεδιασμό πραξικοπήματος με απώτερο στόχο την εγκαθίδρυση του «κομμουνισμού», που έγιναν στη περιβόητη υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ, τον κατέστησαν ιδιαίτερα δημοφιλή σε λαϊκά στρώματα. Αυτή η επιρροή του αποτέλεσε και την «προίκα» για την μεταπολιτευτική εκτόξευση του ΠΑΣΟΚ, το οποίο αναδείχτηκε ως εναλλακτική της Δεξιάς για να συγκεντρώσει το 48,1% των ψήφων στις εκλογές του Οκτωβρίου του 1981.
Ο θρίαμβος του ΠΑΣΟΚ και τα δέκα συνολικά χρόνια στον πρωθυπουργικό θώκο, αποτελούν αναμφισβήτητα τις κορυφαίες περιόδους της πολιτικής του σταδιοδρομίας. Η περιβόητη «αλλαγή», το σύνθημα «στις 18 σοσιαλισμό», το τρίπτυχο «λαϊκή κυριαρχία – εθνική ανεξαρτησία – κοινωνική απελευθέρωση» όπως και η συνθηματολογία για έξοδο από την ΕΟΚ των μονοπωλίων και το ΝΑΤΟ, εξέφραζαν με έναν επιθετικό και τολμηρό τρόπο το ριζοσπαστικό πνεύμα της μεταπολίτευσης και σε πολλές περιπτώσεις υποσκέλιζαν την Αριστερά, τουλάχιστον σε επίπεδο ρητορικής. Με τον τρόπο αυτό ο Α. Παπανδρέου έφερε στο προσκήνιο ένα κόμμα με μαζικές οργανώσεις και ανέδειξε το δικομματικό δίπολο αντιπαράθεσης «δεξιά – αντιδεξιά», με τις δυνάμεις της Αριστεράς να περιορίζονται σε δεύτερο ρόλο.
Το έξω από την ΕΟΚ έγινε… Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα και οι βάσεις έμειναν χωρίς να φύγουν
Οι αρχικές ριζοσπαστικές εξαγγελίες και κάποια φιλολαϊκά μέτρα γρήγορα εξανεμίστηκαν και υποχώρησαν υπό το βάρος του αναπότρεπτου συμβιβασμού με τις προτεραιότητες και τα συμφέροντα της αστικής τάξης και των διεθνών οργανισμών στους οποίους συμμετείχε η χώρα. Η αρχική ρητορική για απομάκρυνση των αμερικανικών βάσεων και η έξοδος από την ΕΟΚ μετατράπηκαν σε πλήρη αποδοχή των ΕΟΚικών πολιτικών και αναδιαρθρώσεων με αντάλλαγμα τα ΜΟΠ (Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα). Η αρχική συμφωνία παράτασης της λειτουργίας των βάσεων οδήγησε στις «αγορές του αιώνα» και από εκεί φτάσαμε στην πλήρη πρόσδεση στο άρμα των ΗΠΑ. Οι μισθολογικές αυξήσεις και η τιμαριθμική αναπροσαρμογή των μισθών υποσκελίστηκαν από τον πληθωρισμό ο οποίος καθ’ όλη την δεκαετία του 80 κινούνταν στο 19,5% κατά μέσο όρο. Οι δύο υποτιμήσεις της δραχμής έπληξαν πρωτίστως τους «μη προνομιούχους» τους οποίους υποτίθεται πως εκπροσωπούσε το ΠΑΣΟΚ. Με το δε σταθεροποιητικό πρόγραμμα Σημίτη, ήδη από το 1985, η Ελλάδα προετοιμαζόταν για την ένταση των αναδιαρθρώσεων και της αναδιανομής υπέρ, φυσικά, του κεφαλαίου.
Αυτό που εσκεμμένα παραλείπεται από υμνητές και νοσταλγούς της περιόδου, είναι το γεγονός πως οι μισθολογικές και θεσμικές κατακτήσεις στον εργασιακό τομέα, υπήρξαν πρωτίστως αποτέλεσμα σκληρών ταξικών συγκρούσεων και αγώνων όλων των περασμένων χρόνων. Δεν ήταν απλόχερες και αλόγιστες «παροχές», αλλά έκφραση ταξικών συσχετισμών. Είτε από πολιτική υστεροβουλία είτε επειδή το πίστευε, το ΠΑΣΟΚ αναγνώρισε την ΕΑΜική αντίσταση. Στράφηκε προς τον πονεμένο κόσμο της Αριστεράς, άνοιξε τον δρόμο στον επαναπατρισμό των πολιτικών προσφύγων, διέλυσε την λαομίσητη χωροφυλακή και κατήργησε αναχρονιστικούς νόμους. Δημιουργήθηκε το ΕΣΥ, ενώ προχώρησε στην θέσπιση του πολιτικού γάμου, του μονοτονικού, την κατάργηση της προίκας και των επιθεωρητών στην εκπαίδευση, ενώ μόλις το 1982 από την πρώτη κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ αναγνωρίστηκε νομικά η ισότητα των δύο φύλων. Σε μια χώρα ουραγό των ευρωπαϊκών εξελίξεων και βαριά πληγωμένη από το μετεμφυλιακό κράτος, και παρακράτος, της Δεξιάς καθώς και την δικτατορία, ο Α. Παπανδρέου αναδείχθηκε σε έναν εκσυγχρονιστή του αστικού κράτους, το οποίο μάλλον εκείνη την εποχή τον είχε ανάγκη.
Ο μετέπειτα εκφυλισμός του ΠΑΣΟΚ και η σύνδεσή του με αντιδραστικές τομές, όχι μόνο στην οικονομία, αναδεικνύει το γεγονός πως κάθε ριζοσπαστική πολιτική με «φιλολαϊκό» πρόσημο στο πλαίσιο του καπιταλισμού έχει συγκεκριμένα και πεπερασμένα όρια. Αν δεν αμφισβητηθεί ο πυρήνας της εκμεταλλευτικής φύσης του καπιταλισμού, κάθε είδους «αλλαγή» θα ακυρώνεται στην πράξη. Το βέβαιο πάντως είναι πως ο Α. Παπανδρέου δεν είχε καμία πρόθεση ούτε φιλοδοξία να αμφισβητήσει αυτόν τον πυρήνα και σε αυτό έμεινε πιστός ως το τέλος, σκορπώντας με μαεστρικό τρόπο χρυσόσκονη και αφηγήματα πολύ καλά για να είναι αληθινά…












