Παναγιώτης Ξοπλίδης
Η συμφωνία-πλαίσιο που υπογράφηκε στην Ουάσιγκτον ανάμεσα στο Ισραήλ και τη φιλοδυτική κυβέρνηση του Λιβάνου δεν αποτελεί μια «ειρηνευτική πρωτοβουλία», όπως παρουσιάζεται από τις ΗΠΑ. Αντίθετα, συνιστά μια προσπάθεια αναδιάταξης του πολιτικού συσχετισμού στον Λίβανο και εδραίωσης της ισραηλινής στρατιωτικής παρουσίας στη χώρα. Προβλέπει ουσιαστικά την αναγνώριση του Ισραήλ από τον Λίβανο, τη σταδιακή ομαλοποίηση των σχέσεων και, κυρίως, τον αφοπλισμό της Χεζμπολάχ από τον λιβανικό στρατό ως προϋπόθεση για την πλήρη αποχώρηση των ισραηλινών δυνάμεων από τον νότιο Λίβανο. Η κυβέρνηση του προέδρου Ζοζέφ Αούν και του πρωθυπουργού Ναουάφ Σαλάμ επιχειρεί να αξιοποιήσει μια αόριστη υπόσχεση ανοικοδόμησης για να ενισχύσει το κράτος απέναντι στη Χεζμπολάχ και να τερματίσει το ιδιότυπο καθεστώς “διπλής εξουσίας” που χαρακτηρίζει τον Λίβανο εδώ και δεκαετίες.
Η αντίδραση της Χεζμπολάχ υπήρξε άμεση και ιδιαίτερα οξεία. Ο γενικός γραμματέας της Ναΐμ Κάσεμ χαρακτήρισε τη συμφωνία «άκυρη και ανυπόστατη», υποστηρίζοντας ότι καμία κυβέρνηση δεν νομιμοποιείται να αφοπλίσει την αντίσταση, όσο το Ισραήλ εξακολουθεί να κατέχει λιβανικό έδαφος. Η οργάνωση θεωρεί ότι η συμφωνία ισοδυναμεί με πολιτική συνθηκολόγηση απέναντι στις αμερικανικές και ισραηλινές απαιτήσεις. Οι αντιδράσεις δεν περιορίζονται στη ρητορική. Στους σιιτικούς πληθυσμούς του νότιου Λιβάνου και της κοιλάδας Μπεκάα έχουν ήδη πραγματοποιηθεί μαζικές κινητοποιήσεις, ενώ στη Βηρυτό, χιλιάδες οπαδοί της οργάνωσης πολιόρκησαν τα κυβερνητικά κτίρια. Στελέχη της οργάνωσης προειδοποιούν ανοιχτά ότι οποιαδήποτε απόπειρα αφοπλισμού της Χεζμπολάχ μπορεί να οδηγήσει τη χώρα σε νέα εμφύλια σύγκρουση. Η απειλή αυτή δεν είναι υπερβολή. Ο Λίβανος παραμένει ένα κράτος βαθιά διαιρεμένο σε θρησκευτικές και πολιτικές κοινότητες, όπου η ισορροπία των τελευταίων δεκαετιών βασίστηκε ακριβώς στη συνύπαρξη του κρατικού μηχανισμού με την ένοπλη ισχύ της Χεζμπολάχ.
Η στρατιωτική ισχύς της σιιτικής οργάνωσης είναι άλλωστε πολύ μεγαλύτερη από αυτή του κρατικού λιβανικού στρατού και ο αφοπλισμός δεν μπορεί να επιβληθεί χωρίς την παρουσία ξένων δυνάμεων. Η συμφωνία εκφράζει περισσότερο μια «δήλωση προθέσεων» κι έρχεται σε μια στιγμή που η σχέση των ΗΠΑ με το Ισραήλ βρίσκεται στη χειρότερη στιγμή της. Ο ίδιος ο πρόεδρος Τραμπ, αλλά και ο αντιπρόεδρος Βανς κατηγόρησαν δημόσια την κυβέρνηση Νετανιάχου, λέγοντας ότι «δεν μπορεί να ανατινάζουν μια ολόκληρη πολυκατοικία, στοχεύοντας ένα μόνο μέλος της Χεζμπολάχ». Αυτή η υποκριτική παραδοχή των εγκλημάτων του σιωνιστικού στρατού δεν θα έχει προφανώς συνέπειες, ωστόσο φανερώνει ότι το Ισραήλ δεν έχει πλέον πλήρη ανοχή. Η δραματική μετατόπιση της αμερικανικής κοινής γνώμης σε βάρος του Ισραήλ, όχι μόνο στη νεολαία και στους Δημοκρατικούς, αλλά ακόμα και σε ευρεία τμήματα του ακροδεξιού πυρήνα του τραμπισμού, είναι καθοριστικός παράγοντας για την αμερικανική πολιτική στη Μέση Ανατολή.
Ο ρόλος του Ιράν είναι επίσης καθοριστικός. Για την Τεχεράνη, η Χεζμπολάχ δεν αποτελεί απλώς έναν σύμμαχο, αλλά τον σημαντικότερο κρίκο του «Άξονα της Αντίστασης». Γι’ αυτό και η Τεχεράνη βάζει ως προϋπόθεση για οποιαδήποτε εκεχειρία με τις ΗΠΑ, να συμπεριλαμβάνεται σε αυτή και ο Λίβανος, ενώ δεν γίνεται καμία αναφορά, έστω συμβολική, για την Παλαιστίνη ή την Υεμένη. Η σύγκρουση που ανοίγεται στον Λίβανο δεν είναι μόνο εσωτερική. Είναι τμήμα της συνολικής αντιπαράθεσης για τον έλεγχο της Μέσης Ανατολής. Η αδυναμία των ΗΠΑ να επιβάλουν τα συμφέροντα τους περιπλέκει την κατάσταση. Η έκκληση του Τραμπ να αναλάβει η Συρία τον «έλεγχο» του Λιβάνου και τον αφοπλισμό της Χεζμπολάχ είναι πρόκληση και για το Τελ Αβίβ και για την Τεχεράνη, καθώς το νέο καθεστώς στη Δαμασκό βρίσκεται υπό την ισχυρή επιρροή της Άγκυρας, η οποία έχει τις δικές της αντιπαραθετικές φιλοδοξίες. Το Ισραήλ έχει αναγορεύσει την Τουρκία ως βασικό αντίπαλο του στη Μέση Ανατολή, αλλά και το Ιράν δεν έχει καμιά εμπιστοσύνη στο καθεστώς Ερντογάν. Είναι ενδεικτικό, ότι στη διάρκεια του εμφυλίου στη Συρία, η Χεζμπολάχ και η Χαμάς βρέθηκαν σε αντίπαλα στρατόπεδα και συγκρούστηκαν μεταξύ τους, φανερώνοντας την απουσία μιας ενοποιητικής αντιστασιακής συστράτευσης, όταν οι οργανώσεις της «υπακούν» περισσότερο στον θρησκευτικό παράγοντα και σε συμμαχίες με περιφερειακές δυνάμεις της περιοχής.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν στο φύλλο 4-5 Ιουλίου 2026
















