Σταύρος Μαυρουδέας
Η τραμπική πολιτική δεν αποτελεί τον ασυνάρτητο τυχοδιωκτισμό ενός αντισυμβατικού λαϊκιστή, αλλά την επιλογή της κυρίαρχης μερίδας της αμερικανικής αστικής τάξης, που κατανοεί εδώ και πολύ καιρό την υποχώρηση της ιμπεριαλιστικής υπεροχής των ΗΠΑ και την οικονομική παρακμή τους, κι αναζητούν άλλους δρόμους για να τα αντιμετωπίσουν. Ωστόσο τα οικονομικά και άλλα μέτρα της διοίκησης Τραμπ τείνουν προς την αποτυχία.
Οι κεντροαριστεροί δυτικοί αστικοί κύκλοι – συνοδοιπορούμενοι από την αταξική ροζ «αριστερά» – χαρακτηρίζουν την πολιτική Τραμπ ασυνάρτητη, χωρίς στρατηγικούς στόχους και συνοχή. Πρόκειται για καθαρή υποκρισία που «ξεπλένει» τον αμερικανικό καπιταλισμό από τα ιμπεριαλιστικά χαρακτηριστικά του. Η κεντροαριστερή μερίδα της αμερικανικής ολιγαρχίας συμμερίζεται το μεγαλύτερο μέρος των τραμπικών στόχων και πολιτικών του Τραμπ. Διαφωνεί σε επιμέρους τακτικά ζητήματα και, φυσικά, στα συγκεκριμένα οικονομικά οφέλη που αποκομίζουν ειδικές καπιταλιστικές ομάδες από αυτές τις πολιτικές (π.χ. συμβόλαια ομίλου Μασκ έναντι αυτών του Σόρος).
Μια παγκόσμια καπιταλιστική υπερδύναμη δεν μακροημερεύει εάν η οικονομική βάση της συρρικνώνεται
Η τραμπική πολιτική δεν αποτελεί τον ασυνάρτητο τυχοδιωκτισμό ενός αντισυμβατικού λαϊκιστή, αλλά την επιλογή της κυρίαρχης μερίδας της αμερικανικής αστικής τάξης, που κατανοεί εδώ και πολύ καιρό την υποχώρηση της ιμπεριαλιστικής υπεροχής των ΗΠΑ και την οικονομική παρακμή τους (φθίνουσα κερδοφορία, υστέρηση στην αύξηση της παραγωγικότητας, φθίνουσα ανταγωνιστικότητα) και που δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν, μακροπρόθεσμα, από την χρηματο-οικονομική και στρατιωτική κυριαρχία των ΗΠΑ. Μια παγκόσμια καπιταλιστική υπερδύναμη δεν μακροημερεύει εάν η οικονομική βάση της συρρικνώνεται.
Η στρατηγική του Τραμπ κινείται σε τρεις άξονες.
Ο πρώτος είναι η στροφή προς την Ασία, καθώς κύριος αντίπαλος είναι η Κίνα. Κατά την εποχή της «παγκοσμιοποίησης», οι ΗΠΑ επιχείρησαν να διαβρώσουν την Κίνα από το εσωτερικό, προωθώντας το άνοιγμα της οικονομίας της στα δυτικά κεφάλαια και την ενσωμάτωσή της στο διεθνές καπιταλιστικό σύστημα. Ωστόσο, ξεκινώντας από τη στροφή της κυβέρνησης Ομπάμα προς την Ασία, οι ΗΠΑ στράφηκαν στο να θεωρούν έμμεσα την Κίνα ως άμεσο και ξεκάθαρο αντίπαλο. Η πρώτη κυβέρνηση Τραμπ έκανε σαφή αυτή την αντιπαλότητα, χαρακτηρίζοντας την Κίνα ως τον κύριο ανταγωνιστή και εφαρμόζοντας προστατευτισμό και ενεργές βιομηχανικές πολιτικές εναντίον της. Ακολούθως, η κυβέρνηση Μπάιντεν ενίσχυσε αυτή τη θέση, διατηρώντας τους υφιστάμενους δασμούς και τις βιομηχανικές πολιτικές. Ωστόσο, η Δημοκρατική παράταξη της αμερικανικής αστικής τάξης συνέχισε να επικεντρώνεται στη Δύση και στην αποδυνάμωση της Ρωσίας ως μέσου περικύκλωσης της Κίνας. Η παράταξη Τραμπ απορρίπτει αυτήν την προσέγγιση και δίνει προτεραιότητα σε μια ακόμη και περιορισμένη επίλυση της σύγκρουσης με τη Ρωσία, προκειμένου να απομονώσει την Κίνα.
Ο δεύτερος έχει να κάνει με τη διαπίστωση ότι η «παγκοσμιοποίηση» (ελεύθερο εμπόριο και κινήσεις κεφαλαίων, παγκόσμια τάξη βασισμένη σε κανόνες κ.λπ.) έχει εξαντλήσει τα οφέλη της και έχει μετατραπεί σε βάρος. Συνέπεια είναι η στροφή στον προστατευτισμό και την διεθνή πολιτική πυγμής.
Ο τρίτος προκύπτει από την εκτίμηση ότι το ρεύμα του νεοφιλελευθερισμού έχει επίσης εξαντλήσει τα οφέλη του. Συνέπεια είναι η στροφή στον κρατικό παρεμβατισμό (προστατευτισμός, βιομηχανική πολιτική, ελεγχόμενες συναλλαγματικές ισοτιμίες κ.λπ.), με ό,τι αυτό συνεπάγεται.
Η αποδυνάμωση του αμερικανικού ιμπεριαλισμού
Ιστορικά, οι καπιταλιστικές υπερδυνάμεις (π.χ. Βρετανία, ΗΠΑ) χρησιμοποίησαν αρχικά τον προστατευτισμό για να θεμελιώσουν το επακόλουθο «μεγάλο άλμα προς τα εμπρός», επειδή διευκολύνει τη δημιουργία μιας «κρίσιμης οικονομικής μάζας» και την προστατεύει κατά την πιο ευάλωτη περίοδό της. Μόλις απέκτησαν διεθνή οικονομική υπεροχή (ανώτερη παραγωγικότητα, ανταγωνιστικότητα κλπ.), επέβαλαν ελεύθερο εμπόριο και κίνηση κεφαλαίων στους υφισταμένους τους, αποκομίζοντας έτσι ιμπεριαλιστικά κέρδη. Επίσης, ενίσχυσαν περαιτέρω την οικονομική υπεροχή τους μέσω της κυριαρχίας στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα (π.χ. αποθεματικό νόμισμα, χρηματιστήρια).
Ωστόσο, οι πιο προηγμένες καπιταλιστικές οικονομίες είναι επιρρεπέστερες σε κρίσεις υπερσυσσώρευσης, που διαβρώνουν τα οικονομικά θεμέλια της ηγεμονίας τους. Οι ΗΠΑ είναι καπιταλιστική υπερδύναμη για σχεδόν έναν αιώνα. Οι οικονομικοί πυλώνες της κυριαρχίας τους ήταν, αφενός, ο δυναμισμός της οικονομίας τους (όσον αφορά την τεχνολογική ανάπτυξη, παραγωγικότητα, ανταγωνιστικότητα κ.λπ.) και, αφετέρου, η ηγεμονία τους στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα (ρόλος του δολαρίου ως κύριου αποθεματικού νομίσματος).
Η μεταπολεμική «παγκοσμιοποίηση» για τον Δυτικό συνασπισμό βασίστηκε στη συμφωνία του Μπρέτον Γουντς. Αυτό διευκόλυνε την επέκταση των εμπορικών και κεφαλαιακών σχέσεων εντός του δυτικού μπλοκ· και οι αμερικανικές πολυεθνικές εταιρείες ήταν οι κύριοι ωφελημένοι από αυτό, αποκομίζοντας ιμπεριαλιστικά κέρδη. Ωστόσο, η κρίση κερδοφορίας του 1974 έπληξε σοβαρά την οικονομική βάση των ΗΠΑ. Τότε, οι ΗΠΑ μονομερώς κατήργησαν τη συμφωνία του Μπρέτον Γουντς και χρησιμοποίησαν τόσο το νέο ευέλικτο περιβάλλον συναλλαγματικών ισοτιμιών για να διατηρήσουν την ανταγωνιστικότητά τους όσο και την ευέλικτη νομισματική πολιτική για να στηρίξουν την οικονομία τους.
Ελλείψει οποιουδήποτε διεκδικητή και με την απειλή του Ψυχρού Πολέμου (καθώς και με ορισμένες συμφωνίες με τις αραβικές μοναρχίες), το δολάριο παρέμεινε το κύριο αποθεματικό νόμισμα (αποκομίζοντας στρατηγική κυριαρχία και χρηματικά κέρδη). Είναι ενδεικτικό ότι η κατάργηση της συμφωνίας του Μπρέτον Γουντς συνδυάστηκε με αύξηση των δασμών κατά 10% στις εισαγωγές (15 Αυγούστου 1971), προκειμένου να αναγκαστούν άλλες χώρες να ανατιμήσουν τα νομίσματά τους έναντι του δολαρίου. Η δασμολογική επιβάρυνση άρθηκε τέσσερις μήνες αργότερα, αφού οι ΗΠΑ υποχρέωσαν τις υπόλοιπες δυτικές χώρες να αλλάξουν τις συναλλαγματικές τους ισοτιμίες με τη συμφωνία Smithsonian.
Το 1985, η υπεροχή των ΗΠΑ κλονίστηκε ξανά. Αυτή τη φορά, εμφανίστηκαν ανταγωνιστές – κυρίως η Ιαπωνία και, πιο δειλά, η Ευρώπη. Οι ΗΠΑ κατάφεραν και πάλι να τους υποτάξουν μέσω της Συμφωνίας Plaza. Ουσιαστικά, οι ΗΠΑ πέτυχαν, από τη μία, να υποτιμήσουν το δολάριο (ανακτώντας ανταγωνιστικότητα) χωρίς να χάσουν την οικονομική τους κυριαρχία και, από την άλλη, να ανοίξουν τις οικονομίες των πιο επικίνδυνων ανταγωνιστών τους (Ιαπωνία, οικονομίες της Άπω Ανατολής) στα αμερικανικά κεφάλαια, καθιστώντας τες μάλιστα αγοραστές του αμερικανικού χρέους. Έτσι, η Ιαπωνία παρέμεινε κυριολεκτικά κολλημένη στη στασιμότητα, μέχρι σήμερα.
Η κατάρρευση του Ανατολικού Συνασπισμού το 1989 πρόσφερε νέες ευκαιρίες στις ΗΠΑ και στην υπόλοιπη Δύση, καθώς διανοίχθηκαν νέες περιοχές υψηλής κερδοφορίας. Με τις οδηγίες της Νεοφιλελεύθερης Συναίνεσης της Ουάσιγκτον και της επακόλουθης Νέας Κεϋνσιανής Μετα-Ουάσιγκτον Συναίνεσης, η «παγκοσμιοποίηση» κηρύχθηκε ως η νέα παγκόσμια τάξη. Ωστόσο, οι αντιφάσεις του καπιταλιστικού συστήματος και η υπερσυσσώρευση κεφαλαίου διάβρωσε σταδιακά αυτή την επιτυχία. Οι ΗΠΑ επλήγησαν σοβαρότερα ενώ η άνοδος της Κίνας και των «νέων αναδυόμενων οικονομιών» (BRICS) αμφισβητεί την ηγεμονία τους. Αυτό οδήγησε στην από-παγκοσμιοποίηση, που επιτομή της είναι οι πολιτικές Τραμπ.
Η οικονομική πολιτική Τραμπ
Πρόκειται για εκδοχή της παλαιότερης «Εκβιομηχάνισης μέσω Υποκατάστασης Εισαγωγών» (στρατηγική για τις λιγότερο ανεπτυγμένες οικονομίες, ώστε να απεξαρτηθούν από τις ανεπτυγμένες οικονομίες και να αναπτυχθούν), που συγκέντρωσε τη χλεύη της συλλογικής Δύσης. Η κυβέρνηση Τραμπ υιοθετεί αυτή την προσέγγιση όχι για μια λιγότερο ανεπτυγμένη αλλά για μια ανεπτυγμένη οικονομία: τις ΗΠΑ. Ειρωνικά, θα μπορούσε να μετονομαστεί σε «Επανεκβιομηχάνιση μέσω Υποκατάστασης Εισαγωγών».
Η πολιτική αυτή ξεκίνησε με την πρώτη διακυβέρνηση Τραμπ και μέρη της διατηρήθηκαν και αναπτύχθηκαν από την κυβέρνηση Μπάιντεν. Οι κύριοι πυλώνες της είναι οι παρακάτω:
Πρώτον, η επανεκβιομηχάνιση, η οποία υλοποιείται μέσω τεσσάρων αντι-νεοφιλελεύθερων πολιτικών:
(α) Επεκτατική δημοσιονομική πολιτική. Μεγάλο μέρος της κατευθύνεται στο στρατιωτικοβιομηχανικό σύμπλεγμα αλλά αυξάνει το δημόσιο χρέος.
(β) Επεκτατική νομισματική πολιτική (πιέζοντας τη FED να μειώσει τα επιτόκια), η οποία επίσης κυοφορεί προβλήματα (πληθωρισμός).
(γ) Ενεργή και διακριτική βιομηχανική πολιτική (με έμφαση στην προσέλκυση εισροών κεφαλαίου).
(δ) Προστατευτική εμπορική πολιτική (δασμοί, ελεγχόμενη υποτίμηση του δολαρίου).
Δεύτερον, η διατήρηση της κυριαρχίας επί του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος. Ταυτόχρονα επιθυμεί ρητά να υποτιμήσει τη συναλλαγματική ισοτιμία του δολαρίου προκειμένου να καταστήσει τα διεθνώς εμπορεύσιμα προϊόντα των ΗΠΑ πιο ανταγωνιστικά (ανταγωνιστική υποτίμηση). Για να το επιτύχει, απαιτεί οι ανταγωνιστές των ΗΠΑ να υποχρεωθούν να μην ανταποδώσουν με δικές τους ανταγωνιστικές υποτιμήσεις. Ένας άτακτος πόλεμος υποτιμήσεων θα έθετε σε κίνδυνο τον ρόλο του δολαρίου ως διεθνούς αποθεματικού νομίσματος. Οι ΗΠΑ έχουν ήδη παίξει αυτό το «παιχνίδι» δύο φορές στο παρελθόν (στη Συμφωνία Smithsonian 1971, Συμφωνία Plaza 1985). Ήδη διατυμπανίζει την ανάγκη για μια Συμφωνία Μαρ-α-Λάγκο.

Είναι προφανές ότι η αμερικανική στρατηγική στοχεύει ιδιαίτερα την Κίνα (με την ΕΕ σαν… λιμοκοντόρο), ώστε να την εξαναγκάσει σε μια σειρά κινήσεις. Ανάμεσά τους, να ανοίξει περαιτέρω την οικονομία της σε αμερικανικά εμπορεύματα και κεφάλαια (μείωση ελέγχων κεφαλαίου κλπ.). Επίσης, να μειώσει την παραγωγική της ικανότητα (με το γελοίο επιχείρημα περί κινεζικής «υπερβάλλουσας παραγωγικής ικανότητας») για να περιορίσει την κινεζική ανταγωνιστικότητα. Αυτό συνδυάζεται με δυτικές φαιδρότητες για επικείμενη κρίση της κινεζικής οικονομίας που μόνη λύση είναι η αύξηση της εσωτερικής κατανάλωσης σε βάρος των επενδύσεων.
Το δόλωμα είναι ένα αυξημένο μερίδιο του ρενμινμπί ως αποθεματικού νομίσματος – αλλά όχι πολύ μεγάλο, ώστε να μην αμφισβητεί την αμερικανική ηγεμονία. Αυτό μπορεί να συνδεθεί με μια ανανέωση και αύξηση της αγοράς αμερικανικού χρέους από την Κίνα. Το τέχνασμα είναι παρόμοιο με αυτό που χρησιμοποιήθηκε στη Συμφωνία Plaza, αλλά εκείνη τη φορά εναντίον της Ιαπωνίας.
Στρατηγικά προβλήματα και αντιφάσεις
Η αμερικανική στρατηγική είναι γεμάτη προβλήματα. Είναι σχεδόν αδύνατο για τις ΗΠΑ να επιτύχουν και στους δύο αυτούς πυλώνες:
1) Η επανεκβιομηχάνιση είναι μακροπρόθεσμη διαδικασία (και όπως παραδέχθηκε ο Μπέσεντ, οι ΗΠΑ δεν έχουν πολύ χρόνο). Εξάλλου, η πτώση της αμερικανικής βιομηχανίας (και ειδικά της μεταποίησης) είναι μια μακροπρόθεσμη τάση. Επιπλέον, μια κρίσιμη παράμετρος για την επανεκβιομηχάνιση (ο ρυθμός αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας) είναι χαμηλή εδώ και δεκαετίες (παρά μια μικρή έξαρση μετά τον COVID-19).

Η μείωση της παραγωγικής ικανότητας των ΗΠΑ είναι ένας μακροπρόθεσμος διαρθρωτικός μετασχηματισμός που δεν μπορεί να αντιστραφεί εύκολα ή γρήγορα. Υπάρχουν πρόσθετοι λόγοι που το καθιστούν ακόμη πιο δύσκολο. Η απώλεια εργασιακής παραγωγικής τεχνογνωσίας δεν μπορεί να αντιστραφεί γρήγορα. Επιπλέον, υπάρχουν ενδείξεις «απώλειας ταλέντου» (έμπειροι εργαζόμενοι). Η αμερικανική βιομηχανία εξαρτάται, σε σημαντικό βαθμό, από εισαγωγές ξένων ανταγωνιστών και ο εμπορικός πόλεμος του Τραμπ διαταράσσει αυτές τις διεθνείς αλυσίδες παραγωγής. Η αμερικανική τεχνολογία αιχμής σε κρίσιμους τομείς (π.χ. τεχνητή νοημοσύνη, κβαντική υπολογιστική, βιοτεχνολογία, προηγμένη κατασκευή και τρισδιάστατη εκτύπωση, εξερεύνηση του διαστήματος) αντιμετωπίζει σοβαρές προκλήσεις από ανταγωνιστές.

2) Η διατήρηση της διεθνούς χρηματοπιστωτικής ηγεμονίας είναι εξίσου δύσκολη. Αρχικά, το διεθνές εμπόριο και οι κινήσεις κεφαλαίων είναι ήδη ολοένα και πιο κατακερματισμένα, ενώ ο ρόλος του δολαρίου ως κύριου αποθεματικού νομίσματος μειώνεται, καθώς οι διεθνείς συναλλαγές το παρακάμπτουν ολοένα και περισσότερο. Παράλληλα, κανείς δεν εμπιστεύεται τις ΗΠΑ μετά την οπλοποίηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος μέσω κυρώσεων, δασμών και μονομερών κινήσεων. Αυτό βλάπτει σοβαρά τους διεθνείς χρηματοπιστωτικούς μηχανισμούς που κυριαρχούνται από το δολάριο (π.χ. SWIFT, Euroclear).
Το χρέος των ΗΠΑ περιπλέκει περαιτέρω την κατάσταση καθώς αυξάνει ραγδαία μακροπρόθεσμα, ιδιαίτερα λόγω του δύσκολα μειώσιμου και αυξανόμενου δημόσιου ελλείμματος των ΗΠΑ. Επίσης, ο διεθνής δανεισμός για τη χρηματοδότηση του αμερικανικού χρέους ακριβαίνει επειδή τα αμερικανικά περιουσιακά στοιχεία χάνουν την ιδιότητά τους ως ασφαλούς καταφυγίου (π.χ . το 10ετές ομόλογο, που παραδοσιακά μειώνεται σε περιόδους αναταραχής καθώς οι νευρικοί επενδυτές το αγοράζουν για το εγγυημένο εισόδημά τους, δείχνει πρόσφατα απρόβλεπτες αυξήσεις). Οι δε καμπύλες αποδόσεων γίνονται πολύ ασταθείς, ειδικά βραχυπρόθεσμα.

Τέλος, η παρακμή του μεριδίου των ΗΠΑ στις παγκόσμιες εξαγωγές και στην παραγωγή επηρεάζει το δολάριο, καθώς μειώνει τον ρόλο του ως διεθνούς αποθεματικού νομίσματος. Για παράδειγμα, ένα αυξανόμενο ποσοστό της τιμής της ενέργειας τιμολογείται σε συμβόλαια που δεν είναι σε δολάρια. Τουλάχιστον μεσοπρόθεσμα, το δολάριο αντικαθίσταται σε μεγάλο βαθμό από μια σειρά άλλων νομισμάτων και περιουσιακών στοιχείων (π.χ. χρυσό), καθώς υπάρχει πολλαπλασιασμός των συστημάτων εμπορικών συναλλαγών απευθείας μεταξύ δύο νομισμάτων.

Με βάση τα παραπάνω, ο μόνος τομέας όπου οι ΗΠΑ μπορούν να βρουν κάποια παρηγοριά είναι οι άμεσες ξένες επενδύσεις (ΑΞΕ), που είναι απαραίτητη για την τόνωση της παραγωγικής ικανότητας τους. Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται αύξηση τους. Πρόκειται κυρίως για δυτικά κεφάλαια και αμερικανικές πολυεθνικές που μετεγκαθίστανται στις ΗΠΑ λόγω της ενεργού βιομηχανικής πολιτικής των τελευταίων ετών και των αυξανόμενων γεωπολιτικών κινδύνων. Ωστόσο, οι μακροπρόθεσμες προοπτικές είναι αρκετά ασαφείς και κάθε άλλο παρά βέβαιες.

Η πτώση της αμερικανικής υπερδύναμης
Η στρατηγική των ΗΠΑ επιδεικνύει μια βαθιά ιστορική άγνοια. Ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός είναι σαν μια ομάδα που χρησιμοποιεί τα ίδια κόλπα για τρίτη φορά, προκειμένου να κερδίσει το παιχνίδι. Αυτό είναι εξαιρετικά απίθανο, επειδή οι αντίπαλοι θα έχουν πλέον «διαβάσει» το τέχνασμα.
Η στροφή προς την Ασία (σε αντίθεση με την περιορισμένη εναντίον της Ιαπωνίας) είναι πολύ δυσκολότερη. Η υποταγή της Κίνας απαιτεί πλήρη άγνοια του ιαπωνικού διδάγματος. Επιπλέον, η Ιαπωνία ήταν στρατιωτικά νάνος σε ένα περιβάλλον Ψυχρού Πολέμου την εποχή της Συμφωνίας Plaza. Αυτό δεν ισχύει για την Κίνα. Η δε ανταγωνιστική υποτίμηση του δολαρίου θέτει σε κίνδυνο τον ρόλο του ως διεθνούς αποθεματικού νομίσματος. Και δεν υπάρχει καμία ένδειξη μιας «αυτοκτονίας» Μαρ-α-Λάγκο από τους ανταγωνιστές των ΗΠΑ, τη στιγμή μάλιστα που η κυριαρχία τους στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα υποχωρεί ραγδαία.
Η αποτυχία της αμερικανικής στρατηγικής θα φέρει πιο κοντά το τέλος της αμερικανικής ηγεμονίας.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν στο φύλλο 27-28 Ιουνίου 2026













