Γιάννης Ελαφρός
Τρεις δεκαετίες από την κρίση των Ιμίων, που στοίχισε τρεις χαμένες ζωές στο ελληνικό ελικόπτερο, είναι ανάγκη να κατανοήσουμε βαθύτερα τις αιτίες του ανταγωνισμού Αθήνας-Άγκυρας, και τις αιτίες της ποιοτικής του αναβάθμισης τα τελευταία χρόνια. Ο αγώνας για το μπλοκάρισμα και την ανατροπή της πολεμικής προετοιμασίας είναι επιτακτικά αναγκαίος.
Στις 30-31 Γενάρη του 1996 στα Ίμια, Ελλάδα και Τουρκία έφτασαν πολύ κοντά στον πόλεμο. Η αιτία φυσικά δεν ήταν η κυριαρχία σε δύο βραχονησίδες, αλλά η επιβολή στον ανταγωνισμό για τα χωρικά ύδατα στο Αιγαίο και την αξιοποίηση πιθανών κοιτασμάτων υδρογονανθράκων. Είχαν εξάλλου προηγηθεί δύο μεγάλες κρίσεις, το 1976 και το 1987, με αφορμή τις έρευνες του τουρκικού σκάφους Σισμίκ ή Χόρα. Αλλά το 1996 ήταν τέτοια η συγκέντρωση δυνάμεων στην περιοχή, αλλά και η κινητοποίηση του στρατού σε όλο το εύρος των συνόρων, που μια ανάφλεξη θα οδηγούσε σε πολύνεκρη πολεμική σύγκρουση. Κι ας λένε, ακόμα και τώρα, στρατιωτικά στελέχη πως «είχαμε το τοπικό (ή και ευρύτερο) πλεονέκτημα», «το όφελος του πρώτου πλήγματος» κλπ. Όλα αυτά δείχνουν πως η πολεμική απειλή δεν είναι καθόλου στη φαντασία μας. Εξάλλου και σήμερα ακούμε από τον Δ. Χούπη, αρχηγό ΓΕΕΘΑ, για «δυνατότητα προληπτικών χτυπημάτων στρατηγικού πλήγματος σε μεγάλο βάθος» στην Τουρκία…
Η κρίση των Ιμίων, που εξελίχθηκε και σε εσωτερική κρίση της αστικής στρατηγικής απέναντι στην Τουρκία, προκαλεί διαχρονικά την έκφραση των δύο πλευρών της αστικής τάξης. Οι εκφραστές της γραμμής των διαπραγματεύσεων θα μιλήσουν για την αξία τους. Οι «αδιάλλακτοι» θα τονίσουν τις «γκρίζες ζώνες» που έφεραν τα Ίμια και την ανάγκη επιβολής διά των όπλων. Παρά την αντιπαράθεσή τους αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, που έχει ως βασικό ζητούμενο την προώθηση των συμφερόντων του ελληνικού κεφαλαίου σε βάρος του ελληνικού λαού, αλλά και των γειτονικών. Η βαθύτερη σύγκλιση αποτυπώνεται στη γραμμή της κυβέρνησης της ΝΔ, που με τη συναίνεση των βασικών αστικών κομμάτων, διατηρεί και συνομιλίες με την Άγκυρα (προετοιμάζεται και συνάντηση Ερντογάν-Μητσοτάκη τον Φλεβάρη), την ίδια ώρα που υλοποιεί ένα τεράστιο και τερατώδες πρόγραμμα εξοπλισμών και στήνει επικίνδυνους πολεμικούς άξονες με Ισραήλ και Κύπρο, αλλά και με Αίγυπτο, με σαφώς αντιτουρκικό χαρακτήρα.
Τριάντα χρόνια μετά οι θέσεις των δύο αστικών τάξεων (Ελλάδας και Τουρκίας) δεν έχουν έρθει πιο κοντά, απεναντίας ο ανταγωνισμός βαθαίνει. Δεν αφορά πλέον μόνο τα χωρικά ύδατα και την υφαλοκρηπίδα στο Αιγαίο, αλλά εξαπλώνεται στην ευρύτερη ΝΑ Μεσόγειο για τις ΑΟΖ, τους ενεργειακούς πόρους και δρόμους.
Σήμερα έχουμε πολλούς λόγους να είμαστε πολύ πιο ανήσυχοι και πιο ενεργοί για τον πολεμικό κίνδυνο. Καταρχάς, ο πόλεμος και η στρατιωτική βία ως μέσο «επίλυσης» κρατικών διαφορών έχει έρθει δυναμικά στο προσκήνιο. Ο Ν. Δένδιας ζητά να προετοιμαστούμε για «φέρετρα με σημαία». Η γενοκτονία των Παλαιστινίων από το κράτος-τρομοκράτη του Ισραήλ και τα εκατοντάδες χιλιάδες θύματα στην Ουκρανία έχουν μετατρέψει τον θάνατο σε «κανονικότητα» του σύγχρονου καπιταλισμού. Το βάθος και η ένταση των ανταγωνισμών, η ανάδυση αξόνων και περιφερειακών ισχυρών δυνάμεων στην περιοχή (με χαρακτηριστική την αντιπαράθεση Ισραήλ-Τουρκία) διευρύνουν την αντιπαράθεση, ειδικά καθώς το Ισραήλ θέλει να αξιοποιήσει Ελλάδα και Κύπρο ως εφαλτήριο. Ελλάδα και Τουρκία συσσωρεύουν όπλα, με πολλαπλάσια καταστροφική δύναμη και την πρόκληση να τα δοκιμάσουν. Κι ακόμα ο νέος κυνικός ρόλος των ΗΠΑ και τα ιδιαίτερα συμφέροντα των μελών της ΕΕ έχουν δυναμιτίσει τις όποιες σταθερές του δυτικού στρατοπέδου, που φρενάριζαν την όξυνση, για να την κοντρολάρουν καλύτερα.
Σε αυτές τις συνθήκες η μόνη ελπίδα είναι η αντιπολεμική, αντιιμπεριαλιστική, αντικαπιταλιστική πάλη των λαών, η ταξική διεθνιστική συνεργασία σε Ελλάδα, Τουρκία, Κύπρο και όλες τις γειτονικές χώρες.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν στο φύλλο 24-25 Ιανουαρίου 2026
















