Γιώτα Ιωαννίδου
Τους φοβίζει το μεγαλείο του ανθρώπου γιατί υπάρχει… Αναστατώνονται μόλις κάποια μαθήτρια ή φοιτητής παρεκκλίνει από την επίσημη ρητορεία και φωνάξει «Λευτεριά στην Παλαιστίνη» ή «Δικαίωση στον Πάνο Ρούτσι». Στέκονται αμήχανοι μπροστά σε έναν αγρότη που αγκαλιάζει τη γη του. Σε έναν οικοδόμο που κοιτάει να σώσει το δέντρο του οικοπέδου.
Υπάρχει τελικά μεγαλείο στην ανθρώπινη ύπαρξη; Μεγαλογνωμοσύνη κι όχι επίχρυσα κατακάθια μαραγκιασμένων ψυχών πολεμοκάπηλων λεφτάδων; Πραγματικό μεγαλείο που να το θαυμάζεις και να σε παρακινεί ζεστά προς το καλύτερο; Χωρίς να μπορείς να το μετρήσεις με δείκτες και στατιστικές αλλά αμέτρητο ωστόσο να σε πλημμυρίζει το φως του;
Καθημερινά τα δελτία ειδήσεων και οι επίσημοι αναλυτές, από τη μια εστιάζουν στις υπερφίαλες δηλώσεις αμείλικτων ηγετίσκων ενός βάρβαρου κόσμου. Ως μέτρο του δήθεν μεγαλείου τους προβάλλεται το πόσο αδίστακτα μπορούν να σκοτώνουν, να λεηλατούν και να βιάζουν κάθε ανάσα ζωής. Έτσι που να βγαίνει αβίαστα το συμπέρασμα ότι είναι ανίκητοι. Η ιστορία περιγράφεται ως ένας τραυματισμένος χάρτης που το πεπρωμένο της είναι να αιμορραγεί. Από την άλλη, ο καθημερινός άνθρωπος εμφανίζεται στην οθόνη ως ψεύτης, δειλός, άπληστος, τεμπέλης, βίαιος και φονιάς ή βυθισμένος στη λάσπη της ελεημοσύνης, του ατομισμού και της υποταγής. Μόνο καμμιά φορά ξεφεύγει μια είδηση για κάποια όμορφη συμπεριφορά, τόσο όσο χρειάζεται η αναφορά μιας εξαίρεσης για να επιβεβαιώσει τον κανόνα. Έτσι η εικόνα των αήττητων «πάνω» συμπληρώνεται από την εικόνα των ανάξιων «κάτω». Και όλη η αφήγηση μαζί οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο άνθρωπος είναι από τη φύση του για τον άνθρωπο λύκος. Η αδικία και η δυστυχία είναι το προβλέψιμο μέλλον του και μόνη σανίδα σωτηρίας ο ανταγωνισμός και η δύναμη που αντλείται, όταν πατάς επί πτωμάτων.
Κι έτσι η ζωή γίνεται τόσο αβάσταχτη που μόνο αν παραιτηθείς από αυτή μπορείς να «ζήσεις»… και περιγράφεται αυτή η επιβίωση με «λέξεις ρακένδυτες χλωμές ξεπαγιασμένες άρρωστες …. Ξεκοιλιασμένες πανικόβλητες ακρωτηριασμένες λέξεις ρητορικές επίσημες μεγάλες», όπως γράφει ο ποιητής. (Γιώργος Ζιόβας, Η συνέχεια του κόσμου).
Και τότε γιατί οι τρανοί ηγέτες φοβούνται; Γιατί ουρλιάζουν από τα θεωρεία και τις τηλεοπτικές οθόνες; Γιατί οπλίζουν στρατούς εσωτερικής και εξωτερικής χρήσης; Τί να τις κάνουν τόσες φυλακές αν η φυλακισμένη ανθρώπινη σκέψη και συνείδηση επιτρέπει σε όλους να κυκλοφορούν έξω, ακίνδυνοι; Τί να τα κάνουν τόσα άδικα «Δίκαια» και νόμους; Ποιους να δεσμεύσουν, ποιους να καταστείλουν, ποιους να σωπάσουν;
Το σήμα της νίκης του Τιάγκο, το αμυδρό χαμόγελο του Σαΐφ, η Χριστίνη, ο Παντελής και όλοι οι σύντροφοι που κίνησαν ξανά για τη Γάζα
Τους φοβίζει το μεγαλείο του ανθρώπου γιατί υπάρχει… Αναστατώνονται μόλις κάποια μαθήτρια ή μαθητής ή φοιτητής παρεκκλίνει από την επίσημη ρητορεία και φωνάξει «Λευτεριά στην Παλαιστίνη» ή «Δικαίωση στον Πάνο Ρούτσι». Τους αφοπλίζει η ματιά μιας μητέρας που υπερασπίζεται το ψωμί των παιδιών της. Αβάσταχτο είναι γι αυτούς και την αλαζονεία τους, να μην μπορούν να εκμαιεύσουν δηλώσεις μετάνοιας από όσους αντιστέκονται. Στέκονται αμήχανοι μπροστά σε έναν αγρότη που αγκαλιάζει τη γη του. Σε έναν οικοδόμο που κοιτάει να σώσει το δέντρο του οικοπέδου. Στους ανθρώπους μιας συνοικίας που φυλάει το πάρκο της. Απέναντι σε ένα γιατρό που μοχθεί μέρες ξάγρυπνος να σώσει ανάσες και ζωές. Σε μια δασκάλα που χαϊδεύει τις παιδικές ψυχές και πασχίζει να μορφώσει όλα τα παιδιά. Σε ένα μηχανικό που παλεύει για το περιβάλλον. Αδυνατούν οι κυρίαρχοι να καταλάβουν γιατί μια φουρνάρισσα θέλει ευωδιαστό ψωμί αφού δεν βγάζει παραπάνω κέρδος. Γιατί ένας καθαριστής γελά και τραγουδά κι ας κουβαλά σκουπίδια. Γιατί ένας ζωγράφος παράγει ομορφιά αφού δε διαθέτει Γκαλά διαφήμισης. Γιατί ένας καλλιτέχνης ανοίγει την ψυχή ολονών αν δεν είναι να τον δοξάσουν τα Μέγαρα… Πώς κάποιοι πεθαίνουν για τους άλλους για να μη νεκρωθεί όλη η ανθρωπότητα…
Το μεγαλείο του ανθρώπου υπάρχει όπου οι λέξεις αλλάζουν σε «λέξεις γυμνές έτοιμες για να αγκαλιάσουν και να αγκαλιαστούν… λέξεις ξεκαρδισμένες λυτρωμένες λεύτερες χαρμόσυνες ολόγυμνες αθώες», γράφει ο αγαπημένος μας Γιώργος. Κι όλα αυτά συμβαίνουν στον ίδιο κόσμο, στους ίδιους ανθρώπους… Όταν ο άνθρωπος «βλέπει ότι ο τόπος που θέλει να φτάσει αρχίζει από σήμερα από τη γη που τώρα περπατάει από τα πράγματα που τώρα αγγίζει… αιώνιος παράλογος αμείλικτος όμορφος αινιγματικός μεγάλος» κι αποφασίζει πως σήμερα αξίζει να πορευτεί έτσι ώστε να τον αλλάξει. Στα μικρά καθημερινά αλλά και στα μεγάλα και πολύτιμα. Αυτό το μεγαλείο μπορεί να το κρύψουν αλλά αδυνατούν να το εξαφανίσουν και αυτό το αποδεικνύει όλη η ιστορία.
Αυτό το μεγαλείο γράφεται πανέμορφα στο σήμα της νίκης που σήκωσε ο Τιάγκο και στο αμυδρό χαμόγελο του Σαΐφ ανάμεσα στους Ισραηλινούς δεσμώτες και βασανιστές τους μέσα στο δικαστήριο, που νίκησαν. Αυτό το μεγαλείο κρέμεται στην άκρη του χαμόγελου της Χριστίνης, του Παντελή και όλων των συντρόφων που ξεκίνησαν ξανά για τη Γάζα. Στη γεμάτη αγωνία και νοιάξιμο ματιά όσων έμειναν πίσω. Στη χαρά που όλοι μοιράζονται… Στην πραγματική ελευθερία του ανθρώπου που όλοι και όλες ζωγραφίζουν και τραγουδούν.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν στο φύλλο 16-17 Μαϊου 2026












