Παναγιώτης Ξοπλίδης
Ως «τέλος εποχής» θα μπορούσε να χαρακτηριστεί η συμβολική τελετή παράδοσης και καύσης του οπλισμού των Κούρδων μαχητών του ΡΚΚ, μετά από κάλεσμα του ιστορικού του ηγέτη Αμπντουλάχ Οτσαλάν σε αυτοδιάλυση της ένοπλης οργάνωσης και επιδίωξη «δημοκρατικής λύσης» στο ζήτημα της αυτοδιάθεσης του κουρδικού λαού. Η εξέλιξη αυτή (με άγνωστες, ακόμη, τις πτυχές της διαπραγμάτευσης της και πιθανών υπόγειων συμφωνιών) έχει ευρύτερες συνέπειες που δεν αφορούν μόνο την Τουρκία, αλλά το σύνολο του κουρδικού λαού, που ζει σήμερα σε τέσσερις χώρες της περιοχής, σε μια από τις ανεπίλυτες και πλέον πολύπλοκες περιπτώσεις εθνικής αυτοδιάθεσης παγκοσμίως. Δεν προκαλεί ελπίδα, αλλά μάλλον αβεβαιότητα στους κουρδικούς πληθυσμούς Τουρκίας, Συρίας, Ιράκ και Ιράν, με κοινό τόπο την καταπίεση, την ιστορία αιματηρών σφαγών, εξεγέρσεων και αντάρτικων. Σε καθεμία από αυτές τις χώρες, το κουρδικό ζήτημα συνδέεται με εμφύλιες συγκρούσεις, όπως και με το γεωπολιτικό παιχνίδι των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων.
Ο αφοπλισμός του ΡΚΚ και μια μελλοντική (όχι άμεσα ορατή) «δημοκρατική λύση» στην Τουρκία θα έχει καταλυτικό ρόλο σε όλες τις διεργασίες που βρίσκονται σε εξέλιξη και η ποθητή κουρδική ενότητα, όχι μόνο απομακρύνεται, αλλά πνίγεται στο βούρκο των διαφορετικών συμμαχιών και του παιχνιδιού ισορροπιών δυνάμεων σε κάθε χώρα. Παράλληλα, το κουρδικό ζήτημα, ως ένα από τα βασικά μέτωπα του διεθνιστικού κινήματος και της αριστεράς, έχει βαθιά επίδραση στη συζήτηση που διεξάγεται στο πλαίσιό τους. Η κατάθεση των όπλων του πιο ενεργού αντάρτικου των τελευταίων δεκαετιών έχει περάσει σχεδόν «απαρατήρητη», αν και πρόκειται για ένα γεγονός ιστορικής σημασίας. Γίνεται φανερό ότι μια τοποθέτηση με μοναδικό κριτήριο τη γεωπολιτική ή την απουσία της ανάλυσης για τον σύγχρονο καπιταλισμό και τους ανταγωνισμού του, δημιουργούν αμηχανία όσον αφορά τη στάση σε ένα ζήτημα που αφήνει αποτυπώματα στη συνολική στάση της διεθνούς αριστεράς.
Αφοπλισμός στο φόντο του νέου χάρτη στη Μέση Ανατολή

Η «οδηγία» Οτσαλάν για αφοπλισμό και διάλυση του ΡΚΚ ανακοινώθηκε ενώ ο ίδιος παραμένει σε πλήρη απομόνωση, φυλακισμένος εδώ και 26 χρόνια στο νησί Ίμραλι, χωρίς πρόσβαση σε δικηγόρους, δημοσιογράφους, οικογένεια. Παράλληλα, χιλιάδες μέλη του ΡΚΚ, άλλων αριστερών οργανώσεων, σωματείων, φοιτητές, διανοούμενοι παραμένουν επίσης σε φυλακές, με συχνές καταγγελίες για δίκες-παρωδίες και χρήση βασανιστηρίων. Στελέχη του DEM (πρώην HDP), που είναι το νόμιμο κοινοβουλευτικό κόμμα έκφρασης του κουρδικού λαού, είναι έγκλειστα – μεταξύ αυτών και ο πρόεδρός του Σελαχατίν Ντεμιρτάς.
Δεκάδες εκλεγμένοι δήμαρχοι (όχι μόνο Κούρδοι, αλλά ακόμα και μέλη της κεμαλικής αντιπολίτευσης) έχουν καθαιρεθεί και φυλακιστεί. Το καθεστώς Ερντογάν έχει θωρακίσει το τουρκικό κράτος, βαθαίνοντας το προϋπάρχον αυταρχικό πλαίσιο και του μόνιμου «καθεστώτος εξαίρεσης» που είχαν χτίσει χούντες και κοινοβουλευτικές κυβερνήσεις. Η αιτιολογία που δίνονταν για αυτό ήταν η δράση των ανταρτών του PKK και άλλων «τρομοκρατικών ομάδων». Στην πραγματικότητα, ήταν η ανάγκη της τουρκικής αστικής τάξης να αντιμετωπίσει μια ισχυρή αριστερά και ένα κίνημα που στο παρελθόν την απείλησε με επαναστατική ανατροπή.
Ο αφοπλισμός του ΡΚΚ σήμερα δεν συνοδεύεται από κανένα νομικό πλαίσιο αμνηστίας ή κάποιο «οδικό χάρτη» προς επίλυση βασικών δημοκρατικών ζητημάτων. Η κυβέρνηση Ερντογάν δεν έχει δεσμευτεί για οτιδήποτε, αξιοποιώντας τόσο το διεθνές «δίκαιο», που θεωρεί την αντίσταση ενός λαού ως τρομοκρατία όσο και τις εξελίξεις των τελευταίων χρόνων στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής. Υπενθυμίζεται πως το PKK έχει χαρακτηριστεί ως τρομοκρατική οργάνωση από ΕΕ-ΗΠΑ, κάτι που ενισχύει το καθεστώς Ερντογάν το οποίο ακολουθεί τη σύγχρονη διεθνή τάση αντιδραστικής θωράκισης του καπιταλιστικού κράτους. Οποιαδήποτε έκκληση για αυτονομία ή δικαιώματα των μειονοτήτων παρουσιάζεται συνήθως ως τρομοκρατία διεθνώς, ειδικά όταν αυτά διεκδικούνται με λαϊκή πάλη και όχι με εκκλήσεις «ευγενικής παραχώρησης» ή, πολύ περισσότερο, ως προϊόν ιμπεριαλιστικής επέμβασης. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις όπου ιμπεριαλιστικές δυνάμεις δεν δίστασαν να υιοθετήσουν ακόμα και αντάρτικα κινήματα, όταν όμως έκριναν ότι μπορεί να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντα τους.
Η διάλυση του ΡΚΚ στην Τουρκία συνδέεται άμεσα με τις εξελίξεις στη Συρία και στη Ροζάβα, τη Δημοκρατική Αυτόνομη Διοίκηση Βόρειας και Ανατολικής Συρίας. Εκεί το ΡΚΚ ονομάζεται YPG και είναι ο πυρήνας του SDF (Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις), του στρατού που ελέγχει την περιοχή μετά από τον ηρωικό αγώνα που έδωσε ενάντια στον ISIS και τον τουρκικό στρατό το 2014-’15. Για τις ΗΠΑ και την ΕΕ, ο SDF όχι μόνο δεν θεωρείται τρομοκρατική οργάνωση, αλλά είναι εδώ και χρόνια ο βασικός σύμμαχός τους στη Συρία. Αυτές οι «φιλίες» είναι πάντα δηλητηριώδεις, όμως, καθώς το νέο συριακό καθεστώς του Αχμέντ αλ Σάρα/Τζολάνι βρίσκεται υπό την προστασία της Τουρκίας (και χρηματοδότηση του Κατάρ), κυριαρχείται από μέλη ισλαμιστικών πολιτοφυλακών όπως η Αλ Κάιντα και η Αλ Νούσρα, αλλά γίνεται ευπρόσδεκτο στις δυτικές πρωτεύουσες.
Θολή η επόμενη μέρα για τα 30 εκατ. των Κούρδων της Τουρκίας, του Ιράκ, του Ιράν και της Συρίας
Η «διευθέτηση» στη Συρία παραμένει εύθραυστη, όπως φανερώνουν οι εθνοτικές και θρησκευτικές συγκρούσεις και σφαγές σε βάρος των μειονοτήτων των Αλεβιτών και των Δρούζων. Η κουρδική ηγεσία του SDF, υπό την επιτήρηση των ΗΠΑ, έχει έρθει σε συμφωνία με το νέο καθεστώς, δηλώνοντας ότι οι κουρδικοί πολιτικοί και στρατιωτικοί θεσμοί θα ενσωματωθούν στην ενιαία διοίκηση του συριακού κράτους, συμπεριλαμβανομένων των μεθοριακών φυλακίων, των αεροδρομίων και των πετρελαϊκών εγκαταστάσεων. Η συμφωνία που υπογράφηκε ήδη από τις 10 Μάρτη αφήνει έωλο το μελλοντικό σύστημα διακυβέρνησης των κουρδικών περιοχών. Ο δε αφοπλισμός του ΡΚΚ στην Τουρκία αποτελεί κομμάτι της ευρύτερης «διαπραγμάτευσης», καθώς η κυβέρνηση του αλ-Σάρα είναι ακόμα ασταθής και θεωρείται βέβαιο ότι η πλήρης επικράτησή της θα θέσει εκ νέου σε κίνδυνο την κουρδική αυτονομία – πιθανώς με αιματηρή καταστολή.
Παράλληλα, στο ιρακινό Κουρδιστάν η αυτόνομη διοίκηση έχει διεθνή αναγνώριση, αλλά αυτό δεν μεταφράζεται σε πραγματική αυτοδιάθεση του λαού. Αντίθετα, η τοπική κυβέρνηση έχει ισχυρούς δεσμούς με την Τουρκία, συμπεριλαμβανομένων οικονομικών εξαρτήσεων, αλλά και με το Ισραήλ με το οποίο έχει μια ελάχιστα συγκαλυμμένη στρατιωτική συνεργασία. Ένας από τους ηγέτες του ιρακινού Κουρδιστάν, ο Μεσούτ Μπαρζανί συναντήθηκε με τον στρατιωτικό διοικητή του SDF, Μαζλούμ Αμπντί, με κοινή δήλωση ικανοποίησης για την κατάθεση των όπλων από το ΡΚΚ. Η περίπτωση του ιρακινού Κουρδιστάν, όμως, αποδεικνύει ότι η παραχώρηση «αυτονομίας» μετά από ιμπεριαλιστική επέμβαση, όχι μόνο δεν μπορεί να είναι πλήρης, αλλά αντίθετα αποκτά αντιδραστικό ρόλο. Την ίδια στιγμή, στο ιρανικό Κουρδιστάν ενισχύονται οι τάσεις αντιπολίτευσης στο καθεστώς, καθώς η μειονότητα έχει πρωταγωνιστικό ρόλο στις διαδηλώσεις ενάντιά του. Αν και οι Κούρδοι στο Ιράν δεν έχουν ιστορία ένοπλου αντάρτικου τις τελευταίες δεκαετίες, εκδηλώνουν τις διεκδικήσεις τους ως ενεργό τμήμα του εργατικού κινήματος, των εξεγέρσεων για τα δικαιώματα των γυναικών ενάντια στο ισλαμικό καθεστώς που έπνιξε στο αίμα το μεγαλύτερο κομμουνιστικό κόμμα της Μέσης Ανατολής.
Το κουρδικό ζήτημα βρίσκονταν πάντα στην καρδιά όλων αυτών των γεγονότων, είτε με τη μορφή μαρξιστικού αντάρτικου, είτε ως μαχητικό τμήμα επαναστατικών κομμουνιστικών οργανώσεων, αλλά και ως υποχείριο περιφερειακών και ιμπεριαλιστικών δυνάμεων σε κάποιες περιπτώσεις. Στη νέα εποχή καπιταλιστικών ανταγωνισμών και πολέμων, τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα μοιάζουν «απολιθώματα» μιας προηγούμενης εποχής. Όμως, όπως και στην περίπτωση του παλαιστινιακού λαού, αποκτούν μια νέα διάσταση που δεν αφορά μόνο τις δίκαιες διεκδικήσεις αυτοδιάθεσης. Η λεγόμενη «πολυπολικότητα», η ενίσχυση και μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων των περιφερειακών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων (όπως η Τουρκία στη Μέση Ανατολή) δυσχεραίνει ακόμα περισσότερο την κατάκτηση πλήρους ανεξαρτησίας, που δεν μπορεί παρά να συνοδεύεται και από τον αγώνα για κοινωνική απελευθέρωση. Το διεθνές κίνημα αλληλεγγύης παραμένει ενεργό, αλλά η υπέρβαση της σημερινής αμηχανίας του πρέπει να γίνει τοποθετώντας το κουρδικό ζήτημα στην βάση ενός συνολικού αγώνα διεθνιστικής δράσης. Η επαναστατική αριστερά στην ίδια την περιοχή, αλλά και διεθνώς, είναι η μόνη που μπορεί να δώσει διέξοδο σε μια εποχή που η απουσία κομμουνιστικής προοπτικής αποτυπώνεται με τον «αφοπλισμό» της.
Συρία και Ροζάβα, ένα μοντέλο αυτονομίας σε «θερμοκήπιο»

Το ΡΚΚ έχει μετασχηματιστεί τα τελευταία χρόνια από μια ένοπλη οργάνωση που διαπνέονταν από μαρξιστικές-λενινιστικές θέσεις σε ένα κίνημα το οποίο βασίζεται σε θεωρίες ελευθεριακού κοινοτισμού, με έμφαση στην οικολογία και τον φεμινισμό. Αυτή η τάση υπερίσχυσε στη Ροζάβα με δημιουργία ανάλογων δομών, οι οποίες προβλήθηκαν διεθνώς από τον αναρχικό κυρίως χώρο, ως υπέρβαση «ξεπερασμένων» μορφών των επαναστατικών κομμάτων. Φυσικά, είναι αναμφίβολη η συμβολή που είχαν στη Ροζάβα οι δράσεις τμημάτων του YPG και του ΡΚΚ που εμπνέονταν από τις διεκδικήσεις του γυναικείου κινήματος και είχαν ευρύτερη διαφωτιστική επίδραση σε μια εποχή που χαρακτηρίζεται από την άνοδο του θρησκευτικού σκοταδισμού και του ανορθολογισμού. Ωστόσο, η μετεξέλιξη του ΡΚΚ και ο κοινοτισμός της Ροζάβα γίνονταν παράλληλα με την ένταξη του ένοπλου τμήματος στην ομπρέλα της προστασίας των ΗΠΑ. Οι κοινότητες ήταν σε συνθήκες «θερμοκηπίου» υπό την ανοχή ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και με τις σημερινές εξελίξεις αναδεικνύονται τα όριά τους.
Κι αν στη Συρία αυτός ο συμβιβασμός μπορεί – εν μέρει – να δικαιολογηθεί από τις συνθήκες της απειλής μιας ολοκληρωτικής σφαγής, στην Τουρκία το κουρδικό κίνημα ακολούθησε μια πορεία υποχωρήσεων σε σύνδεση με αυτήν που είχε η διεθνής αριστερά. Το DEM, ως κοινοβουλευτικός εκφραστής του κινήματος, επέλεξε την ένταξη του στην ευρω-αριστερά, παρακάμπτοντας την επαναστατική στρατηγική και την ένοπλη δράση προς μια γραμμή «κοινωνίας των πολιτών», που είναι σίγουρα πιο εύπεπτη στο διεθνές κοινό. Στις δε πολυπληθείς κουρδικές κοινότητες στη δυτική Ευρώπη, το HDP/DEM και τα δίκτυα αλληλεγγύης αναπαράγουν τα ιδεολογήματα της ρεφορμιστικής αριστεράς περί «δημοκρατικών μετώπων».
Η τραγωδία του κουρδικού λαού, ο οποίος βιώνει δομική καταπίεση και κοινωνικό αποκλεισμό σε όλες τις χώρες που ζει, δεν μπορεί να επιλυθεί «δημοκρατικά» εν μέσω συρράξεων που οδηγούν σε γενικευμένο διεθνή πόλεμο. Αναδεικνύονται έτσι και οι οδυνηρές διαψεύσεις μεγάλης μερίδας της αριστεράς και του αναρχικού χώρου που αναζητούν διεξόδους εντός της αστικής πολιτικής ή δημιουργίας «κοινοτήτων», χωρίς επαναστατική ανατροπή.
Παράλληλα, το κουρδικό ζήτημα φανερώνει και τα αδιέξοδα μιας άλλης μερίδας της αριστεράς διεθνώς, που επιλέγει να τοποθετείται με μοναδικό κριτήριο τη «γεωπολιτική» και της ένταξή της σε ένα ιμπεριαλιστικό, καπιταλιστικό μπλοκ που θεωρείται «ανάχωμα στη Δύση». Ποιο διεθνές στρατόπεδο, αλήθεια, έχει σήμερα μια θέση αρχών για τους λαούς που διεκδικούν να ζήσουν ελεύθεροι; Ο κουρδικός λαός, που ζει σε 4 χώρες καθεμιά από τις οποίες «ανήκει» σε διαφορετικό μπλοκ, τι πρέπει να κάνει; Τα ένοπλα κινήματα των λαών είναι σήμερα ξανά αναγκαία, όχι ως εξαρτήματα «γεωπολιτικών παιγνίων», αλλά ως βήματα επαναθεμελίωσης της επαναστατικής προοπτικής.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν στο φύλλο 28-29 Ιουνίου
















