Άρης Χατζηστεφάνου
Η πλειονότητα της «Γενιάς Ζ» προτιμά τον σοσιαλισμό από τον καπιταλισμό – δηλώνει, μάλιστα, ότι δεν φοβάται τη λέξη κομμουνισμός, όπως όλες οι γενιές – ενώ στηρίζει τους Παλαιστίνιους απέναντι στους Ισραηλινούς και δεν θα παραδώσει αμαχητί τα δικαιώματά της
Οι ΗΠΑ παράγουν σήμερα τρισεκατομμυριούχους, φτώχεια και κοινωνικές συγκρούσεις.
Ιούλιος 2022. Στα σκαλιά του Καπιτωλίου, στο Σολτ Λέικ Σίτι της Γιούτα, ένας νεαρός με μικροσκοπικό σορτσάκι στα χρώματα της αστερόεσσας κρατά μια σημαία που γράφει «η ζωή είναι φτιαγμένη για τα μωρά, όχι για την πολιτική». Πίσω του, δεκάδες μαθητές δημοτικού ψέλνουν κάποιο θρησκευτικό ύμνο μπροστά στους υπερήφανους γονείς τους. Η βαθιά Αμερική γιορτάζει το τέλος της προστασίας των αμβλώσεων που είχε αποφασίσει το ανώτατο δικαστήριο των ΗΠΑ. Λίγα μέτρα μακρύτερα, μια ομάδα πολιτών με αυτόματα όπλα και στρατιωτικό εξοπλισμό έχει περικυκλώσει μια άλλη ομάδα, περίπου δέκα νεαρών, που φωνάζουν συνθήματα για το δικαίωμα των γυναικών να ελέγχουν το σώμα τους.
Οι εικόνες που είδα εκεί, σε μια από τις πρώτες μου δημοσιογραφικές εξορμήσεις έξω από την πολιτισμική ασφάλεια της φιλελεύθερης Νέας Υόρκης, είχε όλα τα στοιχεία όσων θα ακολουθούσαν μετά τη δεύτερη εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ. Ένας σουρεαλιστικός φασισμός, με όχι αμελητέα λαϊκή βάση, θα στρατοπέδευε στον Λευκό Οίκο. Ο αντιεπιστημονικός, θρησκευτικός φανατισμός και η συνωμοσιολογία θα «διορίζονταν» σε υπουργικές θέσεις ενώ οι ένοπλες πολιτοφυλακές θα θεσμοθετούνταν με τη μορφή του ICE. Με τη στήριξη μιας νέας γενιάς δισεκατομμυριούχων της Σίλικον Βάλεϊ, οι οποίοι μέσα σε ένα χρόνο θα πετούσαν το προοδευτικό προσωπείο τους για να ταχθούν στο πλευρό ενός επίδοξου δικτάτορα, η Αμερική εισερχόταν σε αχαρτογράφητα νερά.
Τρία χρόνια αργότερα, καθώς οι πραιτοριανοί του Τραμπ είχαν αρχίσει να θυμίζουν (σε δολοφονικές πρακτικές, αλλά και σε εμφάνιση) τους φαιοχίτωνες της ναζιστικής Γερμανίας, η άλλη Αμερική θα δημιουργούσε τα πρώτα της αντισώματα. Τον Οκτώβριο του 2025, βρέθηκα στο Σικάγο την ημέρα που δυνάμεις της ICE και της εθνοφυλακής αναπτύσσονταν περιμετρικά της πόλης (απόφαση ανώτατου δικαστή τους είχε απαγορεύσει προς στιγμήν να «διαβούν το Ρουβίκωνα» και να κινηθούν προς το κέντρο της πόλης). Σε γειτονιές του Σικάγο, όμως, Αμερικανοί και ξένοι πολίτες οργανώνονταν με πρακτικές που έμοιαζαν βγαλμένες από την ταινία Μια μάχη μετά την άλλη. Οργανώσεις μοίραζαν χιλιάδες σφυρίχτρες σε πολίτες που αναλάμβαναν να περιπολούν έξω από σχολεία όπου συγκεντρώνονταν παιδιά μεταναστών αλλά και μεξικανές νταντάδες. Η πόλη αποκτούσε το δικό της σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης, που ακύρωνε στην πράξη τις αιφνιδιαστικές εισβολές της υπηρεσίας μετανάστευσης.
Μερικούς μήνες αργότερα θα ξεκινούσε η γενική απεργία της Μινεσότας, ενάντια στις εν ψυχρώ δολοφονίες πολιτών από την ICE, αλλά και οι μεγαλειώδεις συγκεντρώσεις του κινήματος No King, απέναντι στον αυταρχισμό του Τραμπ. Αν και όλα αυτά τα κινήματα αναπτύχθηκαν στην καρδιά του περίφημου Ραστ Μπελτ – τις αποβιομηχανοποιημένες βορειοανατολικές και μεσοδυτικές πολιτείες – δεν είχαν τα εργατικά χαρακτηριστικά που θα ήθελε ή θα περίμενε να δει η ευρωπαϊκή αριστερά. Οι αντιστάσεις στους εργασιακούς χώρους γνώριζαν βέβαια άνθιση, κυρίως με τη δημιουργία συνδικάτων βάσης σε μεγάλες αλυσίδες όπως τα Starbucks και η Amazon, αλλά δεν μπορούσαν να συνδεθούν με τις μεγάλες μάχες απέναντι στον αυταρχισμό. Παρ’ όλα αυτά, η Ευρώπη και ιδίως η Ελλάδα είχαν πολλά να διδαχθούν από τα πνεύμα της κοινότητας, σε επίπεδο γειτονιάς και δήμου, που εξεγειρόταν απέναντι στον κρατικό αυταρχισμό για να προστατεύσει τα πιο ευάλωτα μέλη της, όπως τις γυναίκες και τους μετανάστες.
Πολλά ήταν, επίσης, τα διδάγματα από τις διεργασίες που οδήγησαν λίγους μήνες αργότερα στην εκλογική νίκη του Μουσουλμάνου μετανάστη Ζοχράν Μαμντάνι στη Νέα Υόρκη, της οποίας είναι πλέον δήμαρχος. Όχι γιατί αυτή αποτελεί κάποια επαναστατική διαδικασία (τα όρια δράσης εντός του αστικού συστήματος ήταν εμφανή από την πρώτη στιγμή), αλλά γιατί έδειξαν πως μια σύγχρονη προεκλογική εκστρατεία που αφουγκράζεται τα αδιέξοδα της κοινωνίας μπορεί να πετύχει, αν εστιάσει σε τρία ή τέσσερα αιτήματα (δωρεάν μετακινήσεις, πάγωμα ενοικίων, νηπιακή πρόνοια, κοινωνικά παντοπωλεία). Όποιος και αν είναι τελικώς ο απολογισμός της θητείας Μαμντάνι, η εκλογή του επιβεβαίωσε τις δημοσκοπήσεις που έδειχναν ότι η πλειονότητα της αποκαλούμενης «Γενιάς Ζ» προτιμά τον σοσιαλισμό από τον καπιταλισμό – δηλώνει, μάλιστα, ότι δεν φοβάται τη λέξη κομμουνισμός, όπως έκαναν όλες οι προηγούμενες γενιές – στηρίζει τους Παλαιστίνιους απέναντι στους Ισραηλινούς και δεν θα παραδώσει αμαχητί σειρά ατομικών και συλλογικών δικαιωμάτων.
Κοινός παρανομαστής, αλλά και φόντο σε όλες αυτές τις σκοτεινές ή φωτεινές ιστορίες, είναι φυσικά τα αδιέξοδα μιας αυτοκρατορίας, τα οποία επηρεάζουν πλέον την καθημερινή ζωή των πολιτών της. Με τον πληθωρισμό να καλπάζει, το δημόσιο χρέος στο αστρονομικό ύψος των 39 τρισ. δολαρίων και το γεωπολιτικό κύρος της υπερδύναμης στο χαμηλότερο επίπεδο από τον πόλεμο του Βιετνάμ, οι ΗΠΑ παράγουν τρισεκατομμυριούχους, φτώχεια και κοινωνικές συγκρούσεις.

Το επόμενο πεδίο ενός ταξικού πολέμου
Καθώς γιορτάζει τα 250 χρόνια του, το αμερικανικό κράτος αποδεικνύει ότι οι υποτιθέμενα πανίσχυροι θεσμοί του δεν ήταν και δεν είναι σε θέση να αποτρέψουν την μετατροπή του Λευκού Οίκου σε προσωπικό φέουδο ενός νάρκισσου κτηματομεσίτη. Ενός τύπου ο οποίος θα διόριζε συγγενείς, φίλους, χαρτορίχτρες και θρησκόληπτους πολιτικούς στα κρισιμότερα πόστα του κρατικού μηχανισμού. Ακόμη και η εικόνα του ίδιου του κτιρίου, το οποίο κατεδαφίζεται, ανοικοδομείται και κακοποιείται για να ικανοποιήσει τις κιτς, αυτοκρατορικές φαντασιώσεις ενός υπερήλικα και φερόμενου παιδοβιαστή, αποτελεί έναν αντικατοπτρισμό της παρακμής που βιώνει ολόκληρη η χώρα.
Η Αμερική, όμως, δεν έχει χαθεί – τουλάχιστον όχι περισσότερο από την Ευρώπη της Ακροδεξιάς. Όλα δείχνουν ότι θα είναι το επόμενο μεγάλο πεδίο ενός ταξικού πολέμου. Ενός πολέμου άνισου αλλά και ελπιδοφόρου, από τον οποίο έχουμε να μάθουμε πολλά.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν στο φύλλο 27-28 Ιουνίου 2026














