Τζένη Σκεύη, Φοίβος Κακαμανούδης
Εκπαιδευτική αναδιάρθρωση και σχέδιο μετατροπής της τριτοβάθμιας παιδείας σε νέο πεδίο κερδοφορίας και αρπαχτής
Από τη μία «μικραίνουν» το δημόσιο πανεπιστήμιο, από την άλλη «σπρώχνουν» ιδιωτικά μαγαζιά. Αυτή είναι η πολιτική που υποχρηματοδοτεί, ιδιωτικοποιεί, υποβαθμίζει, αναδιαρθρώνει και συρρικνώνει ό,τι έχει απομείνει από τη δημόσια και δωρεάν παιδεία. Η ίδια πολιτική που φέρνει ιδιωτικά πανεπιστήμια όσο στα δημόσια εφαρμόζονται πειθαρχικά, διαγραφές και ένα σωρό ταξικά φίλτρα. Πρόκειται ουσιαστικά για μια ολοκληρωτική αλλαγή του κοινωνικού και ταξικού συσχετισμού σε βάρος της εργαζόμενης πλειοψηφίας, αποκλείοντας την από το δικαίωμα καθολικής πρόσβασης στο πανεπιστήμιο. Συστατικό της επιτυχίας στην κατεύθυνση αυτή αποτελεί και η λυσσαλέα επίθεση στους φοιτητικούς συλλόγους, στο ίδιο το φοιτητικό και πανεκπαιδευτικό κίνημα, αλλά και συνολικά σε όσους αγωνίζονται.
Διαγραφές, μικρότερα και αποστειρωμένα ιδρύματα
Η δημόσια δωρεάν παιδεία συρρικνώνεται, όσο το δημόσιο πανεπιστήμιο αδειάζει. Η τριτοβάθμια εκπαίδευση βρίσκεται στο στόχαστρο όλο αυτό το διάστημα και δέχεται επίθεση από κάθε πλευρά. Οι διαγραφές πλέον είναι προ των πυλών υπηρετώντας ακριβώς αυτή την πολιτική: εντατικοποιημένες σπουδές, τμήματα χωρίς εισακτέους, άδεια και αποστειρωμένα ΑΕΙ στα οποία, ανενόχλητες πια, επιχειρήσεις «θα κόβουν και θα ράβουν» για να κερδοφορούν. Φοιτητές και φοιτήτριες έρχονται αντιμέτωποι με το άδικο και βαθιά ταξικό αυτό μέτρο τη στιγμή που η ακρίβεια αναγκάζει ένα τεράστιο ποσοστό να εργάζεται παράλληλα με τις σπουδές του για να επιβιώσει. Τα κρατικά κονδύλια για τη φοιτητική μέριμνα (της οποίας οι υπηρεσίες «χαρίζονται» σε εργολαβίες) πετσοκόβονται χρόνο με το χρόνο, ενώ το αφήγημα των «αιωνίων» ποτέ δεν αποτέλεσε κάποιο πιστευτό και βάσιμο επιχείρημα, αφού οι φοιτητές αυτοί δεν κοστίζουν το παραμικρό στο ελληνικό κράτος. Ακόμη και αυτό επιβεβαιώνει πως η συνολική κατεύθυνση για την εκπαίδευση είναι συγκεκριμένη και κοιτάει προς την εμπορευματοποίησή της, παρά τις δικαιολογίες, τα περιτυλίγματα και τις δηλώσεις υπουργείου και κυβέρνησης.
Ένα Πανεπιστήμιο Πατρών χάθηκε λόγω ΕΒΕ
Αυτό άλλωστε φαίνεται ήδη και από τα πολλαπλά φίλτρα που ήδη εφαρμόζονται τόσο στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και μετατρέπουν το σχολείο απλώς σε ένα εξεταστικό κέντρο, αλλά και στη διαδικασία μετάβασης στη τριτοβάθμια, όπως ο κόφτης της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής. Τα αποτελέσματα της ΕΒΕ βροντοφωνάζουν «άδεια ΑΕΙ». Ήδη στα πρώτα τέσσερα χρόνια εφαρμογής του μέτρου οι θέσεις που έχουν μείνει κενές λόγω ΕΒΕ αγγίζουν τις 60.000, περισσότερους φοιτητές δηλαδή από όσους έχει το Πανεπιστήμιο Πατρών αυτή τη στιγμή! Πόσο μάλλον όταν η ακρίβεια, η στεγαστική κρίση με τα υπέρογκα ενοίκια και η εκτίναξη των λογαριασμών αποτρέπουν πολλές οικογένειες από το να στείλουν τα παιδιά τους να σπουδάσουν σε μια άλλη πόλη.
Τα μορφωτικά δικαιώματα της νεολαίας βρίσκονται και με τη βούλα στο στόχαστρο, αφού η πανεπιστημιακή εκπαίδευση καθίσταται προνόμιο για λίγους, όσους το αντέχει η τσέπη τους. Τα εκκωφαντικά αυτά νούμερα, με τουλάχιστον 10.000 θέσεις κενές ανά ακαδημαϊκό έτος, αποτελούν την απόδειξη του τι σημαίνει εκπαιδευτική αναδιάρθρωση και πώς κάθε πτυχή της οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στη διάλυση της δημόσιας δωρεάν παιδείας ή ό,τι έχει απομείνει από αυτή.
Την ώρα που το δημόσιο πανεπιστήμιο υποβαθμίζεται και απομαζικοποιείται με τόσο έκδηλο και προκλητικό τρόπο, η κυβέρνηση εμφανίζεται ως «πλασιέ» ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων που «βαφτίζει» πανεπιστήμια. Η παρουσίαση του ιδιωτικού παράγοντα σαν δρόμο για την «ανάκτηση του χαμένου κύρους» στο χώρο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, «ντύνοντας» την εμφάνιση του με τον «μανδύα» του «εκσυγχρονισμού» και της «αριστείας», αναδεικνύει τον πραγματικό στόχο της κυβέρνησης. Τη μετατροπή δηλαδή και του πεδίου της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης σε εύφορο έδαφος για μπίζνα και κερδοφορία. Οι χιλιάδες υποψήφιοι μάλιστα που κόβονται από την ΕΒΕ, όπως και οι χιλιάδες φοιτητές που επιχειρείται να διαγραφούν είναι οι βασικοί εν δυνάμει πελάτες των ιδιωτικών μαγαζιών. Τόσο τέλεια «κουμπώνει» η πολιτική που εφαρμόζεται στο δημόσιο πανεπιστήμιο με το «άνοιγμα» ανώτατων ιδιωτικών σχολών. Έτσι, μέσα από μια σειρά κυβερνητικών μεθοδεύσεων, οι πραγματικές λαϊκές ανάγκες και τα λαϊκά δικαιώματα περνάνε σε δεύτερη μοίρα, πίσω από τα συμφέροντα επιχειρηματιών και κολλεγιαρχών.
Αντί για Harvard τα… κολέγια
Κόντρα άλλωστε στα μεγάλα λόγια στελεχών και υποστηρικτών της κυβέρνησης, ότι «έρχονται το Harvard και το Yale», η παράκαμψη/κατάργηση στην πράξη του άρθρου 16 του Συντάγματος και η ψήφιση νόμου που επιτρέπει την ίδρυση μη κρατικών πανεπιστημίων, ως παραρτήματα πανεπιστημίων του εξωτερικού, οδήγησε απλώς στην «πανεπιστημιοποίηση» ήδη υπαρχόντων ιδιωτικών κολλεγίων. Οι διαδικασίες αδειοδότησης για την ίδρυση και λειτουργία των ιδιωτικών ιδρυμάτων μάλιστα, δείχνουν τη μεγάλη «αρπαχτή» που επιχειρείται με πλήρη κυβερνητική κάλυψη. Μια μεγάλη σειρά παρατυπιών και παραλείψεων κάνουν σαφή τον πραγματικό ρόλο του ιδιωτικού παράγοντα και υπενθυμίζουν, εκτός των άλλων, πόσο απειλεί τα δημόσια αγαθά και γιατί δεν πρέπει να υπάρχει καμία εμπλοκή του σε καμία κοινωνική παροχή από την υγεία μέχρι την παιδεία. Ήδη έχουν γίνει οκτώ προσφυγές στο Συμβούλιο της Επικρατείας, κατά της ίδρυσης ιδιωτικών πανεπιστημίων, στις οποίες αν κάτι φαίνεται είναι ότι μόνο «αναβάθμιση» της εκπαίδευσης δεν φέρνουν τα ιδιωτικά ιδρύματα, μετατρέποντας την όλη υπόθεση σε ένα μεγάλο φιάσκο. Ανεπαρκή προγράμματα σπουδών (ήδη κάποια, όπως των νομικών σχολών του Keele και του City έχουν απορριφθεί από την ΕΘΑΑΕ), τμήματα χωρίς συγκεκριμένο επιστημονικό αντικείμενο (πχ τμήμα «ανθρωπιστικών σπουδών» -ό,τι κι αν σημαίνει αυτό- του City), χορήγηση αδειών πριν τη πιστοποίηση των προγραμμάτων σπουδών, ανεπαρκείς -αν όχι ανύπαρκτοι- κτιριακοί έλεγχοι από τον ΕΟΠΠΕΠ. Τα παραπάνω -μεταξύ πολλών ακόμα- έρχονται να επιβεβαιώσουν πως καμία «αναβάθμιση» δεν έρχεται και τελικά στόχος είναι μόνο η κερδοφορία.
Οι αποκαλύψεις αυτές με το κύμα αντιδράσεων που έχουν δημιουργήσει σίγουρα βαθαίνουν το κλίμα αβεβαιότητας που υπάρχει γύρω από το πότε, πώς και αν τελικά θα «ανοίξουν τις πόρτες τους» τα τέσσερα ιδρύματα που σε πρώτη φάση τουλάχιστον είχαν πάρει το «πράσινο φως». Η ουσία όμως είναι ότι πλέον έχει ανοίξει και επίσημα ο δρόμος για επένδυση και κερδοφορία στο πεδίο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, γεγονός που μετατρέπει και την πανεπιστημιακή μόρφωση σε εμπόρευμα. Είναι πλέον πιο ξεκάθαρο από ποτέ πως επιδιώκουν -με νύχια και με δόντια- να κτυπήσουν το δημόσιο πανεπιστήμιο, βάζοντας ταφόπλακα στη δημόσια δωρεάν τριτοβάθμια εκπαίδευση.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΠΡΙΝ στο φύλλο 13-14 Δεκεμβρίου
















