Αιμιλία Καραλή
Τα «γράμματα» δεν «πελεκούν» πια «το ξύλο». Γίνονται ένα απλό άθροισμα σημείων που πιστοποιούν την αξία του μαθητή ως «προϊόντος». Κι αυτό πρέπει να αναβαθμίζεται διαρκώς μέσω πτυχίων, δεξιοτήτων, πιστοποιητικών για να μένει ανταγωνιστικό
Δυο έφηβες μαθήτριες, πριν λίγες μέρες στην Ηλιούπολη, αποφάσισαν να τερματίσουν τη ζωή τους πέφτοντας από την ταράτσα της πολυκατοικίας τους. Ένας ακόμη κρίκος σε μια μακάβρια στατιστική που δείχνει την αύξηση των παιδικών και εφηβικών αυτοκτονιών. Σύμφωνα με την «ΚΛΙΜΑΚΑ – Κέντρο για την πρόληψη των αυτοκτονιών» από το 2022 έως το 2026 έχουν αυτοκτονήσει 10 παιδιά ηλικίας 12-14 ετών και 37 παιδιά ηλικίας 15-19 ετών. Και, όπως μπορούμε να υποθέσουμε, δεν δηλώνονται όλες οι περιπτώσεις, ούτε και οι απόπειρες αυτοκτονιών. Το «Χαμόγελο του Παιδιού», σύμφωνα με δηλώσεις των υπευθύνων του, διαχειρίστηκε καθημερινά το 2025 δύο περιστατικά αυτοκτονικότητας ή αυτοκτονικού ιδεασμού παιδιών.
Ας αφήσουμε όμως τη συγκλονισμένη -για άλλη μια φορά- ελληνική κοινωνία κι ας πάμε και στις άλλες χώρες του ΟΟΣΑ. Η αυτοκτονία αποτελεί πλέον την τρίτη κύρια αιτία θανάτου σε αυτές για τις ηλικίες 15 έως 29 ετών. Από τα πιο υψηλά ποσοστά κατέχουν οι χώρες που πρωτεύουν στις εξετάσεις PISA: Ιαπωνία, Νότια Κορέα, Σιγκαπούρη. Οι μαθητές εξαναγκάζονται σε εξαντλητικό ακραία αγχογόνο πρωταθλητισμό για να εισαχθούν σε πανεπιστήμια-ελίτ (όπως το σύστημα SKY στη Νότια Κορέα) ή για να εξασφαλίσουν ένα ανταγωνιστικό βιογραφικό. Το εκπαιδευτικό σύστημα μεταβάλλεται σε στυγνό μηχανισμό παραγωγής «ανθρωπίνου κεφαλαίου». Επιβιώνει ο «ισχυρότερος», ο «ανθεκτικότερος»· αυτός που μπορεί ανά πάσα στιγμή να ανταποκριθεί στις αξιώσεις και στις ανάγκες μιας αδηφάγας κεφαλαιοκρατικής μηχανής. Γιατί οι συνεχείς εξετάσεις «αξιολόγησης» έχουν και έναν άλλο στόχο: τη συγκρότηση ανθρώπων υποταγμένων σε ένα σύστημα που φαίνεται να είναι ακλόνητο, αναγκαίο και αιώνιο.
Εδώ εντοπίζεται η πρώτη μεγάλη ανατροπή: ο σύγχρονος έφηβος έχει πειστεί πως η «αξιοκρατία» είναι δίκαιη. Αν αποτύχει, δεν κατηγορεί το σύστημα, αλλά τον εαυτό του. Με τον ίδιο τρόπο που ο φτωχός πρέπει να θεωρεί τη φτώχια του φυσική κατάσταση, ο άνεργος την κατάστασή του σαν προσωπική του ευθύνη, ο απολυμένος δίκαιη την απόλυσή του γιατί «έβγαλε γλώσσα» στον εργοδότη ή συμμετείχε σε μια απεργία. Η κυρίαρχη ιδεολογία μετατρέπει τη συστημική αδικία σε προσωπική ανεπάρκεια. Η οργή δεν στρέφεται προς τα έξω με τη μορφή συλλογικής διεκδίκησης μιας διαφορετικής εκπαίδευσης, μιας άλλης κοινωνίας. Εσωτερικεύεται και ο εαυτός γίνεται υπαίτιος και εχθρός. Η αύξηση των περιστατικών κατάθλιψης στην εφηβεία παύει να είναι πλέον απλώς ένα θέμα που αφορά την ιατρική επιστήμη ή την Ψυχολογία. Είναι σύμπτωμα και δομική κατάσταση ενός παθογόνου κοινωνικοοικονομικού μοντέλου.
Τα παιδιά προτού βουτήξουν στο «κενό» βιώνουν μια ζωή κενή, μια ζωή που στερείται την ομορφιά του παιχνιδιού, της ανεμελιάς, της δημιουργικότητας, του έρωτα, της άμεσης επικοινωνίας, της μόρφωσης. Από πολύ μικρή ηλικία είναι κλεισμένα σε τέσσερις τοίχους: του δωματίου τους ως χώρου μελέτης, του σχολείου, του φροντιστηρίου. Ακόμη και αθλητικές ή καλλιτεχνικές δραστηριότητες, κι αυτές: σε περίκλειστους χώρους. Παντού «πρέπει» να «αριστεύουν». Κι η αριστεία έχει μόνο ποσοτικά χαρακτηριστικά: βαθμούς και επιδόσεις.
Τα «γράμματα» δεν «πελεκούν» πια «το ξύλο». Γίνονται ένα απλό άθροισμα σημείων που πιστοποιούν την αξία του μαθητή ως «προϊόντος». Κι αυτό πρέπει να αναβαθμίζεται διαρκώς μέσω πτυχίων, δεξιοτήτων, πιστοποιητικών για να μένει ανταγωνιστικό. Όταν η προσωπική αξία εξαρτάται αποκλειστικά από την αγορά εργασίας, η αποτυχία στο εκπαιδευτικό σύστημα και η επακόλουθη απόρριψη με τη μορφή της ανεργίας ή της υπαμειβόμενης εργασίας δεν βιώνεται απλώς ως οικονομικό πρόβλημα, αλλά ως υπαρξιακή ακύρωση. Βιώνεται με την ακραία ατομική απόγνωση.
Η συνείδηση όμως ότι η προσωπική αξιοπρέπεια συνδέεται με τη χρηματοοικονομική της απόδοση θα διαιωνίζει τον φόβο, την απελπισία και τον ανταγωνισμό. Θα αχρηστεύει αυτό που κάνει ανθρώπινο τον άνθρωπο: τη συνεργασία, την αλληλεγγύη, τη συλλογικότητα. Θα καθιστά τον κόσμο «ξένο» και αναξιοβίωτο· κενό νοήματος.














