Αιμιλία Τσαγκαράτου
Η σκιά της επανάστασης
Τα κοινωνικά κινήματα των ΗΠΑ – από τα μεταρρυθμιστικά έως τα ριζοσπαστικά και τα επαναστατικά – με τον έναν ή τον άλλο τρόπο αντλούσαν έμπνευση από την Επανάσταση του 1776. Οι αγωνιστές για την κατάργηση της δουλείας και οι αγωνίστριες για τα δικαιώματα των γυναικών, οι σοσιαλιστές και οι συνδικαλιστές, οι ηγέτες του κινήματος για τα πολιτικά δικαιώματα, όλοι και όλες επικαλέστηκαν τη ρητορική και τα ιδανικά του 1776.
«Ο αμερικάνικος λαός έχει μια επαναστατική παράδοση που έχει υιοθετηθεί από τους καλύτερους αντιπρόσωπους του αμερικάνικου προλεταριάτου (…) αυτή η παράδοση είναι ο πόλεμος της απελευθέρωσης από την Βρετανία τον 18ο αιώνα και ο Εμφύλιος Πόλεμος τον 19ο αιώνα» (Λένιν, Γράμμα στους Αμερικανούς εργάτες, 20 Αυγούστου 1918).
Οι λέξεις «ελευθερία», «ισότητα» και «δικαιοσύνη» αποτελούν τους ακρογωνιαίους λίθους της Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας. Για μεγάλες ομάδες, όμως, των κατοίκων της Αμερικής, όπως για τους σκλάβους, τους αυτόχθονες ιθαγενείς, τις γυναίκες, τους φτωχούς, ήταν ουσιαστικά κενό γράμμα από τη στιγμή που δεν αποκτούσαν κανένα δικαίωμα μέσω αυτής. Ωστόσο, πολλοί και πολλές που πρωτοστάτησαν σε μια σειρά κινήματα τον 19ο και τον 20ο αιώνα στις ΗΠΑ, επικαλούνταν τις λέξεις και τις ιδέες που διατυπώνονταν στα ντοκουμέντα αυτά. Είτε για να δείξουν ότι ήταν ανεκπλήρωτες είτε για να δείξουν τα όριά τους, αφού χωρίς μια συνολική επαναστατική ανατροπή δεν μπορούν να βρουν πραγματική δικαίωση.
Ο Μαρξ και ο Έγκελς τόνιζαν τον αντιαποικιοκρατικό και λαϊκό χαρακτήρα της επανάστασης ως απελευθερωτικού πολέμου, όμως ταυτόχρονα έβλεπαν καθαρά τους ταξικούς περιορισμούς της Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας και του Συντάγματος, κυρίως εξαιτίας της διατήρησης της δουλείας. Το Αμερικάνικο Σύνταγμα έγραφε ο Έγκελς στο Αντι – Ντύρινγκ, το πρώτο που αναγνώρισε τα δικαιώματα του ανθρώπου, με την ίδια ευκολία επιβεβαιώνει την δουλεία των έγχρωμων φυλών που υπάρχουν στην Αμερική.

Η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας χρησιμοποιήθηκε ως ντοκουμέντο ενάντια στη δουλεία, μήνες μετά τη δημοσίευσή της. Όπως υποστήριζαν οι αγωνιστές για την κατάργηση της δουλείας, η αρχή που διατυπώνονταν εκεί, ότι «όλοι οι άνθρωποι δημιουργήθηκαν ίσοι», δεν ήταν απλά μια διακήρυξη για την ανεξαρτησία από τη Βρετανία. «Δείτε τη Διακήρυξή σας, Αμερικανοί! Καταλαβαίνετε την ίδια σας τη γλώσσα;» έγραφε ο Ντέιβιντ Γουόκερ στην επαναστατική του μπροσούρα κατά της δουλείας Έκκληση προς τους έγχρωμους πολίτες του κόσμου, το 1829.
Στην ιστορική του ομιλία στις 4 Ιουλίου 1852, με τίτλο «Τι είναι για τον σκλάβο η 4η Ιουλίου», ο Φρέντερικ Ντάγκλας, πρωτοπόρος αγωνιστής για την κατάργηση της δουλείας, έλεγε: «Συμπολίτες μου, συγχωρήστε με, επιτρέψτε μου να ρωτήσω: γιατί καλούμαι να μιλήσω εδώ σήμερα; Τι σχέση έχω εγώ ή εκείνοι που εκπροσωπώ με την εθνική σας ανεξαρτησία; Επεκτείνονται σε εμάς οι μεγάλες αρχές της πολιτικής ελευθερίας και της φυσικής δικαιοσύνης, που ενσωματώνονται στην εν λόγω Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας; Αυτή η 4η Ιουλίου είναι δική σας, όχι δική μου. Πάνω από την εθνική σας, θορυβώδη χαρά, ακούω τον θλιβερό θρήνο εκατομμυρίων, των οποίων οι αλυσίδες, βαριές και οδυνηρές χθες, γίνονται σήμερα ακόμη πιο ανυπόφορες από τις φωνές του πανηγυρισμού που φτάνουν στα αυτιά τους».
Στη διάρκεια του 20ου αιώνα, μαύροι ηγέτες όπως ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και ο Μάλκολμ Χ, αντλούσαν διδάγματα από την Αμερικανική Επανάσταση. Ο πρώτος, στην ιστορική ομιλία του «Έχω ένα Όνειρο», το 1963, χρησιμοποίησε μια οικονομική μεταφορά για να τονίσει τις υποσχέσεις της Επανάστασης που δεν εκπληρώθηκαν: «Η Αμερική δεν τήρησε τις υποχρεώσεις της βάσει αυτού του γραμματίου». Αλλά και ο δεύτερος παράθετε συχνά τα λόγια του επαναστάτη Πάτρικ Χένρι ο οποίος, αψηφώντας τη βρετανική αποικιοκρατία, έλεγε: «Δώστε μου ελευθερία ή δώστε μου θάνατο». Αργότερα ο Μάλκολμ Χ θα συνειδητοποιούσε ότι η ελευθερία και η ισότητα μπορούσαν να γίνουν πραγματικότητα μόνο πάνω στα θεμέλια μιας επαναστατικής αλλαγής της κοινωνίας από τις εκμεταλλευόμενες τάξεις.
Το 1876, στον εορτασμό των 100 χρόνων από τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας, συντάχθηκε και διαβάστηκε στη Φιλαδέλφεια από τις ηγέτιδες του κινήματος για το δικαίωμα ψήφου των γυναικών, Ματίλντα Γκέιτζ, Ελίζαμπεθ Στάντον και Σούζαν Μπ. Άντονι, η «Διακήρυξη για τα δικαιώματα των Γυναικών των Ηνωμένων Πολιτειών». Σε έξι μέλη του κινήματος επιτράπηκε να παρακολουθήσουν την τελετή, αλλά τους αρνήθηκαν το δικαίωμα να παρουσιάσουν τη Διακήρυξή τους, την οποία η Άντονι διάβασε και μοίρασε μετά την ανάγνωση της αρχικής Διακήρυξης. Εκτός από το δικαίωμα στην ψήφο και το δικαίωμα συμμετοχής στην πολιτική ζωή, απαιτούσαν μεταξύ άλλων το δικαίωμα της προστασίας από την παράνομη σύλληψη σε περιπτώσεις καταγγελίας από τον σύζυγο και το δικαίωμα σε δίκη με ομότιμους ενόρκους – οι γυναίκες δικάζονταν αποκλειστικά από άνδρες. Ωστόσο, το κίνημα για το δικαίωμα της ψήφου των γυναικών και συνολικά για τα δικαιώματά τους οφείλει πολλά στις εργάτριες και τις μετανάστριες που δούλευαν στη βιομηχανία ρούχων στην πολιτεία της Νέας Υόρκης.
Η Αμερικάνικη Επανάσταση και τα ντοκουμέντα της επηρέασαν, σε έναν βαθμό, και το εργατικό κίνημα των ΗΠΑ στα πρώτα του βήματα. Η «Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας των Μηχανικών της Νέας Υόρκης» συντάχθηκε το 1776, λίγους μήνες πριν την 4η Ιουλίου. Καθώς οι συγκρούσεις εντείνονταν και η προοπτική του πολέμου γινόταν όλο και πιο ορατή, μια ομάδα γνωστή ως Γενική Επιτροπή των Μηχανικών εξέφραζε τις φωνές της εργατικής τάξης που αισθανόταν καταπιεσμένη από τη βρετανική κυριαρχία. Οι τεχνίτες κατηγορούσαν τον βασιλιά Γεώργιο Γ’ για τις επιπτώσεις των βρετανικών πολιτικών στη ζωή τους, υπερασπίστηκαν με πάθος την καταπολέμηση της άδικης φορολογίας, εξισώνοντάς την με τη δουλεία, ενώ τόνισαν την ανάγκη για αμερικανική ανεξαρτησία ως απάντηση στην διεκδίκηση των δικαιωμάτων τους.
Στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα, η μαχητική εργατική τάξη των ΗΠΑ, μέσα από τα συνδικάτα της, υιοθετούσε μανιφέστα όπως «Η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας των Εργατών Χάλυβα», που συντάχθηκε από την Οργανωτική Επιτροπή Εργατών Χάλυβα. Διαβάστηκε τις 4 Ιουλίου 1936 από τον συνδικαλιστή Τσαρλς Σάρμπο μπροστά σε πλήθος 4.000 εργατών στο Χόμστεντ της Πενσυλβάνια – τον τόπο της αιματηρής απεργίας στη βιομηχανία χάλυβα Κάρνεγκι το 1892. Οι εργάτες έλεγαν ρητά: «Θα ασκήσουμε τα αναφαίρετα δικαιώματά μας να οργανωθούμε σε ένα μεγάλο βιομηχανικό συνδικάτο (…) να καταργήσουμε τον βιομηχανικό δεσποτισμό».

Ιδιαίτερη αναφορά, ωστόσο, πρέπει να κάνουμε στον Γιουτζίν Ντεμπς, έναν από τους θρυλικούς ηγέτες του αμερικάνικου εργατικού κινήματος στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα, ηγέτη της μεγάλης απεργίας στα εργοστάσια του Πούλμαν το 1894, ιδρυτή και πρόεδρο του Σοσιαλιστικού Κόμματος των ΗΠΑ. Ο Ντεμπς δήλωνε στην ιστορική του ομιλία – που πολλά της σημεία θα μπορούσαν να γραφούν και για τη σημερινή εποχή – στις 4 Ιούλη του 1901: «Μου αρέσει η 4η Ιουλίου. Αποπνέει ένα πνεύμα επανάστασης… Πριν από λίγο περισσότερο από έναν αιώνα, οι κάτοικοι αυτής της χώρας δεν ήταν πολίτες. Κυβερνούνταν από έναν ξένο βασιλιά. Υπέβαλαν αιτήματα για ανακούφιση. Τα αιτήματά τους αγνοήθηκαν. Αντιτάχθηκαν στη φορολογία χωρίς εκπροσώπηση. Οι διαμαρτυρίες τους περιφρονήθηκαν. Τελικά εξεγέρθηκαν. Εξέδωσαν τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας και διατύπωσαν την αρχή ότι όλοι οι άνθρωποι γεννιούνται ίσοι. Ωστόσο, οι ιδρυτές αυτής της δημοκρατίας είχαν μόνο ασαφείς αντιλήψεις για τη δημοκρατία. Η εργατική τάξη, όπως την αντιλαμβανόμαστε σήμερα, δεν εκπροσωπήθηκε στη Συντακτική Συνέλευση».
Και συνέχισε: «Ξυπνήστε, σκλάβοι! Κηρύξτε πόλεμο, όχι εναντίον του καπιταλιστή, αλλά εναντίον του καπιταλιστικού συστήματος. Και αν είναι το πεπρωμένο ή η τύχη σας να υποφέρετε τα επόμενα χρόνια, αυτή η ταλαιπωρία δεν θα είναι αποτέλεσμα δικής σας σκόπιμης πράξης (…) Μόνο η ίδια η εργατική τάξη μπορεί να επιτύχει την απελευθέρωσή της (…) Αυτό που χρειάζεται δεν είναι μια μεταρρύθμιση του καπιταλιστικού συστήματος, αλλά η πλήρης κατάργησή του».
Οι «εραστές» της… χαμένης δημοκρατίας του 1776

Το κίνημα «No Kings» (Όχι βασιλιάδες») έχει μια άμεση αναφορά στην Αμερικάνικη Επανάσταση. Εκατομμύρια Αμερικανοί διαδήλωσαν σε όλες σχεδόν τις πόλεις της χώρας τον Ιούνη και τον Οκτώβρη του 2025 και τον Μάρτη του 2026 – με την τελευταία να είναι η μεγαλύτερη διαδήλωση που έγινε ποτέ στην αμερικάνικη ιστορία, έχοντας παράλληλα και αντιπολεμικό χαρακτήρα αφού πραγματοποιήθηκε μετά την κήρυξη του πολέμου στο Ιράν. Οι διαδηλωτές συγκρίνουν τον Τραμπ με τον βασιλιά Γεώργιο Γ΄, μιλούν στο όνομα «της χαμένης δημοκρατίας της επανάστασης του 1776 και των εθνοπατέρων που ίδρυσαν τις Ηνωμένες Πολιτείες». «Θέλουμε τη δημοκρατία μας πίσω», διεμήνυσε η συντριπτική τους πλειοψηφία. Όμως είναι αυτό το πραγματικό ερώτημα; Η επιστροφή σε μια «χαμένη δημοκρατία», που δήθεν υπήρχε πριν τη διακυβέρνηση Τραμπ;
Το σκληρό πρόσωπο του ολοκληρωτικού καπιταλισμού έτσι όπως φαίνεται αυτή την περίοδο στις ΗΠΑ σε όλες τις εκφάνσεις του – τους πολέμους και την τρομακτική αύξηση των πολεμικών δαπανών, τη σχεδόν πλήρη διάλυση όποιας έννοιας προστασίας υπήρχε για τα πιο φτωχά στρώματα, την τεράστια συγκέντρωση πλούτου σε όλο και πιο λίγους, το ανελέητο κυνήγι των μεταναστών και την ένταση της καταστολής και της αστυνομοκρατίας – δημιουργεί ένα καυτό έδαφος πάνω στο οποίο γεννιούνται τέτοια κινήματα. Αυτά που ωραιοποιούν, σε μεγάλο βαθμό, το παρελθόν και δεν αντιπαρατίθενται με το σύστημα που τα γεννά, που βλέπει απλά στο πρόσωπο του Τραμπ, του «βασιλιά», την αιτία του. Είναι πολύ μειοψηφικές οι φωνές που μιλούν αντικαπιταλιστικά, που κατανοούν ότι όλα τα παραπάνω είναι δομικά στοιχεία του αμερικάνικου καπιταλισμού, από τη γέννησή του ακόμα. Και μάλιστα σε μια περίοδο που ο «βασιλιάς»-καπιταλισμός είναι πραγματικά γυμνός, δείχνοντας το πιο αποκρουστικό του πρόσωπο, στην προσπάθειά του να αναταχθεί μέσα από την πιο σκληρή εκμετάλλευση της εργατικής τάξης των ΗΠΑ και την πολεμική φρενίτιδα.
Αυτό, φυσικά, δεν σημαίνει ότι πρέπει να υποτιμούμε τα κινήματα που τα τελευταία χρόνια ξεσπούν στη μητρόπολη του καπιταλισμού, θεωρώντας ότι δεν παίζουν ρόλο στη διαμόρφωση της συνείδησης των εργαζομένων και της νεολαίας των ΗΠΑ ή ότι δεν έχουν κατακτήσεις. Οι μαχητικές απεργίες, κυρίως από το 2019 και μετά, σε μεγάλους εργασιακούς χώρους, το Black Lives Matter μετά τη δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ το 2020, οι κινητοποιήσεις ενάντια στη γενοκτονία στην Παλαιστίνη και οι καταλήψεις των Πανεπιστημίων την άνοιξη του 2024, η αυτοοργάνωση των κοινοτήτων ενάντια στις αντιμεταναστευτικές επιδρομές του ICE και οι μακρόχρονες κινητοποιήσεις μετά τη δολοφονία της Γκουντ και του Πρέτι στη Μινεσότα, αποτελούν σημαντικές παρακαταθήκες.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν στο φύλλο 27-28 Ιουνίου 2026













