Αιμιλία Καραλή
Η πάλη του ανθρώπου με τη θνητότητά του και τον πόνο που προκαλεί αποτελεί ένα από μεγαλύτερα θέματα που διαπερνούν την ιστορία του είδους μας. Ως ερώτημα και ως απάντηση απασχόλησε κάθε πολιτισμό, φιλοσοφικά και καλλιτεχνικά έργα. Η ελπίδα για την τελική νίκη της φανερώνεται κυρίως μέσα από θρησκευτικές τελετές και λειτουργίες που υπόσχονται την αθανασία της ψυχή, τη μετενσάρκωση, την ανάσταση. Η μετάπλασή της σε έργα υψηλής καλλιτεχνικής ποιότητας από λόγιους και λαϊκούς δημιουργούς τη δυνάμωσε και την ενίσχυσε συναισθηματικά.
Αλλά όπως συμβαίνει συχνά, η ευρεία πρόσληψή τους έμεινε και μένει σε ένα απλουστευτικό επίπεδο που μεγαλύτερη σχέση έχει με κάποια επιφανειακή και τυπολατρική συνήθεια, παρά με βαθύτερες αγωνίες και προβληματισμούς, για το νόημα και τον σκοπό της ζωής. Και –λόγω των ημερών– της ζωής εκείνης που νικά με πολλούς τρόπους τον θάνατο, που «πικραίνει τον Άδη γιατί τον καταργεί».
Πικραίνει όμως τη μητέρα που θρηνεί στους ύμνους της Μ. Παρασκευής για το παιδί της, τη «γλυκιά της άνοιξη» και το «βασίλεμα της ομορφιάς» του. Είναι από τις λίγες φορές που «μιλάει» η Μαρία και έμμεσα της «απευθύνεται» ο γιος της. Την προτρέπει «να μην κλαίει», γιατί «με τη θέλησή του» καλύπτεται από τη γη. Όμως «θ’ αναστηθεί» και «θα δοξάσει όσους την τιμούν». Λόγοι παρηγορητικοί που καταπραΰνουν τον πόνο που προκαλεί ο άδικος χαμός εκείνου που συνειδητά αντιστάθηκε σε μια βίαιη εξουσία.
Μεταμορφώσεις αυτού του λόγου που αρθρώθηκε σε ύστερες παρόμοιες ιστορικές καταστάσεις υπάρχουν πολλές, όπως ––για παράδειγμα– στη «Συμφωνία των θλιβερών τραγουδιών» του Πολωνού συνθέτη Χένρικ Γκορέτσκι. Το δεύτερο μέρος της είναι τα λόγια-προσευχή της δεκαοχτάχρονης Έλενα Μπλαζούσιακ, γραμμένα σε τοίχο κελιού της Γκεστάπο στο Ζακοπάνε της Πολωνίας όπου ήταν φυλακισμένη. Προτρέπει κι αυτή τη μητέρα της να μην κλαίει και ζητά τη στήριξη της Παναγίας. Το τρίτο αποτελείται από τους στίχους ενός λαϊκού τραγουδιού της Άνω Σιλεσίας. Αποτυπώνουν τον θρήνο μιας μητέρας καθώς ψάχνει τον γιο της που σκότωσαν οι Γερμανοί και παραστρατιωτικές ομάδες συνεργατών τους στις σιλεσιανές εξεγέρσεις (1919-1921). Κι αφού δεν τον βρίσκει, καλεί τα «μικρά ωδικά πουλιά του Θεού» να τραγουδήσουν γι’ αυτόν και «τα μικρά λουλούδια του Θεού» ν’ ανθίσουν παντού για «να κοιμάται ευτυχισμένος» ο γιος της.
«Όταν ο άνθρωπος δίνει τη ζωή του για ανώτερα ιδανικά δεν πεθαίνει ποτέ», έγραψε ένας από τους εκτελεσμένους της Καισαριανής
Ανθισμένα ήταν τα λουλούδια κι όταν οδηγήθηκε ο Λάμπρος Καραγιώργος –κι αυτός σαν τον Χριστό στα 33 του χρόνια– την Πρωτομαγιά του ’44 στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής για να εκτελεστεί από τους Ναζί. Και παράγγελνε κι αυτός σαν τον Ιησού και την Έλενα στη μάνα του «να μην κλάψει…» γιατί αυτός και οι σύντροφοί του «κάναμε το χρέος για την πατρίδα…». Ένας απ’ αυτούς ήταν κι ο Χρήστος Χριστοδούλου που στο τελευταίο του σημείωμα έγραφε στη μάνα του: «Γλυκιά μάνα φεύγω. Το κορμί μου πια δε θα υπάρχει. Αιωνία όμως θα σου είναι η θύμησή μου. Μην κλαις ηρωικιά Ελληνίδα. Άσε τα δάκρυα».
Τα λόγια και τα σημειώματα αυτά δεν έγιναν ακόμα τραγούδια. Δίνουν όμως μια άλλη διάσταση στη νίκη της ζωής πάνω στον θάνατο. Όπως έγραφε και ο Μήτσος Ρεμπούτσικας –ένας από τους διακόσιους της Καισαριανής κι αυτός– στους αγαπημένους του: «Όταν ο άνθρωπος δίνει τη ζωή του για ανώτερα ιδανικά δεν πεθαίνει ποτέ».
Αυτή την αθανασία διεκδικούν και κερδίζουν όσοι μεγαλώνουν τη ζωή καθημερινά μέσα από τις ιδέες και τα έργα τους. Είναι όλοι και όλες εκείνες που τιμούν τη ζωή με την αντίσταση σε ό,τι φέρνει τον θάνατο –όχι μόνο τον σωματικό. Τον νικούν με μια ζωή που ακόμη κι αν είναι σύντομη, είναι πλήρης· που ακόμη κι αν λείπουν, η παρουσία τους είναι διαρκής. Ξεπερνούν τα όρια του τόπου και του χρόνου, ακόμη κι αν έζησαν και πέθαναν σε ορισμένο τόπο και χρόνο.
Όπως η Παλαιστίνια ποιήτρια Χέμπα Αμπού ελ Νάντα που δολοφονήθηκε από Ισραηλινούς στρατιώτες –στη σταυρική ηλικία των 33 χρόνων– που έγραφε σε ποίημα της: «Δεν είμαστε απλώς περαστικοί… Δημιουργήθηκες από αγάπη,/ άρα δεν κουβαλάς τίποτα άλλο μέσα σου,/ παρά μόνο την αγάπη/ για όλους εκείνους που τρέμουν και φοβούνται.»
Σε αυτούς τους φοβισμένους «ακοινώνητους» αρμόζει το ερώτημα του Γιώργου Θέμελη: «Και ο Θεός τι πράγμα τάχα θα ’ταν,/…χωρίς σάρκα πάνω στη γη… /χωρίς το ανθρώπινο πρόσωπο…/…χωρίς το ανθρώπινο ένδυμα και σχήμα…».
Αρμόζει και η υπενθύμιση πως πέθανε και αναστήθηκε στη γη της Παλαιστίνης.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν στο φύλλο 10-12 Απρίλιου 2026
















