Αιμιλία Τσαγκαράτου
Στα πλαίσια της οικονομίας του πολέμου, σε πολλές χώρες της Ευρώπης γίνεται προσπάθεια όλο και μεγαλύτερης σύνδεσης της εκπαίδευσης με την προετοιμασία για πόλεμο. Μια τέτοια περίπτωση είναι και εκείνη της Βρετανίας. Η Αναθεώρηση Στρατηγικής Άμυνας (SDR) της κυβέρνησης των Εργατικών, με τίτλο «Κάνοντας τη Βρετανία ασφαλέστερη: ασφαλής στο εσωτερικό, ισχυρή στο εξωτερικό» κινείται και προς αυτή την κατεύθυνση. Η πρόβλεψη για αύξηση των στρατιωτικών δαπανών στο 5% του προϋπολογισμού (όπως έχει συμφωνηθεί στο ΝΑΤΟ) είναι προφανές ότι χρειάζεται και την κατάλληλη ιδεολογική και πολιτική προετοιμασία, κυρίως των νέων, για την αποδοχή αυτή της πολιτικής.
Την τελευταία φορά που καταγράφηκαν τα στατιστικά στοιχεία για το στρατιωτικό προσωπικό, τον Απρίλιο του 2024, οι ένοπλες δυνάμεις της Βρετανίας υπολείπονταν κατά 5.440 έναντι του στόχου των 73.000 στρατιωτών, ενώ μακροπρόθεσμα (έως το 2030) επιδιώκεται να αυξηθούν οι δόκιμοι κατά 30%. Σε αυτό το φόντο, η στρατολόγηση νέων είναι κεντρική επιλογή της νέας στρατηγικής που αποκαλείται «Ενίσχυση της ετοιμότητας της χώρας για πόλεμο». Αναφέρει, συγκεκριμένα, ότι «τα έθνη πηγαίνουν στον πόλεμο, όχι μόνο οι ένοπλες δυνάμεις. Η κυβέρνηση πρέπει να διαθέτει τα απαραίτητα σχέδια, εξουσίες και προσωπικό για να επιτύχει μια αποτελεσματική και βιώσιμη μετάβαση στον πόλεμο, εάν απαιτηθεί».
Ωστόσο, υπάρχουν σημαντικές δυσκολίες στην υλοποίηση αυτού του στόχου. Αν και δεν το παραδέχονται ανοιχτά, οι συντάκτες της στρατηγικής αναθεώρησης γνωρίζουν καλά ότι οι νέοι στη Βρετανία έχουν μεγαλώσει τα τελευταία 25 χρόνια με εχθρική στάση απέναντι στους πολέμους στο Αφγανιστάν και το Ιράκ, που ξεκίνησαν υπό τις κυβερνήσεις των Εργατικών Μπλερ και Μπράουν, την περίοδο 1997-2010. Σήμερα, επίσης, η μεγάλη πλειοψηφία των νέων αντιτίθεται στην υποστήριξη του Στάρμερ προς τη γενοκτονία που διαπράττει το Ισραήλ στη Γάζα.
Σε αυτά τα πλαίσια, η SDR επισημαίνει τη σημασία των σχολείων ως χώρων «φιλοξενίας» προγραμμάτων για δόκιμους και ενθάρρυνσης των παιδιών να μάθουν για το στρατό. Υποστηρίζει ότι το υπουργείο Άμυνας πρέπει να «συνεργαστεί με το υπουργείο Παιδείας για την ανάπτυξη της κατανόησης των ενόπλων δυνάμεων μεταξύ των νέων στα σχολεία». Ήδη, τέτοια προγράμματα πραγματοποιούνται σε 500 σχολεία δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Στόχος είναι να γενικευτεί η πρόσβασή τους στον ιστότοπο εκπαίδευσης του στρατού στον οποίο, χρησιμοποιώντας ιστορικά γεγονότα, προωθείται η ανάγκη υποστήριξής του και στο παρόν. Ταυτόχρονα, υπάρχει και το «τυράκι» της εκπαίδευσης σε τομείς όπως η τεχνητή νοημοσύνη, η κυβερνοασφάλεια και η ρομποτική, για την προσέλκυση των νέων σε «σύγχρονα προγράμματα προκειμένου να αποκτήσουν προηγμένες δεξιότητες».
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν στο φύλλο 19-20 Ιουλίου
















