Μπάμπης Συριόπουλος
Το βιβλίο του Θανάση Γκιούρα Το κόμμα και η κριτική (εκδόσεις Τόπος) αναφέρεται στην πρώτη περίοδο της συγκρότησης του SPD, παρουσιάζοντας το ιστορικό πλαίσιο και τις απόψεις ηγετών του κόμματος όπως οι Μπέμπελ, Λίμπκνεχτ, Κάουτσκι, καθώς και οι Μαρξ και Ένγκελς, με κείμενα που δημοσιεύονται πρώτη φορά στα ελληνικά.
Το βιβλίο του Θανάση Γκιούρα Το κόμμα και η κριτική (εκδόσεις Τόπος) έχει υπότιτλο Ιστορικές και ερμηνευτικές προκείμενες για τις κριτικές των Κ. Μαρξ και Φρ. Ένγκελς στα προγραμματικά προσχέδια του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος Γερμανίας (Γκότα 1875/Ερφούρτη 1891). Μας πηγαίνει πίσω στις απαρχές της συγκρότησης της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας (καμιά σχέση βέβαια με αυτό που είναι τώρα) και στα πρώτα βήματά της. Από τις εργατικές ενώσεις, τα σωματεία και τις συνωμοτικές επαναστατικές και σοσιαλιστικές λέσχες και σέκτες, περνάμε στην ίδρυση μαζικών εργατικών σοσιαλιστικών κομμάτων που πολύ σύντομα αποδέχονται -τουλάχιστον διακηρυκτικά- τη θεωρία των Μαρξ και Ένγκελς.
Αυτή η διαδικασία ξεκίνησε από τη Γερμανία με την ίδρυση το 1863 της Γενικής Ένωσης Γερμανών Εργατών (ΓΕΓΕ) υπό την ηγεσία του Φερντινάντ Λασάλ. Ο τελευταίος και οι οπαδοί του πρέσβευαν μια ειδική πρωσική εκδοχή σοσιαλισμού, όπου η κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής θα πραγματοποιούνταν μέσω συνεταιρισμών επιδοτούμενων από το κράτος, ενώ τα μέσα πάλης περιορίζονταν στην «κατάκτηση της κοινής γνώμης» «δια της ειρηνικής και νόμιμης οδού» και στη θέσπιση και αξιοποίηση του καθολικού εκλογικού δικαιώματος. Από την άλλη πλευρά το 1869 συνήλθε στο Άιζεναχ ένα συνέδριο που αποφάσισε την ίδρυση του Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος (ΣΕΚ) με καθοριστικό ρόλο των Βίλχελμ Λίμπκνεκτ -πατέρα του Καρλ- και Άουγκουστ Μπέμπελ, φίλων και οπαδών των Μαρξ και Ένγκελς.
Και τα δύο κόμματα δοκιμάστηκαν στον γαλλογερμανικό πόλεμο του 1870, αμυντικό στην αρχή ενάντια στον αυτοκράτορα Λουδοβίκο Βοναπάρτη και επιθετικό στη συνέχεια ενάντια στη Γαλλία. Το ΣΕΚ κράτησε αντιπολεμική διεθνιστική στάση που την πλήρωσε με διώξεις και φυλακίσεις μελών του -μεταξύ των οποίων και των Μπέμπελ και Λίμπκνεχτ- αλλά οι αυτοκρατορικές διώξεις περιέλαβαν και τους λασσαλικούς της ΓΕΓΕ. Η κοινή αυτή εμπειρία έφερε τις δυο οργανώσεις πιο κοντά με κατάληξη την ενοποίησή τους στο «Ενωτικό Συνέδριο» της Γκότα το 1875 με βάση το ομώνυμο πρόγραμμα.
Η συζήτηση και οι αντιπαραθέσεις αφορούν ζητήματα όπως η ενότητα και οι συμβιβασμοί, η στάση απέναντι στο κράτος, τα ειρηνικά και τα βίαια μέσα, εθνικό και διεθνισμός, άμεσο και στρατηγικό
Στο βιβλίο παρακολουθούμε όσα προηγήθηκαν της ίδρυσης του νέου κόμματος (Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα Γερμανίας) το 1875, τη συνέχεια με τον «Νόμο ενάντια στις ανατρεπτικές δραστηριότητες της σοσιαλδημοκρατίας» (1878-1890), μέχρι το συνέδριο της Ερφούρτης που ψήφισε νέο πρόγραμμα. Ο Γκιούρας παραθέτει εκτός από την γνωστή «κριτική του προγράμματος της Γκότα» κείμενα αλληλογραφίας από τα Άπαντα Μαρξ-Ένγκελς (MEGA) δημοσιευμένα για πρώτη φορά στα ελληνικά. Η συζήτηση και οι αντιπαραθέσεις με αφορμή τα προγράμματα αφορούν ζητήματα όπως η ενότητα και οι θεμιτοί και αθέμιτοι συμβιβασμοί, η στάση απέναντι στο κράτος, στο κοινοβούλιο και το ζήτημα της δημοκρατίας, τα ειρηνικά και τα βίαια μέσα, η πάλη των σοσιαλιστών στο εθνικό επίπεδο και ο διεθνισμός, τα προγράμματα των άμεσων διεκδικήσεων σε σχέση με τους τελικούς σκοπούς, κοντολογής όλα τα διλήμματα που σφράγισαν και δίχασαν -και διχάζουν ακόμα- το πολιτικό εργατικό κίνημα μέχρι σήμερα.
Ο συγγραφέας απορρίπτει μια μανιχαϊστική προσέγγιση των επαναστατών από τη μια και των συμβιβασμένων ή και προδοτών από την άλλη βάσει της μετέπειτα στάσης τους. Αυτό αφορά και τη γερμανική σοσιαλδημοκρατία που δεν μπορεί να κρίνεται εξαρχής μόνο ή κυρίως από την κατάληξή της τον Αύγουστο του 1914 και μετά. Το βιβλίο απευθύνεται σε όποιον ενδιαφέρεται για τη συναρπαστική συζήτηση και αντιπαραθέσεις πάνω σε μεγάλα και διαχρονικά ζητήματα. Το 1879 μετά τον αντισοσιαλιστικό νόμο δημοσιεύτηκε ένα κείμενο -ο Ε. Μπερνστάιν ήταν ένας από τους συντάκτες του- όπου υποστηριζόταν ότι το κόμμα είχε προκαλέσει τον νόμο με τις αναφορές του στην επανάσταση και στην ανατροπή του κοινωνικού καθεστώτος προτείνοντας το δρόμο των ειρηνικών μεταρρυθμίσεων. Οι Μαρξ και Ένγκελς σε εμπιστευτική επιστολή τους στο Μπέμπελ γράφουν την άποψή τους για το προαναφερθέν κείμενο και την κατεύθυνσή του: «Το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα πρέπει να μην είναι ένα εργατικό κόμμα, δεν πρέπει να προκαλεί το μίσος της αστικής τάξης ή οποιουδήποτε άλλου· πρέπει προπάντων να κάνει ενεργή προπαγάνδα μέσα στην αστική τάξη· αντί να θέτει έμφαση σε στόχους ευρείς, που τρομάζουν τους αστούς και παρ’ όλα αυτά είναι ανέφικτοι στη γενιά μας, θα πρέπει καλύτερα να ξοδεύει όλη τη δύναμη και την ενέργειά του στις μικροαστικές εμβαλωματικές μεταρρυθμίσεις, που δίνουν νέα στηρίγματα στην παλιά κοινωνική οργάνωση, και με τον τρόπο αυτόν ενδεχομένως θα μπορούσαν να μετατρέψουν την τελική καταστροφή σε μια σταδιακή, τμηματική και ει δυνατόν ειρηνική διαδικασία διάλυσης».
















