Mάκης Γεωργιάδης
Και είναι στην Ελλάδα σκοτεινά και δύσκολα χρόνια. Το θρυλικό, πλέον, Ματαρόα, «η γυναίκα με τα μεγάλα μάτια» όπως μεταφράζεται από τα πολυνησιακά, είναι το πλοίο που θα αναλάβει να μεταφέρει ένα τμήμα του ανθού της ελληνικής νεολαίας εν μέσω «λευκής τρομοκρατίας» και πολιτικών διώξεων. Σε μέρη πιο ήρεμα και με καλύτερη προοπτική, καθώς στην Ελλάδα ο Εμφύλιος σοβεί ήδη έναν χρόνο και δεν θα αργήσει και η επίσημη έναρξή του.
Τα ξημερώματα της 22ας Δεκεμβρίου του 1945 αναχωρεί από το λιμάνι του Πειραιά ένα πλοίο με νεοζηλανδική σημαία, το οποίο θα μείνει στην ιστορία. Πρόκειται για το Ματαρόα, μια πραγματική κιβωτό σωτηρίας ενός μεγάλου τμήματος της ελληνικής νεολαίας το οποίο διέθετε τα ταλέντα και τις προοπτικές να διαπρέψει στις επιστήμες, στις τέχνες, στα γράμματα. Η ζωή δεν θα διαψεύσει τελικά τις εκτιμήσεις και τις προσδοκίες, τουλάχιστον για τους περισσότερους από εκείνους τους 130 νέους που έφευγαν με υποτροφίες του γαλλικού κράτους, αλλά κυνηγημένοι και με ελάχιστες προοπτικές στην πατρίδα τους. Και οι ελάχιστες προοπτικές δεν αφορούσαν κάποια ακαδημαϊκή καριέρα ή καταξίωση, αλλά την ίδια τους την επιβίωση. Το γεγονός αυτό αντιλήφθηκαν αμέσως με το ξέσπασμα των Δεκεμβριανών το 1944, δύο Γάλλοι ελληνιστές διπλωμάτες: ο διευθυντής του Γαλλικού Ινστιτούτου Οκτάβιος Μερλιέ και ο υποδιευθυντής Ροζέ Μιλλιέξ, αμφότεροι παντρεμένοι με Ελληνίδες. Έκτοτε, ξεκίνησε ένας μαραθώνιος για την εξασφάλιση υποτροφιών σε γαλλικά πανεπιστήμια, τα οποία θα διασφάλιζαν την εκπαίδευση και την αποκατάσταση εκείνων των κυνηγημένων νέων. Βεβαίως, η ίδια η Γαλλία θα έβγαινε κερδισμένη από αυτήν την πρωτοβουλία, καθώς θα κέρδιζε δεκάδες λαμπρούς επιστήμονες και καλλιτέχνες για τις επόμενες δεκαετίες, εφόσον μεγάλο μέρος εκείνων που έφυγαν δεν ξαναγύρισαν ποτέ στην Ελλάδα. Με έναν τρόπο, ήδη από εκείνη την εποχή οι Γάλλοι διέβλεψαν τα οφέλη από μια «διαρροή εγκεφάλων» από χώρες όπως η Ελλάδα προς όφελος της δικής τους κοινωνίας και οικονομίας, αλλά αυτό είναι μιας άλλης τάξης συζήτηση.
Οι συνθήκες της φυγάδευσης δεν ήταν ούτε τόσο απλές ούτε και αυτονόητες. Η Μεσόγειος ήταν ακόμη σπαρμένη με νάρκες, ήταν βαρύς χειμώνας και φυσικά μέχρι και την τελευταία στιγμή, λίγο πριν το Ματαρόα να λύσει τους κάβους, οι διωκτικές αρχές έψαχναν αφορμές για να ακυρώσουν το ταξίδι.
Σε αφηγήσεις των πρωταγωνιστών εκείνης της εποχής και επιβατών του Ματαρόα, υπάρχουν αρκετά ανέκδοτα περιστατικά. Ένα από αυτά λέει πως ενώ ήταν όλοι στις θέσεις τους, με την ανάγνωση του καταλόγου έλειπε ένας: ο πολύ νεαρός τότε, Κώστας Αξελός. Άρχισαν να τον ψάχνουν πέριξ του λιμανιού και τον βρήκαν σε ένα καπηλειό να τα πίνει με τον Μάνο Χατζιδάκι. Ο μεγάλος συνθέτης που μίλησε για τα ρεμπέτικα και για τα παιδιά της γαλαρίας, αποτύπωσε εκείνες της στιγμές που πολλοί νέοι έκοβαν τον ομφάλιο λώρο με την χώρα, στο τραγούδι Ένα ρολόι στο καπηλειό στο οποίο έγραψε στίχους και μουσική:
Συ που θα πας;
Σσσσστ! Μη μιλάς
Συ που θα πας σε ξένη γη
Σαν έρθει η αυγή να θυμηθείς
Τι προσπαθείς;
Να σταματήσω τη στιγμή
Μας προσπερνά, δεν ωφελεί
Στο θρυλικό πλοίο που μετατράπηκε σε κιβωτό σωτηρίας, επιβιβάστηκαν τότε νέα παιδιά, έφηβοι και κάποιοι λίγο μεγαλύτεροι νέοι οι οποίοι στις επόμενες δεκαετίες θα διέπρεπαν σχεδόν σε όλες τις επιστήμες και τις τέχνες. Ανάμεσά τους οι μουσικοί Ιωάννης Ξενάκης και Γιάννης Ιωάννου, η πεζογράφος Έλλη Αλεξίου, η ποιήτρια Μάτση Χατζηλαζάρου, οι φιλόσοφοι Κορνήλιος Καστοριάδης, Κώστας Παπαϊωάννου, Κώστας Αξελός, ο ιστορικός Νίκος Σβορώνος, η ζωγράφος Νέλλη Ανδρικοπούλου, μετέπειτα σύζυγος του Νίκου Εγγονόπουλου, ο ζωγράφος Νίκος Βυζάντιος, οι γλύπτες Μέμος Μακρής, Κώστας Κουλεντιάνος και Φιλόλαος Λούπας, ο γιατρός και βιολόγος Ανδρέας Γληνός, γιος του παιδαγωγού και λόγιου Δημήτρη Γληνού, οι αρχιτέκτονες Αριστομένης Προβελέγγιος και Γεώργιος Κανδύλης, η συγγραφέας Μιμίκα Κρανάκη, ο φιλόλογος Εμμανουήλ Κριαράς, ο σκηνοθέτης Μάνος Ζαχαρίας και πλήθος άλλοι. Οι περισσότεροι εκ των φυγαδευμένων ήταν ΕΑΜικών καταβολών ή από φτωχές και προοδευτικές οικογένειες ενώ μεταξύ τους ήταν και 32 μέλη του ήδη παράνομου τότε ΚΚΕ. Ωστόσο, ανάμεσα τους υπήρχαν και γόνοι αστικών οικογενειών όπως ο Ανδρέας Καμπάς και άλλοι και σίγουρα δεν ήταν όλοι οι επιβαίνοντες αριστεροί ή κομμουνιστές. Πολλοί δε από όσους μπάρκαραν με το Ματαρόα αν και αρχικά ήταν ενταγμένοι ή συμπαθούσαν το ΕΑΜ και το ΚΚΕ, στην πορεία ανέκρουσαν πρύμναν όπως άλλωστε συμβαίνει σε πολλές ιστορικές καμπές.
Το Ματαρόα ξεκίνησε το ταξίδι του συνοδευόμενο από ένα σκάφος του βρετανικού πολεμικού ναυτικού με αρχικό προορισμό το λιμάνι του Τάραντα στην Ιταλία. Από εκεί οι υπότροφοι με τρένα μέσω Ρώμης, Μπολόνια και Βασιλείας έφτασαν στον τελικό προορισμό τους που ήταν το Παρίσι, ανήμερα των Χριστουγέννων του 1945. Οι συνθήκες στη μεταπολεμική Γαλλία ήταν σίγουρα δύσκολες, αλλά ωχριούσαν μπροστά στη «λευκή τρομοκρατία» που σάρωνε στην Ελλάδα. Αυτό πολύ απλά σήμαινε δολοφονίες αριστερών και μελών του ΕΑΜ και του ΚΚΕ, περισσότερες από 1.280 μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, δίκες, φυλακίσεις, λεηλασίες περιουσιών, βιασμούς και κλείσιμο γραφείων του ΕΑΜ και του ΚΚΕ σε όλη την περιφέρεια όπου ο τρόμος είχε γίνει καθημερινότητα. Οι δωσίλογοι και οι ταγματασφαλίτες είχαν γίνει κράτος εν κράτει και ο μοναρχοφασισμός της Δεξιάς επέλαυνε. Τα πολιτικά σφάλματα και οι ανεπάρκειες του ΚΚΕ και της Αριστεράς έχουν επισημανθεί και αναλυθεί με αφορμή άλλα ιστορικά γεγονότα. Το Ματαρόα ήταν και αυτό μια αντανάκλαση της κατάστασης επί του πεδίου και της αντιδραστικής αντεπίθεσης η οποία βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη.
Για την ιστορία και για το νεοζηλανδέζικο πλοίο αξίζει επίσης να αναφέρουμε πως είναι επίσης γνωστό για ένα ακόμη ταξίδι του: εκείνο που έγινε από τη Μασσαλία προς τη Χάιφα τον Αύγουστο του 1945 όταν και ναυλώθηκε από γαλλική ανθρωπιστική οργάνωση για να μεταφέρει 173 παιδιά εβραϊκής καταγωγής κρατούμενα στο Μπέργκεν Μπέλσεν. Αργότερα μετέφερε και περισσότερους από 1.200 διασωθέντες Εβραίους από το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Μπούχενβαλντ. Ήταν τα αρχικά στάδια του εποικισμού της Παλαιστίνης από τους Εβραίους που διασώθηκαν από το Ολοκαύτωμα, αλλά το γεγονός αυτό θα αποδεικνυόταν αργότερα πως θα είχε τραγικές συνέπειες για την ειρήνη και τη σταθερότητα της περιοχής, με την κύρια υπαιτιότητα φυσικά να βαραίνει τις μεγάλες δυνάμεις.
















