Βασίλης Μηνακάκης
Ο Μπιουνγκ-Τσουλ Χαν στο βιβλίο του Η κρίση της αφήγησης (εκδόσεις Opera) αναδεικνύει την ιδιαίτερη συμβολή των social media και του ψηφιακού κόσμου στο λεγόμενο «τέλος των μεγάλων αφηγήσεων». Το θάψιμο της εξήγησης, του οράματος, της σκέψης κάτω από τόνους πληροφοριών και δεδομένων ευνοεί την εξατομίκευση, τον έλεγχο και την κυριαρχία.
H συζήτηση περί του «τέλους των μεγάλων αφηγήσεων» άνθησε μετά τις καταρρεύσεις των χωρών του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού» και σε συνθήκες απόλυτης κυριαρχίας του ΤΙΝΑ, θέλοντας να υποδηλώσει πως πλέον δεν υπάρχουν μεγάλα οράματα ικανά να εμπνεύσουν τη ζωή και τη δράση των ανθρώπων. Και πως έπρεπε όλοι να προσγειωθούν στο έδαφος του πραγματισμού, του ατομισμού, του «δεν αλλάζουν τα πράγματα» – σε μια πολιτική με «π μικρό», άντε το πολύ πολύ σε μια παρατακτική παράθεση επιμέρους κινημάτων ή σε μια διαθεματική σύνδεσή τους.
Ο Μπιουνγκ-Τσουλ Χαν, στο βιβλίο Η κρίση της αφήγησης (εκδόσεις Opera, Αθήνα 2025, μετάφραση: Βασίλης Τσαλής), πιάνει το νήμα αυτής της συζήτησης, συνδέοντάς τη με αιχμηρό, στοχαστικό και ριζοσπαστικό τρόπο, με τα νέα δεδομένα της εποχής των social media, των smartphone και του Netflix. Υποστηρίζει ότι «ζούμε σε μια μετα-αφηγηματική εποχή». Ότι από την ύστερη νεωτερικότητα «απουσιάζουν η λαχτάρα, το όραμα, το απόμακρο», οπότε «επαφίεται στο ας αφήσουμε τα πράγματα ως έχουν, στην απουσία εναλλακτικών εκδοχών» (σελ. 37). Και σημειώνει: «Μια αφήγηση που αλλάζει τον κόσμο, που διανοίγει τον κόσμο, δεν προτείνεται από ένα τυχαίο άτομο· μάλλον οφείλει την ανάδυσή της σε μια περίπλοκη διαδικασία, στην οποία λαμβάνουν μέρος ποικίλες δυνάμεις και ποικίλοι δρώντες». Για να καταλήξει σε ένα συμπέρασμα χρήσιμο για όσους ευαγγελίζονται -και αγωνίζονται- για την επανεξόρμηση των ιδεών της κομμουνιστικής χειραφέτησης: «Ουσιαστικά [μια αφήγηση που αλλάζει τον κόσμο] είναι η έκφραση της διάθεσης μιας εποχής. Αυτή η αφήγηση μ’ έναν εσωτερικό πυρήνα αλήθειας αντιτίθεται στα χλιαρά, ασταθή, σχετικοποιημένα αφηγήματα, δηλαδή στα σύγχρονα μικροαφηγήματα, που δεν διαθέτουν καμιά βαρύτητα, κανέναν πυρήνα αλήθειας» (σελ. 11).
Το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου αναφέρεται στον καταιγισμό των κατακερματισμένων πληροφοριών που δεχόμαστε (ή μεταδίδουμε) καθημερινά και στη αντικατάσταση της αφήγησης από μια πλημμυρίδα storytelling, η οποία σχηματίζει στην ουσία μια εμπορευματική μορφή της κοινότητας-συλλογικότητας. «Οι αναρτήσεις, τα likes και οι κοινοποιήσεις ως καταναλωτικές πρακτικές επιδεινώνουν την αφηγηματική κρίση», αναφέρει για να συμπληρώσει: «[…] αγοράζουμε, πουλάμε και καταναλώνουμε αφηγήματα και συναισθήματα. Stories sell. Το storytelling είναι storyselling» (σελ. 13). Είναι «πρωτίστως εμπόριο και κατανάλωση» (σελ. 37).
«Στο διαδίκτυο ως ψηφιακό δάσος των φύλλων δεν υπάρχουν πια φωλιές του πουλιού των ονείρων»
Κεντρικό ζήτημα στο βιβλίο είναι η πληροφορία και τα δεδομένα. Ο Χαν διαχωρίζει την πληροφορία από την είδηση, υποστηρίζοντας ότι «η δεύτερη έχει ένα εύρος που υπερβαίνει την παρούσα στιγμή» (σελ. 18). Επίσης σημειώνει ότι, λόγω της πλημμυρίδας των πληροφοριών, «στο διαδίκτυο ως ψηφιακό δάσος των φύλλων δεν υπάρχουν πια φωλιές του πουλιού των ονείρων» (σελ. 25) κι ακόμα ότι: «Η ελευθερία εδώ δεν καταστέλλεται, αλλά γίνεται αντικείμενο πλήρους εκμετάλλευσης. Μετατρέπεται σε έλεγχο και καθοδήγηση. Στο μέτρο αυτό, η έξυπνη κυριαρχία είναι πολύ πιο αποτελεσματική, καθώς δεν χρειάζεται να εμφανιστεί αυτή η ίδια∙ κρύβεται πίσω από τη λάμψη της ελευθερίας και της επικοινωνίας» (σελ. 27).
Στη βάση αυτή, χαρακτηρίζει τις ψηφιακές πλατφόρμες όχι αφηγηματικά αλλά πληροφοριακά μέσα, τα οποία ενδιαφέρονται «ειδικά για την πλήρη καταγραφή της ζωής». Μάλιστα, συμπληρώνει, για τις ψηφιακές πλατφόρμες «τα δεδομένα είναι πολυτιμότερα από τις αφηγήσεις», αυτά «δίνουν τη δυνατότητα στις ψηφιακές πλατφόρμες να διαυγάσουν το άτομο και να καθοδηγήσουν τη συμπεριφορά του σ’ ένα προ-αναστοχαστικό επίπεδο» (σελ. 48). Τελικά, αποφαίνεται: «Το ζητούμενο είναι η μεταγραφή της ζωής σε σύνολο δεδομένων. Όσο περισσότερα δεδομένα συλλέγονται για ένα άτομο, τόσο πιο εύκολα μπορεί να τεθεί υπό επιτήρηση, να γίνει αντικείμενο χειρισμού και οικονομικής εκμετάλλευσης. Ο Phono Sapiens, ο οποίος έχει την εντύπωση ότι απλώς παίζει, στην πραγματικότητα γίνεται αντικείμενο απόλυτης εκμετάλλευσης και ελέγχου. Το Smartphone, αν και θυμίζει παιδική χαρά, μετατρέπεται σε ψηφιaκό πανοπτικόν» (σελ. 48).
Τα μεγαδεδομένα, γράφει στη συνέχεια, παρεμβαίνοντας στη συζήτηση περί των ορίων της τεχνητής νοημοσύνης, «δεν εξηγούν τίποτε. Από τα μεγαδεδομένα προκύπτουν μόνο συσχετίσεις ανάμεσα στα πράγματα. Οι συσχετίσεις, όμως, είναι η πιο πρωτόγονη μορφή γνώσης, δεν μπορούμε να κατανοήσουμε τίποτα». Αντιθέτως, η θεωρία «αποκαθιστά εννοιακές συνάφειες που καθιστούν τα πράγματα κατανοητά. […] ως μορφή περάτωσης εγκλείει τα πράγματα σ’ ένα εννοιακό πλαίσιο και έτσι τα ορίζει» (σελ. 92). Στο πλαίσιο αυτό, σημειώνει: «Η νοημοσύνη δεν είναι πνεύμα. Μόνο το πνεύμα έχει την ικανότητα να επαναδιατάξει τα πράγματα και να τ’ αφηγηθεί εκ νέου. Η νοημοσύνη υπολογίζει και μετρά. Το πνεύμα, όμως, αφηγείται». Για να καταλήξει μελαγχολικά στο συμπέρασμα ότι «όλο και πιο σπάνια παράγεται θεωρία, όλο και πιο σπάνια αποτολμάται η θεωρία» (σελ. 93).
Υπό το πρίσμα αυτό, η διάκριση μεταξύ αφηγήσεων και αφηγημάτων δεν είναι για τον Χαν ένα γλωσσικό παιχνίδι. «Οι αφηγήσεις», γράφει, «παράγουν κοινωνική συνοχή. Εμπεριέχουν νοήματα και μεταφέρουν αξίες που εδραιώνουν κοινότητα. Γι’ αυτό πρέπει να τις διακρίνουμε από τα αφηγήματα που θεμελιώνουν ένα καθεστώς. Τα αφηγήματα στα οποία βασίζεται το νεοφιλελεύθερο καθεστώς, είναι αυτά ακριβώς που εμποδίζουν τη δημιουργία κοινότητας» (σελ. 112). Ως τέτοια θεωρεί τα αφηγήματα της επίδοσης (που κάνει τον καθένα εργοδότη του εαυτού του), της αυτοβελτίωσης, της αυτοπραγμάτωσης κ.λπ., που «αποσταθεροποιούν την κοινωνία, στο μέτρο που εξατομικεύουν τους ανθρώπους» (σελ. 113).
Είναι, λοιπόν, απαισιόδοξος; Τεχνοφοβικός; Μάλλον είναι πιο περίπλοκη η οπτική του. Γράφει, για παράδειγμα: «Μέσα από το τσουνάμι της πληροφορίας αφυπνίζεται η ανάγκη για νόημα, ταυτότητα και προσανατολισμό, δηλαδή η ανάγκη να δημιουργήσουμε ένα ξέφωτο στο πυκνό δάσος της πληροφορίας στο οποίο κινδυνεύουμε να χαθούμε» (σελ. 14). Αυτό το ξέφωτο είναι και θεωρητικό-αξιακό αλλά και πολιτικό, καθώς «η πολιτική πράξη, υπό αυστηρή έννοια, προϋποθέτει ένα αφήγημα. […] Δίχως αφήγημα, η πράξη εκφυλίζεται σε τυχαίες δράσεις και αντιδράσεις» (σελ. 116).
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν στο φύλλο 27-28 Σεπτεμβρίου 2025
















