Γιώργος Τσαντίκος
Αυτό που δεν λέει ο Χατζηδάκης, γιατί δεν ακούγεται καλά, είναι ότι «δεν μειώνουμε τον ΦΠΑ γιατί θα μειωθούν τα φορολογικά έσοδα, γιατί είναι τα μοναδικά που έχουμε στην πραγματικότητα, μην κοιτάτε που λέμε και κανένα χωρατό για επενδύσεις κλπ».
Από τη ρημάδα τη μέρα που ο καπιταλισμός έβγαλε από το (κοινωνικό) εργαστήριο, τη μέθοδο «οικονομία-τάκλιν» (trickle-down economics στα νεοφιλελέ), ο μέσος καταναλωτής και η μέση καταναλώτρια, θάβονται καθημερινά κάτω από συνήθειες, ανάγκες και ατέλειωτες δικαιολογίες. Λέει για παράδειγμα ο κομάντο των ιδιωτικοποιήσεων Κωστής Χατζηδάκης ότι δεν πρόκειται να μειωθεί ο ΦΠΑ, γιατί «η μείωση δεν φτάνει ποτέ στον καταναλωτή».
Ο εν λόγω όμως δεν είναι, ας πούμε, ο τύπος που μιλάς κάθε πρωί στο καφενείο και αναλύετε, μαζί με άλλους πανεπιστήμονες, την καθημερινότητα. Είναι κυβερνητικό στέλεχος, που ευθύνεται πολιτικά γιατί δεν περνάει η μείωση στον καταναλωτή, έχοντας βάλει υπογραφή σε πάνω από τη μισή επιβάρυνση των καταναλωτών.
Επίσης, όταν λέει ο συγκεκριμένος το συγκεκριμένο, παραδέχεται ότι η κυβέρνηση απλά κοιτάζει σαν τους τύπους στο Trainspotting, το τρένο των ανεξέλεγκτων κερδών των εταιριών ρεύματος, των σούπερ μάρκετ κ.ο.κ. Είναι κάτι σαν το no call ενός διαιτητή μπάσκετ.
Αυτό που δεν λέει ο Χατζηδάκης, γιατί δεν ακούγεται καλά, είναι ότι «δεν μειώνουμε τον ΦΠΑ γιατί θα μειωθούν τα φορολογικά έσοδα, γιατί είναι τα μοναδικά που έχουμε στην πραγματικότητα, μην κοιτάτε που λέμε και κανένα χωρατό για επενδύσεις κ.λπ. και γιατί αν τον μειώσουμε όντως, δεν πρόκειται ποτέ να παρέμβουμε στην αγορά και να ελέγξουμε με κάποιον τρόπο το ακατάσχετο κέρδος των εταιρειών».
Κύριοι και κυρίες, χάσατε.
Πέρα όμως από τα λιγότερο ή περισσότερο προφανή, οι άνθρωποι που χάνουν, θάβονται κάτω από τις παραπάνω εξηγήσεις –ρητές και άρρητες- συν μερικά ακόμα επιχειρήματα όπως «δεν είναι ελληνικό πρόβλημα, είναι πανευρωπαϊκό». Ελληνική επίσης είναι η φέτα, αλλά είναι πολύ ακριβή για μέσο εργαζόμενο-η στην Ελλάδα.
Είναι και η συνεχής ενοχοποίηση. Κάτι σαν το «Στο σούπερ μάρκετ» του Πουλικάκου από την ανάποδη. Να μην κάνει κριτική και αυτοκριτική δηλαδή ο μέσος προλετάριος για τον καταναλωτισμό, αλλά να βάζουν χέρι στους καταναλωτές «προσφορών» στα σούπερ μάρκετ οι υπουργοί, που δεν κάνουν απολύτως τίποτα για να εξασφαλιστούν τα βασικά και ενδεχομένως να πιστεύουν ότι τα «τυριά στον Σκλαβενίτη» είναι κάποια παραλία με ακριβές ξαπλώστρες.
Στο μεταξύ, ένα μεγάλο τους ποσοστό δεν είναι καν τύποι που δεν πήγανε ποτέ σε ένα σούπερ μάρκετ, ψάχνοντας συχνά το φθηνότερο και όχι το καλύτερο. Αντίθετα μάλιστα, προσπαθούν να ξεχάσουν αυτή την περίοδό τους, πράγμα απόλυτα λογικό, γιατί το άγχος ενός ανθρώπου τη σήμερον δεν πρέπει να είναι πώς θα τραφεί, πώς θα ζεσταθεί και πώς θα έχει ένα σπίτι. Να την ξεχάσουν και να την ποινικοποιήσουν κιόλας, για όσους βρίσκονται ακόμα σε αυτή.
Στην πράξη όμως, ακριβώς αυτό το σετάκι καταλαμβάνει τις σκέψεις του περισσότερου κόσμου, σε σημαντικό βαθμό γιατί οι συγκεκριμένοι άνθρωποι που σταμάτησαν να πηγαίνουν στο σούπερ μάρκετ ή δεν τους απασχολεί η τιμή στο ράφι, αντάλλαξαν αυτή τη δυνατότητα με το να την αρνούνται σε όλο τον υπόλοιπο κόσμο.
Πλέον, είναι αρμόδιοι να κάνουν μια διαρκή κριτική με διάφορα κυλιόμενα επιχειρήματα, από αυτά που καίει στο ντεπόζιτό του ο κοινωνικός αυτοματισμός: άμα δεν έχετε λεφτά γιατί πάτε ταξίδια, ποιος δουλεύει τελικά σε αυτό τον τόπο, όλες οι καφετέριες είναι γεμάτες, κλπ κλπ. Είναι «πακέτο εκκίνησης» όταν αναλαμβάνονται τέτοιες, υπεύθυνες και αρμόδιες θέσεις και περιλαμβάνει όλες εκείνες τις δηλώσεις που απαιτούνται για να μοιράζεις ατομικές ευθύνες στους πολλούς.
Άσχετα βέβαια αν την ίδια στιγμή συναντιέσαι με τους τάδε επιχειρηματίες εστίασης και τους λες «είμαστε μαζί σας» ή κάνεις δηλώσεις για το πόσο σημαντικός είναι ο τουρισμός, η επισκεψιμότητα, να ‘μαστε γυαλισμένοι και προβλεπέ όταν έρχονται καλεσμένοι κ.ο.κ.
Σε όλους-ες αυτούς λοιπόν, μαντέψτε ποια εξήγηση και απολογία χρωστάμε, για το πώς ζούμε (ολογράφως: επιβιώνουμε): Καμία απολύτως…
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν στο φύλλο 2-3 Μαϊου













