Γιώργος Μουρμούρης
Μια χώρα δύο ταχυτήτων
Μια χώρα δύο τουλάχιστον ταχυτήτων, με πολλές υποδιαιρέσεις στο εσωτερικό τους, αφήνει πίσω της η υπερεντατική ανάπτυξη της τουριστικής βιομηχανίας κατά την τελευταία δεκαετία περίπου της σταδιακής ανάκαμψης του ελληνικού καπιταλισμού από τη βαθιά κρίση. Αποτελώντας εδώ και δεκαετίες τη «βαριά βιομηχανία» της Ελλάδας ο τουρισμός υπερεπεκτάθηκε τα τελευταία χρόνια, με τον αριθμό των ξένων επισκεπτών να εκτινάσσεται από 26,1 εκατ. το 2015 σε 38 εκατ. το 2025, που αν συνυπολογιστεί και η κρουαζιέρα φτάνουν τα 43,3 εκατ.
Αυτός ο γιγαντιαίος αριθμός, που ισοδυναμεί με υπερτριπλασιασμό του πληθυσμού, στοιβάζεται σε μικρά ή μεγαλύτερα, αλλά πάντως πεπερασμένων αντοχών νησιά και σε ήδη υπερκορεσμένες περιοχές όπως η Αττική. Το 2025, από τους περίπου 38 εκατ. τουρίστες, που αντιστοιχούσαν σε 41,7 εκατ. επισκέψεις στις 13 περιφέρειες, το 83% κατευθύνθηκε σε μόλις πέντε: Αττική, Νότιο Αιγαίο, Κεντρική Μακεδονία, Κρήτη και Ιόνια Νησιά.
Με την άμεση συμβολή του τουρισμού να αντιστοιχεί στο 13% του ΑΕΠ και τη συνολική του επίδραση να εκτιμάται στο 29% έως 35%, οι έντονα τουριστικές περιοχές αναπτύσσονται εις βάρος του περιβάλλοντος, της βιωσιμότητας των τοπικών κοινωνιών και των εργαζομένων, με το 43,6% όσων συμμετείχαν σε έρευνα του Συνδικάτου Επισιτισμού-Τουρισμού Ηρακλείου το 2024 να δηλώνει ότι στην τουριστική περίοδο λαμβάνει το πολύ δύο ρεπό τον μήνα· την ίδια ώρα, περιοχές εκτός τουριστικού χάρτη βυθίζονται στην ανεργία και την εσωτερική μετανάστευση.
Στις περιοχές της τουριστικής έκρηξης άλλωστε το καλοκαίρι κυρίαρχη εικόνα αποτελούν τα καταρρέοντα δίκτυα ύδρευσης και ηλεκτροδότησης και το κυκλοφοριακό χάος, ενώ τον χειμώνα μετατρέπονται, στην πλειοψηφία τους, σε πόλεις και νησιά-φαντάσματα, με κλειστά καταστήματα, αραιή συγκοινωνία και απουσία υποδομών πολιτισμού, αθλητισμού και διασκέδασης για τους κατοίκους. Οι εξαντλημένοι εργαζόμενοι αναπληρώνουν δυνάμεις για τα 12ωρα και τα επταήμερα της επόμενης σεζόν, που συχνά δεν τους αφήνουν χρόνο ούτε για ένα μπάνιο στη χώρα με μία από τις μεγαλύτερες ακτογραμμές στον κόσμο.
Πολυτέλεια οι διακοπές στη χώρα του τουρισμού
«Η έκρηξη του αεροπορικού τουρισμού μπορεί να εκτοξεύει τα ενοίκια στην Ευρώπη έως και 250 ευρώ υψηλότερα σε έναν χρόνο», τιτλοφορείται πρόσφατη έρευνα του New Economics Foundation για την ευρωπαϊκή περιβαλλοντική οργάνωση Transport & Environment. Σύμφωνα με τη μελέτη, η Ελλάδα περιλαμβάνεται στις χώρες που αναμένεται να δεχθούν από τις μεγαλύτερες σχετικές πιέσεις στα ενοίκια, με επιβαρύνσεις που, μαζί με την Πορτογαλία και την Ισπανία, εκτιμώνται στην περιοχή των 160 έως 220 ευρώ ετησίως. Η μελέτη συνδέει την αύξηση των αεροπορικών αφίξεων με την κρίση προσιτής κατοικίας στις τουριστικές περιοχές, επισημαίνοντας ότι τόποι όπως η Κρήτη συγκαταλέγονται μεταξύ εκείνων όπου οι ξένες αφίξεις ανά κάτοικο βρίσκονται στα υψηλότερα επίπεδα.
Τονίζεται παράλληλα ότι η τουριστική ανάπτυξη δεν μεταφράζεται αναγκαστικά σε καλύτερους μισθούς για τους εργαζόμενους του κλάδου αλλά σε ακριβότερη στέγη, πίεση στις υποδομές, περιβαλλοντική επιβάρυνση και συγκέντρωση των κερδών σε μεγάλες επιχειρήσεις φιλοξενίας και ακινήτων.
Ενδεικτική είναι και η αναφορά της ίδιας έρευνας στην Αθήνα, όπου προωθείται επέκταση του αεροδρομίου ύψους 1,3 δισ. ευρώ με στόχο την αύξηση της ετήσιας επιβατικής ικανότητας κατά 25%, την ώρα που η ίδια η τουριστική μεγέθυνση οξύνει τις αντιφάσεις στις πόλεις και τα νησιά που καλούνται να τη σηκώσουν.
Η Κρήτη, που αναφέρεται ρητά στην έρευνα, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα των πιέσεων και των αντιθέσεων που γεννά ο υπερτουρισμός: Στα άκρως τουριστικοποιημένα Χανιά τα διαθέσιμα προς ενοικίαση διαμερίσματα έχουν μετατραπεί σε είδος προς εξαφάνιση, ενώ οι τιμές όποτε παρ’ ελπίδα βρεθεί διαθέσιμο ακίνητο ξεκινούν σε γενικές γραμμές από τα 500 ευρώ – ενώ κανόνα αποτελεί και η εκδίωξη των ενοικιαστών κατά την περίοδο της τουριστικής αιχμής ώστε το ακίνητο να διατεθεί σε βραχυχρόνια μίσθωση. Οι φοιτητές αλλά και οι εκπαιδευτικοί, νοσοκομειακοί γιατροί και νοσηλευτές αδυνατούν να βρουν τόπο κατοικίας ή αναγκάζονται να ξοδεύουν τον μισό τους μισθό μόνο για το ενοίκιο, γεγονός που συμβάλλει στην ακραία υποστελέχωση των νοσοκομείων της μεγαλονήσου. Η κυκλοφοριακή ασφυξία, ελλείψει – όπως σε όλες τις πόλεις της περιφέρειας – ενός καλά οργανωμένου συστήματος αστικών συγκοινωνιών αποτελεί πάγιο πρόβλημα κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, ενώ στο εργασιακό επίπεδο τα δωδεκάωρα και τα επταήμερα αποτελούν σύνηθες φαινόμενο.
Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα μόλις ένας στους δύο σχεδιάζει διακοπές φέτος το καλοκαίρι
Από τα ίδια προβλήματα ταλανίζεται και η εξίσου τουριστική Κέρκυρα, όπου το διαλυμένο δίκτυο υδροδότησης, μετά από χρόνια υποεπένδυσης, σε συνδυασμό με την υψηλή ζήτηση νερού για τα χιλιάδες τουριστικά καταλύματα στην παλιά πόλη και το υπόλοιπο νησί έχει ως αποτέλεσμα για μέρες ολόκληρες κάτοικοι και επισκέπτες να μένουν χωρίς νερό. Η εκτίναξη της κατανάλωσης ρεύματος σε μια περιοχή που ο συνδυασμός ζέστης και υγρασίας αποτελεί κανόνα τον Ιούλιο και τον Αύγουστο οδηγεί σε συχνά μπλακ άουτ, ενώ οι δρόμοι του νησιού και κυρίως της πρωτεύουσας στενάζουν από τα δεκάδες χιλιάδες ενοικιαζόμενα οχήματα και τουριστικά λεωφορεία που ξεχύνονται στο υποβαθμισμένο οδικό δίκτυο. Σε εργασιακό επίπεδο άλλωστε η δουλειά ήλιο με ήλιο αποτελεί και εδώ καθεστώς, ενώ τον χειμώνα το πυκνοκατοικημένο νησί μοιάζει με έρημο τόπο λόγω των κλειστών καταστημάτων αλλά και της έλλειψης πολιτιστικών επιλογών, σε έναν τόπο που φημίζεται για την μουσική του παράδοση και παιδεία.
Στον αντίποδα, στη μη τουριστική Λέσβο η τοπική οικονομία εξακολουθεί, με φόντο και την πίεση στον πρωτογενή τομέα που κλιμακώθηκε εσχάτως με τον αφθώδη πυρετό, να βασίζεται κυρίως στις εισροές από τους δημόσιους και κρατικούς υπαλλήλους που εργάζονται στο νησί. Με το Βόρειο Αιγαίο να βρίσκεται στην τελευταία θέση της χώρας ως προς το κατά κεφαλήν ΑΕΠ, στα 13.136 ευρώ το 2023 έναντι 21.301 ευρώ στο σύνολο της Ελλάδας, το νησί μπορεί να μην πιέζεται μεν από τον υπερτουρισμό, όμως οι κάτοικοί του βρίσκονται εγκλωβισμένοι στον ίδιο τους τον τόπο λόγω του συνδυασμού χαμηλών εισοδημάτων, υψηλού κόστους μετακίνησης ακόμα και εντός του νησιού αλλά και απαγορευτικά – και δυσεύρετα – εισιτήρια για το ακτοπλοϊκό πολύωρο ταξίδι από και προς τον Πειραιά. Είναι ενδεικτικό ότι για να ταξιδέψει μια οικογένεια τεσσάρων ατόμων με ΙΧ και καμπίνα το κόστος της μονής διαδρομής από τη Μυτιλήνη προς τον Πειραιά αγγίζει τα 300 ευρώ!
Τα απλησίαστα ακτοπλοϊκά εισιτήρια αποτελούν άλλωστε την άλλη όψη της τουριστικής έκρηξης, δηλαδή τον ουσιαστικό αποκλεισμό των ντόπιων από πολλούς προορισμούς που καθίστανται απρόσιτοι λόγω υψηλού κόστους για μετακίνηση και διαμονή, μικρής έως ανύπαρκτης διαθεσιμότητας εισιτηρίων και καταλυμάτων, χαμηλών εισοδημάτων αλλά και μετατόπισης του δικαιώματος αδείας, με τις τελευταίες αντεργατικές ανατροπές της κυβέρνησης ΝΔ, στη διακριτική ευχέρεια του εργοδότη.
Είναι χαρακτηριστικό ότι, σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα του ΙΕΛΚΑ, μόλις ένας στους δύο καταναλωτές σχεδιάζει να κάνει διακοπές το καλοκαίρι του 2026. Από αυτούς το 34% δηλώνει ότι θα κάνει έστω και περιορισμένες διακοπές, μόλις το 14% ότι θα ταξιδέψει όπως κάθε χρόνο και μόνο το 2% ότι θα απουσιάσει για περισσότερες ημέρες, με το 45% να δηλώνει ότι θα μειώσει τη δαπάνη του και έναν στους δύο να μαγειρεύει συστηματικά στις διακοπές για να περιορίσει το κόστος.
Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ άλλωστε, που αφορούν το έτος 2024, η μεγάλη πλειοψηφία των προσωπικών ταξιδιών των ημεδαπών είναι ολιγοήμερη, καθώς το 66,9% περιορίζεται σε έως 7 διανυκτερεύσεις, ενώ το 85,7% γίνεται στο εσωτερικό της χώρας. Στροφή προς την ηπειρωτική Ελλάδα και κοντινές παραθαλάσσιες περιοχές δείχνει και η έρευνα του ΙΕΛΚΑ, καθώς τέτοιου είδους προορισμούς επιλέγει το 57% όσων σχεδιάζουν διακοπές, ενώ στα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ τα χερσαία μέσα αποτελούν το κύριο μέσο μεταφοράς για το 74,9% των ταξιδιών εσωτερικού. Ακόμη και η διαμονή αποτυπώνει την ίδια στενότητα: το 52,4% των προσωπικών ταξιδιών γίνεται σε μη ενοικιαζόμενα καταλύματα, δηλαδή κυρίως σε εξοχικά ή σε σπίτια συγγενών και φίλων, τα οποία αντιστοιχούν μάλιστα στο 73,7% του συνόλου των διανυκτερεύσεων.
Μπάνια με επιδόματα και φέτος το καλοκαίρι
Όσο στην Ελλάδα η κυβέρνηση επιχειρεί με κάθε τρόπο να παρουσιάσει ένα σύγχρονο οικονομικό θαύμα στον κλάδο του τουρισμού, η πραγματικότητα έρχεται σε κάθε στιγμή να διαφωνήσει. Έτσι, το πρόγραμμα της ΔΥΠΑ «Κοινωνικός Τουρισμός» για ακόμα μια χρονιά θυμίζει με ωμό τρόπο πως, η γιγαντιαία και διαρκώς αναπτυσσόμενη, βιομηχανία του τουρισμού στην Ελλάδα ούτε απευθύνεται ούτε μπορεί να υποστηριχθεί οικονομικά από τη μεγάλη μερίδα της κοινωνίας.
Το συγκεκριμένο πρόγραμμα γίνεται όλο και πιο διάσημο κάθε χρόνο, καθώς για εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενους αποτελεί τη μοναδική ελπίδα σε μία -ολιγοήμερη πλέον- απόδραση από τον εργασιακό βούρκο και την ασφυκτική ζωή στις πόλεις. Ενδεικτικά, ενώ ο αρχικός προβλεπόμενος αριθμός δικαιούχων ανερχόταν στους 300.000, υπήρξε ανάγκη αύξησης κατά 33.000 ακόμα καθώς οι αιτήσεις ξεπέρασαν τις 800.000, πολλές από τις οποίες αφορούσαν οικογένειες. Για να συλλάβει κανείς το νούμερο αυτό, αρκεί να συλλογιστεί πως σχεδόν το 10% του πληθυσμού της χώρας βασίζει τις διακοπές του ή έστω μέρος αυτών σε ένα επίδομα, χωρίς καν να υπολογίζεται πόσα εκατομμύρια λαού και νεολαίας το έχουν ανάγκη αλλά δεν πληρούν τα κριτήρια αίτησης! Αξίζει επίσης να αναφερθεί πως από τα πρώτα χρόνια λειτουργίας του προγράμματος με τη σύγχρονη του μορφή, στις αρχές της δεκαετίας του 2010, έχει υπάρξει συρρίκνωση στον αριθμό δικαιούχων κατά περίπου 40%.
Παράλληλα, το κουπόνι καλύπτει μονάχα τα ακτοπλοϊκά και την διαμονή. Οποιαδήποτε αναπόφευκτα έξοδα για διασκέδαση, φαγητό και εσωτερικές μετακινήσεις επιβαρύνουν την τσέπη, πόσο μάλλον υπό το φόντο σκληρής ακρίβειας και μίας ευρείας τάσης παραλιών με κόστος, όπου ακόμα και η ξαπλώστρα κοστίζει αδρά.
Η χρηματοδότηση του προγράμματος ανέρχεται στα 55,5 εκατομμύρια ευρώ. Ένα ποσό εντυπωσιακά χαμηλό, ειδικά αν συγκριθεί με παλαιότερα χρόνια που ξεπερνούσε τα 60 εκατομμύρια και συνυπολογιστεί η ακρίβεια και ο πληθωρισμός. Το πραγματικά αξιοσημείωτο στο θέμα της οικονομικής στήριξης του «κοινωνικού τουρισμού» είναι πως δεν στηρίζεται από τον κρατικό προϋπολογισμό αλλά αποκλειστικά από τις εισφορές στη ΔΥΠΑ.
Όσο η εργασιακή πραγματικότητα και η ζωή «τον χειμώνα» θα μετατρέπεται σε έναν αγώνα για επιβίωση, το δικαίωμα σε ποιοτικές και επαρκείς καλοκαιρινές διακοπές οφείλει να θεωρείται αναφαίρετο. Για να ισχύσει αυτό, ωστόσο, δεν μπορεί να επικρατήσει η επιδοματική πολιτική «ψίχουλων». Το κίνημα οφείλει να μιλήσει ανοιχτά για την ανάγκη στις διακοπές, για βιώσιμες συνθήκες και για μια ουσιαστική υποστήριξη που αντί να βασίζεται σε κουπόνια θα μπορεί να καλύψει πραγματικά το αβάσταχτο πλέον οικονομικό φορτίο του καλοκαιριού.
Κωστής Ζαχαρόπουλος
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν που κυκλοφόρησε στις 4-5 Ιουλίου 2026
















