Κωστής Παλούκης
Φάκελος 90 χρόνια από την 4η Αυγούστου
Πέραν της σαφούς ιδεολογικής συνάφειας με τη φασιστική Ιταλία και τη ναζιστική Γερμανία – και της προσπάθειας μίμησής τους – το μεταξικό καθεστώς εμπεριέχει δύο ουσιώδη συστατικά του φασισμού: την ενσωμάτωση πολιτικών κοινωνικής πρόνοιας και την απόπειρα για μια μαζική πολιτική οργάνωση της κοινωνίας.
Στην εγχώρια ιστοριογραφία και τον δημόσιο λόγο, η πρόσληψη του καθεστώτος Μεταξά-Γεωργίου Β΄ διέπεται από τη διακομματική αγωνία αποφυγής της ταύτισής του με τον φασισμό. Η στάση αυτή εντάσσεται στον ευρύτερο μύθο του ελληνικού Μεσοπολέμου ως «δημοκρατικής εξαίρεσης» σε μια φασιστική Ευρώπη –μια θεώρηση που παραβλέπει τα εγχώρια καθεστώτα έκτακτης ανάγκης, τον φασιστικό λόγο των αστικών κομμάτων, τη δράση παρακρατικών οργανώσεων και τα αποτυχημένα φασιστικά εγχειρήματα εκατέρωθεν του πολιτικού φάσματος. Έτσι, τα έκδηλα φασιστικά γνωρίσματα του μεταξικού καθεστώτος υποβαθμίζονται ως επιφανειακά, με το πρόσχημα της απουσίας αυτόνομου φασιστικού κινήματος ή κόμματος. Η άρνηση του μεταξικού φασισμού απορρέει από τη δημοκρατική αμηχανία απέναντι στο «Όχι» του 1940, τη βρετανική συμμαχία και τις «φιλεργατικές» πολιτικές της 4ης Αυγούστου. Στο πλαίσιο του μεταπολιτευτικού αφηγήματος περί «αντιστασιακού έθνους», η «αποφασιστικοποίηση» του καθεστώτος επέτρεψε την ενσωμάτωσή του στη δημοκρατική εθνική μνήμη.
Υπάρχει μια διακομματική αγωνία αποφυγής ταύτισης του καθεστώτος Μεταξά με τον φασισμό
Βασική υπόθεση εργασίας είναι ότι ο φασισμός συνιστούσε προϋπάρχουσα και ηγεμονική τάση στο μεσοπολεμικό αστικό σύστημα. Αγκαλιάστηκε από τα μεσαία και ανώτερα στρώματα, εκφράστηκε στον διακομματικό τύπο και μετουσιώθηκε σε πολιτική πρακτική μέσω των πραξικοπημάτων και του «Ιδιώνυμου», που επέβαλαν ένα διαρκές καθεστώς εξαίρεσης. Το υπαρκτό φασιστικό ρεύμα, χωρίς ανάγκη αυτόνομης εκλογικής καταγραφής, διοχετευόταν οργανικά στους δύο αστικούς σχηματισμούς, συσπειρωμένο απέναντι στην απειλή ενός μαζικού αριστερού και συνδικαλιστικού κινήματος. Σε μια κοινωνία οξυμένων εργατικών, αγροτικών και εθνοτικών εντάσεων, η διασταύρωση της λαϊκής διεκδίκησης με την κρατική και παρακρατική καταστολή προσέλαβε τα χαρακτηριστικά ενός κοινωνικού εμφυλίου πολέμου χαμηλής έντασης.
Η εξέγερση τον Μάιο του 1936 στη Θεσσαλονίκη αποτελούσε την συμπύκνωση αυτού του διαρκούς κοινωνικού πανικού των από πάνω απέναντι στη διογκούμενη κινητικότητα των από κάτω. Η άνοδος του Μεταξά στην εξουσία και η επακόλουθη επιβολή της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου εξασφάλισαν τη συναίνεση των πολιτικών κομμάτων και φορέων. Η συνθήκη αυτή καθρεφτίστηκε αρχικά στο στελεχιακό δυναμικό του μεταξικού αυταρχικού κράτους, υποδηλώνοντας την κρατική συνέχεια, αλλά κυρίως σφράγισε τα φυσιογνωμικά και ιδεολογικά χαρακτηριστικά του καθεστώτος. Από αυτήν την άποψη, το καθεστώς Μεταξά συνιστά διαλεκτική υπέρβαση και των δύο μεγάλων αστικών μπλοκ, του βενιζελισμού και του αντιβενιζελισμού, ενσωματώνοντας δημιουργικά στοιχεία και των δύο σε ένα νέο ιδεολογικό, θεωρητικό, κυβερνητικό παράδειγμα: τον τρίτο ελληνικό πολιτισμό. Για παράδειγμα, το καθεστώς υιοθετεί εξίσου την πολιτική ενσωμάτωσης των μειονοτήτων που χαρακτηρίζει την μοναρχική παράταξη και των προσφύγων που χαρακτηρίζει τη βενιζελική. Υιοθετεί εξίσου την ιδέα ενός ενιαίου λαού- έθνους που διακρίνει το λαϊκό κόμμα και την ιδέα ενός λειτουργικού διαταξικού κράτους με τις κοινωνικές τάξεις όχι μόνο αποδεκτές ως τέτοιες, αλλά και οργανωμένες σε διακριτά σωματεία που χαρακτηρίζει το Κόμμα Φιλελευθέρων. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται συνολικά η κοινωνική πολιτική του καθεστώτος, η οποία δεν αποτελεί απλή συνέχεια της δημοκρατικής περιόδου, αλλά συστατικό στοιχείο της ίδιας της φασιστικής του ιδεολογίας. Αυτή ακριβώς είναι η κρίσιμη παράμετρος που κατατάσσει το μεταξικό καθεστώς στα φασιστικά παραδείγματα – και δεν το περιορίζει στον όρο του απλού αυταρχισμού – καθώς ο ιστορικός φασισμός συνιστά την άρνηση του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού μέσα από την οικειοποίηση των δικών τους μέσων, εργαλείων, αλλά και ανθρώπων. Με άλλα λόγια, το μεταξικό καθεστώς συνιστά τη διαλεκτική υπέρβαση όλων των πολιτικών ρευμάτων του μεσοπολέμου, ακόμα και των σοσιαλιστικών.
Συγκεκριμένα, το καθεστώς ενσωμάτωσε συνειδητά στον τομέα της εργατικής πολιτικής στελέχη προερχόμενα από την Αριστερά, αναθέτοντας το υφυπουργείο Εργασίας στον Αριστείδη Δημητράτο, παλιό στέλεχος του ΣΕΚΕ/ΚΚΕ και γενικό γραμματέα της συντηρητικής ΓΣΕΕ. Ο τελευταίος επέλεξε αριστερούς συνεργάτες, ενώ π.χ. το ΙΚΑ στελεχώθηκε από πρόσωπα που διατηρούσαν αριστερή αυτοαντίληψη. Παράλληλα, η ευκολία του Μανιαδάκη και της Ειδικής Ασφάλειας να διαλύσουν και να ελέγξουν το ΚΚΕ καθώς και η μαζική υπογραφή δηλώσεων μετάνοιας και αποκήρυξης του κομμουνισμού θα πρέπει να εξεταστεί ως προϊόν αυτής της προσπάθειας ενσωμάτωσης των αριστερών. Ορισμένα μάλιστα στελέχη μεταστράφηκαν ειλικρινά προς τον φασισμό, όπως ο βουλευτής του ΕΜΕΑ Μανώλης Μανωλέας, ο οποίος εντάχθηκε στους μηχανισμούς Ασφαλείας του καθεστώτος, διαδραμάτισε καθοδηγητικό ρόλο στην ΕΟΝ και ενδεχομένως συνέβαλε στη συγκρότηση της ελεγχόμενης από το καθεστώς διοίκησης του ΚΚΕ. Η δε ΕΟΝ αποτελεί το κατεξοχήν παράδειγμα μέσω του οποίου το καθεστώς επιχείρησε – και σε μεγάλο βαθμό πέτυχε – τη συγκρότηση μιας δικής του μαζικής κομματικής οργάνωσης η οποία ενέχει έντονα μοντερνικά χαρακτηριστικά, όπως διακρίνεται ο ιστορικός φασισμός.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και ο όρος «λαοκρατία», τον οποίο χρησιμοποίησε ο Μεταξάς για να περιγράψει το ιδεολογικό του όραμα για ένα κράτος βασισμένο στην άμεση σύνδεση του λαού με τον Ηγέτη, με προσπέραση των κοινοβουλευτικών θεσμών. Συνεπώς, πέραν της σαφούς ιδεολογικής συνάφειας με τη φασιστική Ιταλία και τη ναζιστική Γερμανία – αλλά και της προσπάθειας μίμησής τους στην προπαγάνδα, την οργάνωση της νεολαίας και την επιβολή αστυνομικού κράτους – το μεταξικό καθεστώς εμπεριέχει δύο ουσιώδη συστατικά του φασισμού: την ενσωμάτωση πολιτικών κοινωνικής πρόνοιας με την ταυτόχρονη ενσωμάτωση αριστερών και δημοκρατικών στελεχών, καθώς και την απόπειρα για μια μαζική πολιτική οργάνωση της κοινωνίας.
Φυσικά, η διάσταση αυτή δεν αναιρεί στο ελάχιστο τη συστηματική βία και τον άγριο αντικομμουνισμό του καθεστώτος, καθώς περισσότερα από 80.000 άτομα υπέστησαν βασανιστήρια στα κρατητήρια της Ασφάλειας, τις φυλακές και τις εξορίες. Ωστόσο, το αστικό σύστημα δεν περιορίστηκε απλώς στη συγκρότηση ενός κατασταλτικού καθεστώτος εξαίρεσης, όπως για παράδειγμα μεταπολεμικά. Επιπλέον, υποχρεώθηκε σε ουσιαστικές κοινωνικές υποχωρήσεις και στην υιοθέτηση πολιτικών ενσωμάτωσης – γι’ αυτό ακριβώς κατέφυγε στον φασισμό. Παρότι διέλυσε το οργανωμένο κομμουνιστικό κίνημα, ανήγαγε τους κομμουνιστές σε έναν εχθρό-φάντασμα, ενώ παράλληλα οικειοποιήθηκε μέρος της πολιτικής τους ατζέντας. Οι εξελίξεις αυτές αναδεικνύουν τη δυναμική του αριστερού και σοσιαλιστικού ρεύματος στον Μεσοπόλεμο, το οποίο, αφού επέβαλε την ατζέντα του κοινωνικού κράτους, θα αναδειχθεί ως το μόνο πραγματικό αντίπαλο δέος απέναντι στον φασισμό. Η συνθηκολόγηση του φασιστικού καθεστώτος με τις δυνάμεις του άξονα άφησε την κοινωνία με έναν μόνο φυσικό ηγέτη: την ηττημένη οργανωτικά, αλλά νικήτρια, ιδεολογικά κομμουνιστική αριστερά. Για αυτό το λόγο, τόσο εύκολα το ΕΑΜ μπόρεσε να ανασυγκροτηθεί και να αναλάβει πρωταγωνιστικό ρόλο σε μία κοινωνία που αναζητούσε μια πραγματική «λαοκρατία».















